<?xml version="1.0" encoding="utf-8"?>
<FictionBook xmlns="http://www.gribuser.ru/xml/fictionbook/2.0" xmlns:l="http://www.w3.org/1999/xlink">
 <description>
  <title-info>
   <genre>sci_linguistic</genre>
   <author>
    <first-name>Йоргос</first-name>
    <last-name>Феотокас</last-name>
   </author>
   <book-title>Избранные рассказы</book-title>
   <annotation>
    <p>В книге предлагаются избранные рассказы замечательного греческого писателя Йоргоса Феотокаса адаптированные (без упрощения текста оригинала) по методу чтения Ильи Франка. Уникальность метода в том, что запоминание слов и выражений происходит из-за их повторяемости, без обучения и необходимости использовать словарь. Руководство способствует эффективному развитию языка, может служить дополнением к учебной программе. Предназначена для широкого круга людей, изучающих греческий (под руководством инструктора или самостоятельно) и заинтересованых в познании культуры Греции. Издание подготовлено Анной Путиной.</p>
    <p>Новогреческий язык. Эта книга поможет вам быстро и без насилия над собой привыкнуть к чужому языку и без зубрежки набрать немалый лексический запас.</p>
    <p>Запоминание слов и выражений, а также привыкание к грамматическим конструкциям происходит при таком чтении естественно, за счет их повторяемости.</p>
    <p>Эта книга избавит вас от стресса первого этапа освоения языка.</p>
   </annotation>
   <date>2010-02-26</date>
   <coverpage>
    <image l:href="#cover.jpg"/></coverpage>
   <lang>el</lang>
   <src-lang>el</src-lang>
   <translator>
    <first-name>Анна</first-name>
    <last-name>Путина</last-name>
   </translator>
   <sequence name="Метод чтения Ильи Франка" number="2"/>
  </title-info>
  <document-info>
   <author>
    <first-name>NM</first-name>
    <last-name></last-name>
   </author>
   <program-used>doc2fb, FB Editor v2.0, FictionBook Editor 2.4</program-used>
   <date value="2010-02-27">2010-02-26</date>
   <id>36E0027D-7AD3-47EE-BC1C-106BCB81DDC0</id>
   <version>2</version>
  </document-info>
 </description>
 <body>
  <section>
   <title>
    <p>Θεοτοκάς Γεώργιος</p>
    <p>Διηγήματα</p>
   </title>
   <section>
    <title>
     <p>Ο άνθρωπος που έγραψε ένα βιβλίο</p>
     <p>(Человек, который написал книгу)</p>
    </title>
    <p>Μια μέρα (однажды: «одним днем») ο Φαβρίκιος έγραψε ένα βιβλίο (Фаврикий написал книгу; <emphasis>γράφω; το βιβλίο</emphasis>). Κι ο ίδιος δεν ήταν ικανός να εξηγήσει (/он/ и сам не был способен объяснить; <emphasis>εξηγώ</emphasis>) πως του συνέβηκε αυτή η ιστορία (как с ним произошла эта история; <emphasis>συμβαίνω</emphasis>). Έτσι, μια μέρα, στα καλά καθούμενα (так, однажды, ни с того, ни с сего: «на хорошо сидящих»; <emphasis>στα καλά καθούμενα — ни с того, ни с сего</emphasis>), έτυχε να μην έχει δουλειά (случилось, что /у него/ не было работы = что ему нечем было заняться; <emphasis>τυχαίνω</emphasis>) και να βαριέται μοναχός του (что /он/ скучал в одиночестве: «скучал одинокий»). Υποθέτω (/я/ предполагаю) πως έξω έβρεχε (что снаружи шел дождь; <emphasis>βρέχει — идет дождь</emphasis>) ή φυσούσε κανένας κρύος αέρας (или дул какой-нибудь холодный ветер = очень холодный ветер; <emphasis>φυσώ</emphasis>) και δεν μπορούσε ο Φαβρίκιος (не мог Фаврикий; <emphasis>μπορώ</emphasis>) να πάει να χαζέψει στα πεζοδρόμια (пойти поглазеть на улицу: «на тротуары»; <emphasis>χαζεύω; το πεζοδρόμιο = тротуар</emphasis>), κατά τη συνήθεια του (по привычке). Είχε, άλλωστε, και κάτι ακαθόριστες ιδέες (у него были, к тому же, какие-то неопределенные идеи: «/он/ имел, к тому же, какие-то неопределенные идеи»; <emphasis>έχω; η ιδέα; καθορίζω — определять</emphasis>), κάτι συγκεχυμένες εικόνες (какие-то смутные образы; <emphasis>η εικόνα</emphasis>), που στριφογυρίζανε από καιρό στο κεφάλι του (которые уже долго: «уже время» вертелись у него в голове; <emphasis>στριφογυρίζω; ο καιρός; το κεφάλι</emphasis>) και τον στενοχωρούσαν (и расстраивали его; <emphasis>στενοχωρώ</emphasis>). Κάθισε το λοιπόν στο γραφείο του (так что, сел /он/ за письменный стол; <emphasis>κάθομαι; το γραφείο — письменный стол; офис</emphasis>), γέμισε το στυλογράφο του (наполнил ручку; <emphasis>γεμίζω; ο στυλογράφος</emphasis>), πήρε χαρτί (достал бумагу: «взял бумагу»; π<emphasis>αίρνω; το χαρτί</emphasis>) κ’ έγραψε ένα βιβλίο (и написал книгу).</p>
    <empty-line/>
    <p>Μια μέρα ο Φαβρίκιος έγραψε ένα βιβλίο. Κι ο ίδιος δεν ήταν ικανός να εξηγήσει πως του συνέβηκε αυτή η ιστορία. Έτσι, μια μέρα, στα καλά καθούμενα, έτυχε να μην έχει δουλειά και να βαριέται μοναχός του. Υποθέτω πως έξω έβρεχε ή φυσούσε κανένας κρύος αέρας και δεν μπορούσε ο Φαβρίκιος να πάει να χαζέψει στα πεζοδρόμια, κατά τη συνήθειά του. Είχε, άλλωστε, και κάτι ακαθόριστες ιδέες, κάτι συγκεχυμένες εικόνες, που στριφογυρίζανε από καιρό στο κεφάλι του και τον στενοχωρούσαν. Κάθισε το λοιπόν στο γραφείο του, γέμισε το στυλογράφο του, πήρε χαρτί κ’ έγραψε ένα βιβλίο.</p>
    <empty-line/>
    <p>Το χειρόγραφο, με το καλό, βρήκε το δρόμο του τυπογραφείου (рукопись благополучно оказалась в типографии: «нашла дорогу типографии»; <emphasis>με το καλό — по-хорошему; благополучно; βρίσκω; ο δρόμος; το τυπογραφείο</emphasis>). Ο Φαβρίκιος διόρθωσε τα δοκίμια με πολλή επιμέλεια (поправил корректуру с большим усердием; <emphasis>διορθώνω; το δοκίμιο — набросок; эссе; корректура</emphasis>) και, σα δέθηκε το βιβλίο (когда книга была переплетена; <emphasis>δένομαι</emphasis>), ρώτησε τι έπρεπε να το κάνει (спросил, что /ему/ с ней делать: «что следовало, чтобы /он/ с ней сделал»; <emphasis>ρωτώ; πρέπει; κάνω</emphasis>). Οι αρμόδιοι του είπανε (знающие люди сказали ему; <emphasis>ο αρμόδιος — ответственное, уполномоченноелицо; λέω</emphasis>) και το έστειλε στις εφημερίδες (/он/ разослал ее в газеты; <emphasis>στέλνω; η εφημερίδα</emphasis>), στα περιοδικά (в журналы; <emphasis>το περιοδικό</emphasis>) και στα βιβλιοπωλεία (в книжные магазины; <emphasis>το βιβλιοπωλείο</emphasis>), και τον συμβουλέψανε (/они/ посоветовали ему; <emphasis>συμβουλεύω</emphasis>) να μη σκοτίζεται πια γι’ αυτό (не беспокоиться больше об этом; <emphasis>σκοτίζομαι —омрачаться; беспокоиться; το σκοτάδι —тьма, мрак</emphasis>), επειδή τα βιβλία περπατούνε μόνα τους (потому что книги идут сами по себе; <emphasis>περπατώ</emphasis>) και ό, τι θέλουν κάνουν (и делают, что хотят; <emphasis>θέλω</emphasis>), δίχως να ακούνε τη γνώμη κανενός (не слушая ничьего мнения: «без того, чтобы слушать чье-либо мнение»; <emphasis>ακούω</emphasis>). Κι ο Φαβρίκιος γύρισε στις συνηθισμένες ασχολίες του (Фаврикий вернулся к своим привычным занятиям;<emphasis> γυρίζω; η ασχολία</emphasis>) και ήταν ήρεμος και αμέριμνος (был спокоен и беззаботен; <emphasis>μεριμνώ —заботиться, хлопотать</emphasis>) σαν ένα σπουργίτι (словно воробей).</p>
    <empty-line/>
    <p>Το χειρόγραφο, με το καλό, βρήκε το δρόμο του τυπογραφείου. Ο Φαβρίκιος διόρθωσε τα δοκίμια με πολλή επιμέλεια και, σα δέθηκε το βιβλίο, ρώτησε τι έπρεπε να το κάνει. Οι αρμόδιοι του είπανε και το έστειλε στις εφημερίδες, στα περιοδικά και στα βιβλιοπωλεία, και τον συμβουλέψανε να μη σκοτίζεται πια γι’ αυτό, επειδή τα βιβλία περπατούνε μόνα τους και ό, τι θέλουν κάνουν, δίχως να ακούνε τη γνώμη κανενός. Κι ο Φαβρίκιος γύρισε στις συνηθισμένες ασχολίες του και ήταν ήρεμος και αμέριμνος σαν ένα σπουργίτι.</p>
    <empty-line/>
    <p>Σε λίγο (вскоре: «через немного»), οι κριτικοί, αρχίσανε να μιλούνε (критики начали говорить; <emphasis>ο κριτικός; αρχίζω; μιλώ</emphasis>) για το βιβλίο του Φαβρίκιου (о книге Фаврикия). Μερικοί λέγανε (некоторые говорили) πως ήταν ένα βιβλίο πολύ νόστιμο (что книга была очень милой: «вкусной») και συμπαθητικό (симпатичной) και καθώς πρέπει (/и такой,/ какой следует), κι ο συγγραφέας (писатель), λέγανε, ήταν ένας νέος γεμάτος καλή θέληση (был юношей, полным/исполненным доброй воли) και τέτοιοι νέοι πρέπει να υποστηρίζονται (такие юноши должны поддерживаться = таких юношей нужно поддерживать; <emphasis>υποστηρίζομαι</emphasis>) για να προκόψει το έθνος (чтобы нация процветала; <emphasis>προκόβω</emphasis>). Άλλοι όμως φώναζαν (другие, однако, кричали; <emphasis>φωνάζω</emphasis>) πως ήταν ένα χαζό (что это была глупая), κουτό (простоватая), ηλίθιο (идиотская), κωμικό βιβλίο (комичная книга), μια αρλούμπα (чушь) για να σπαρταράς από τα γέλια (чтобы трястись от смеха; <emphasis>σπαρταρώ; το γέλιο</emphasis>). Κι άλλοι πως ήταν να κλαίς (а другие — чтобы плакать: «что /она/ была, чтобы плакать»; <emphasis>κλαίω</emphasis>) με τον παραλογισμό (от абсурдности; <emphasis>ο παραλογισμός</emphasis>) και την ανισορροπία του συγγραφέα (и неуравновешенности писателя; <emphasis>ο συγγραφέας</emphasis>). Κι άλλοι πάλι ζητούσανε να γίνουνε νόμοι (другие, опять же, требовали, чтобы были приняты законы: «возникли законы»; <emphasis>ζητώ; γίνομαι; ο νόμος</emphasis>) και να απαγορευτεί στους τυπογράφους (чтобы было запрещено печатникам; <emphasis>απαγορεύομαι; ο τυπογράφος</emphasis>) να τυπώνουνε τέτοια βιβλία (печатать такие книги; <emphasis>τυπώνω</emphasis>), επειδή αλλιώς θα χαλάσει ο κόσμος (потому что, в противном случае, наступит хаос: «испортится мир»; <emphasis>δεν χάλασε ο κόσμος — не важно, не стоит беспокоиться; χαλώ</emphasis>). Κι ο Φαβρίκιος δεν ήξερε (не знал; <emphasis>ξέρω</emphasis>) ποιόν να πιστέψει (кому верить; <emphasis>πιστεύω</emphasis>).</p>
    <empty-line/>
    <p>Σε λίγο, οι κριτικοί, αρχίσανε να μιλούνε για το βιβλίο του Φαβρίκιου. Μερικοί λέγανε πως ήταν ένα βιβλίο πολύ νόστιμο και συμπαθητικό και καθώς πρέπει, κι ο συγγραφέας, λέγανε, ήταν ένας νέος γεμάτος καλή θέληση και τέτοιοι νέοι πρέπει να υποστηρίζονται για να προκόψει το έθνος. Άλλοι όμως φώναζαν πως ήταν ένα χαζό, κουτό, ηλίθιο, κωμικό βιβλίο, μια αρλούμπα για να σπαρταράς από τα γέλια. Κι άλλοι πως ήταν να κλαίς με τον παραλογισμό και την ανισορροπία του συγγραφέα. Κι άλλοι πάλι ζητούσανε να γίνουνε νόμοι και να απαγορευτεί στους τυπογράφους να τυπώνουνε τέτοια βιβλία, επειδή αλλιώς θα χαλάσει ο κόσμος. Κι ο Φαβρίκιος δεν ήξερε ποιόν να πιστέψει.</p>
    <empty-line/>
    <p>Μερικοί πάλι εξηγούσανε στο κοινό (некоторые, опять же, объясняли публике; <emphasis>το κοινό</emphasis>) πως βγαίνουνε κάθε πρωί (что выходят каждое утро; <emphasis>βγαίνω</emphasis>), στην Αθήνα και στους άλλους τόπους (в Афинах и других местах; <emphasis>ο τόπος</emphasis>), εκατοντάδες βιβλία σαν το βιβλίο του Φαβρίκιου (сотни книг, подобных книге Фаврикия), μήτε καλύτερα μήτε χειρότερα (ни лучше, ни хуже), και λένε απάνω-κάτω τις ίδιες κοινοτοπίες (содержат примерно те же самые банальности: «говорят примерно те же самые банальности»; <emphasis>η κοινοτοπία</emphasis>). Και ρωτούσανε (и спрашивали) για ποιό λόγο τάχατες (по какой же причине; <emphasis>ο λόγος</emphasis>) ο Χριστιανός αυτός νόμισε (этот христианин = этот человек решил; <emphasis>νομίζω</emphasis>) πως έπρεπε να γράψει και του λόγου του ένα βιβλίο (что и ему следует написать книгу: «что следовало, чтобы и он написал книгу»; <emphasis>του λόγου μου /σου, του κλπ./ — просторечн. вместо личных местоим. я, ты, он и т. д.</emphasis>), αφού δεν είχε τίποτα να προσθέσει στη σοφία της ανθρωπότητας (поскольку = <emphasis>хотя</emphasis> ему нечего было добавить к мудрости человечества; <emphasis>προσθέτω; η ανθρωπότητα</emphasis>); Δηλαδή, πως του ήρθε αυτή η λόξα (то есть, как это ему взбрела /в голову/ такая причуда: «ему пришла такая причуда»; <emphasis>έρχομαι</emphasis>) στα καλά καθούμενα (ни с того, ни с сего); Και γιατί δεν πήγαινε καλύτερα να γίνει (и почему ему уж лучше было не стать: «почему он не шел лучше стать»; <emphasis>πηγαίνω</emphasis>) μπακάλης (бакалейщиком), μανάβης (зеленщиком) ή χασάπης (мясником), και να μας αφήνει ήσυχους (и оставить нас в покое: «оставить нас спокойными»; <emphasis>αφήνω</emphasis>); Κι ο Φαβρίκιος (но Фаврикий), μα το Θεό (Боже мой), δεν ήξερε καθόλου (совершенно не знал) για ποιο λόγο έγραψε το βιβλίο του (по какой причине он написал свою книгу).</p>
    <empty-line/>
    <p>Μερικοί πάλι εξηγούσανε στο κοινό πως βγαίνουνε κάθε πρωί, στην Αθήνα και στους άλλους τόπους, εκατοντάδες βιβλία σαν το βιβλίο του Φαβρίκιου, μήτε καλύτερα μήτε χειρότερα, και λένε απάνω-κάτω τις ίδιες κοινοτοπίες. Και ρωτούσανε για ποιό λόγο τάχατες ο Χριστιανός αυτός νόμισε πως έπρεπε να γράψει και του λόγου του ένα βιβλίο, αφού δεν είχε τίποτα να προσθέσει στη σοφία της ανθρωπότητας; Δηλαδή, πως του ήρθε αυτή η λόξα στα καλά καθούμενα; Και γιατί δεν πήγαινε καλύτερα να γίνει μπακάλης, μανάβης ή χασάπης, και να μας αφήνει ήσυχους; Κι ο Φαβρίκιος, μα το Θεό, δεν ήξερε καθόλου για ποιο λόγο έγραψε το βιβλίο του.</p>
    <empty-line/>
    <p>Μ’ αυτόν τον τρόπο (таким образом; <emphasis>ο τρόπος</emphasis>), γνώρισε από κοντά τα πράγματα του πνεύματος (он вблизи узнал интеллектуальную/духовную жизнь: «дела духа»; <emphasis>γνωρίζω; το πράγμα — вещь; предмет; мн.ч. дела; το πνεύμα</emphasis>) κ’ ήταν γεμάτος ανησυχίες (и был полон беспокойства;<emphasis>ήσυχος — спокойный; η ανησυχία — беспокойство, тревога</emphasis>).</p>
    <empty-line/>
    <p>Μ’ αυτόν τον τρόπο, γνώρισε από κοντά τα πράγματα του πνεύματος κ’ ήταν γεμάτος ανησυχίες.</p>
    <empty-line/>
    <p>Ένα βράδυ (однажды вечером: «одним вечером»), ο Φαβρίκιος βγήκε περίπατο (Фаврикий вышел на прогулку; <emphasis>βγαίνω; ο περίπατος</emphasis>) και μελετούσε με πολλή προσοχή τις κομψές διαβάτισσες (и изучал с большим вниманием элегантных прохожих дам; <emphasis>Μελετώ; ο διαβάτης / η διαβάτισσα</emphasis>), τα προγράμματα των κινηματογράφων (программы кинотеатров; <emphasis>το πρόγραμμα; ο κινηματογράφος</emphasis>) και τις βιτρίνες των πουκαμισάδων (и витрины рубашечных магазинов: «витрины тех, кто продает рубашки»; <emphasis>η βιτρίνα; ο πουκαμισάς</emphasis>). Εκεί που πήγαινε (там, где /он/ шел = когда /он вот так/ шел), δίχως να συλλογίζεται τίποτα (ни о чем не думая; <emphasis>συλλογίζομαι</emphasis>), μήτε καν το βιβλίο του (даже о своей книге: «ни о своей книге»), ξαφνικά αντάμωσε τον παλιό του γνώριμο τον Αμπανόζη (/он/ внезапно встретил своего старого знакомого Абанозиса; <emphasis>ανταμώνω; ο γνώριμος</emphasis>), που μαζί είχανε καταβροχθίσει αλησμόνητες γκιουβετσάδες (вместе с которым /они/ поглощали незабываемые ювеци; <emphasis>το γκιουβέτσι — ювеци, блюдо из баранины и кускуса, запеченных в горшочках с сыром; καταβροχθίζω</emphasis>) κ’ είχανε κατεβάσει το κρασί με τις μπουκάλες (пили вино бутылками: «спускали вино бутылками»; <emphasis>κατεβάζω — спускать, опускать; η μπουκάλα</emphasis>) κ’ είχανε μοιραστεί τις συμπάθειες των ελαφρών γυναικών (и разделяли симпатии женщин легкого поведения: «легких женщин»; <emphasis>μοιράζομαι; η συμπάθεια; η γυναίκα</emphasis>).</p>
    <empty-line/>
    <p>Ένα βράδυ, ο Φαβρίκιος βγήκε περίπατο και μελετούσε με πολλή προσοχή τις κομψές διαβάτισσες, τα προγράμματα των κινηματογράφων και τις βιτρίνες των πουκαμισάδων. Εκεί που πήγαινε, δίχως να συλλογίζεται τίποτα, μήτε καν το βιβλίο του, ξαφνικά αντάμωσε τον παλιό του γνώριμο τον Αμπανόζη, που μαζί είχανε καταβροχθίσει αλησμόνητες γκιουβετσάδες κ’ είχανε κατεβάσει το κρασί με τις μπουκάλες κ’ είχανε μοιραστεί τις συμπάθειες των ελαφρών γυναικών.</p>
    <empty-line/>
    <p>Ο Φαβρίκιος πολύ ευχαριστημένος μ’ αυτή τη συνάντηση (Фаврикий, очень довольный такой встречей; <emphasis>ευχαριστιέμαι</emphasis>), στάθηκε να καλησπερίσει το σύντροφο του (остановился, чтобы поприветствовать своего товарища: «пожелать своему товарищу доброго вечера»; <emphasis>στέκομαι; καλησπερίζω; ο σύντροφος</emphasis>), μα ο Αμπανόζης δεν ήταν πια όπως τον ήξερε (но Абанозис больше не был таким, каким /он/ его знал). Τα μούτρα του ήτανε κατσουφιασμένα (у него была угрюмая физиономия: «его физиономия была угрюмой») κ’ έμοιαζε (и /он/ походил; <emphasis>μοιάζω</emphasis>) σα να βασανίζανε τη ψυχή του (словно мучили его душу = было похоже, что мучили его душу;<emphasis> βασανίζω</emphasis>) λογιών-λογιών μπελάδες και μεράκια (всякого рода хлопоты и огорчения; <emphasis>λογιών-λογιών — разный, всякого рода; ο μπελάς; το μεράκι</emphasis>). Κοίταξε το Φαβρίκιο καλά — καλά στα μάτια (/он/ пристально: «хорошо-хорошо» посмотрел Фаврикию в глаза; <emphasis>το μάτι</emphasis>) και του μίλησε αυστηρά (и заговорил с ним сурово), σαν άνθρωπος που δεν έχει όρεξη για χωρατά (словно человек, которому было не до шуток: «который не имел аппетита для шуток»; <emphasis>το χωρατό</emphasis>): </p>
    <p>— Ώστε, το λοιπόν, κύριε Φαβρίκιε, γράφεις και βιβλία (так, значит, господин Фаврикий, /ты/ и книги пишешь);</p>
    <empty-line/>
    <p>Ο Φαβρίκιος πολύ ευχαριστημένος μ’ αυτή τη συνάντηση, στάθηκε να καλησπερίσει το σύντροφο του, μα ο Αμπανόζης δεν ήταν πια όπως τον ήξερε. Τα μούτρα του ήτανε κατσουφιασμένα κ’ έμοιαζε σα να βασανίζανε τη ψυχή του λογιώ-λογιώ μπελάδες και μεράκια. Κοίταξε το Φαβρίκιο καλά — καλά στα μάτια και του μίλησε αυστηρά, σαν άνθρωπος που δεν έχει όρεξη για χωρατά: </p>
    <p>— Ώστε, το λοιπόν, κύριε Φαβρίκιε, γράφεις και βιβλία;</p>
    <empty-line/>
    <p>Ο Φαβρίκιος συμμαζεύτηκε (отрезвел: «собрался»; <emphasis>συμμαζεύομαι — собираться; сдерживаться</emphasis>) και μονομιάς του ήρθε η ανάγκη να απολογηθεί (тотчас почувствовал необходимость оправдаться: «ему пришла необходимость оправдаться»;<emphasis> απολογούμαι</emphasis>):</p>
    <p>— Δεν τα παρατάς (брось ты это; <emphasis>Παρατώ</emphasis>), αδερφέ (брат; <emphasis>ο αδερφός</emphasis>)! Ούτε κουβέντα να γίνεται (и не говори: «пусть даже разговора не будет»). Να, μια μέρα, δεν είχα άλλη δουλειά (вот, однажды, нечего мне было делать), κ’ έτσι, για να περάσει η ώρα (и, вот, чтобы убить время: «чтобы прошло время»; <emphasis>περνώ</emphasis>), έγραψα αυτή τη φυλλάδα (/я/ написал эту книжицу). Αστεία πράγματα (пустяки)!</p>
    <p>Μα ο άλλος δεν ήτανε καθόλου διατεθειμένος (но тот не был совершенно настроен; <emphasis>η διάθεση — настроение</emphasis>) να πάρει το πράμα έτσι ελαφριά (воспринять эту новость: «взять это дело» так легко). Τουναντίον, φαινότανε (напротив, казалось; <emphasis>φαίνομαι</emphasis>) πως το έπαιρνε πολύ — πολύ στα σοβαρά (что он принимал это слишком: «очень-очень» всерьез).</p>
    <p>— Ώστε, το λοιπόν (так значит), συνέχισε στον ίδιο τόνο (продолжил он тем же тоном; <emphasis>συνεχίζω; ο τόνος</emphasis>), γράφεις και βιβλία (ты пишешь книги) και μας το κρατούσες μυστικό (и держал от нас это в секрете; <emphasis>κρατώ; το μυστικό</emphasis>);</p>
    <empty-line/>
    <p>Ο Φαβρίκιος συμμαζεύτηκε και μονομιάς του ήρθε η ανάγκη να απολογηθεί:</p>
    <p>— Δεν τα παρατάς, αδερφέ! Ούτε κουβέντα να γίνεται. Να, μια μέρα, δεν είχα άλλη δουλειά, κ’ έτσι, για να περάσει η ώρα, έγραψα αυτή τη φυλλάδα. Αστεία πράγματα!</p>
    <p>Μα ο άλλος δεν ήτανε καθόλου διατεθειμένος να πάρει το πράμα έτσι ελαφριά. Τουναντίον, φαινότανε πως το έπαιρνε πολύ — πολύ στα σοβαρά.</p>
    <p>— Ώστε, το λοιπόν, συνέχισε στον ίδιο τόνο, γράφεις και βιβλία και μας το κρατούσες μυστικό;</p>
    <empty-line/>
    <p>Ο Φαβρίκιος ντράπηκε βαθιά (Фаврикию стало очень стыдно: «застыдился глубоко»; <emphasis>ντρέπομαι</emphasis>). Κάτι πήγε να πει (/он/ что-то хотел сказать: «что-то пошел сказать»; <emphasis>πηγαίνω</emphasis>), μα μπερδέψανε τα λόγια του (но смешались его слова; <emphasis>μπερδεύω</emphasis>), βουβάθηκε και κατέβασε τα μάτια (/он/ замолчал: «онемел» и опустил глаза; <emphasis>βουβαίνομαι; κατεβάζω</emphasis>). Ο Αμπανόζης τον λυπήθηκε για την αμηχανία του (сжалился над ним из-за его замешательства; <emphasis>λυπάμαι</emphasis>) και προτίμησε να τον αφήσει ήσυχο (и решил оставить его в покое: «предпочел оставить его спокойным»; <emphasis>Προτιμώ</emphasis>). Κούνησε το κεφάλι (/он/ покачал головой; <emphasis>κουνώ</emphasis>) με οίκτο και περιφρόνηση (с сожалением и презрением; <emphasis>ο οίκτος</emphasis>) κ’ έφυγε δίχως να του δώσει το χέρι (и ушел, не протянув: «не дав» ему руки; <emphasis>δίνω; φεύγω</emphasis>).</p>
    <empty-line/>
    <p>Ο Φαβρίκιος ντράπηκε βαθιά. Κάτι πήγε να πει, μα μπερδέψανε τα λόγια του, βουβάθηκε και κατέβασε τα μάτια. Ο Αμπανόζης τον λυπήθηκε για την αμηχανία του και προτίμησε να τον αφήσει ήσυχο. Κούνησε το κεφάλι με οίκτο και περιφρόνηση κ’ έφυγε δίχως να του δώσει το χέρι.</p>
    <empty-line/>
    <p>Ο καημένος ο Φαβρίκιος (бедный Фаврикий) έμεινε καρφωμένος στο πεζοδρόμιο (остался пригвожденным к тротуару = замер на тротуаре; <emphasis>μένω; καρφώνω</emphasis>) και κοίταζε το πλήθος σα χαζός (и смотрел на толпу как глупец; <emphasis>κοιτάζω; το πλήθος</emphasis>). Οι διαβάτες που περνούσανε τριγύρω του (прохожие, которые обходили него) έμοιαζαν άνθρωποι νοικοκυραίοι (казались людьми хозяйственными), σοβαροί και πολυάσχολοι (серьезными и очень занятыми), με οικογενειακές υποχρεώσεις (с семейными обязательствами; <emphasis>η υποχρέωση</emphasis>) και χρήσιμοι στην κοινωνία (полезными обществу). Δεν είχαν ώρες για χάσιμο αυτοί (они не теряли времени: «они не имели часов для потери»; <emphasis>η ώρα; το χάσιμο</emphasis>). Δεν τους έμενε καιρός να καταγίνονται με τη λογοτεχνία (у них не оставалось времени заниматься литературой; <emphasis>καταγίνομαι</emphasis>), ούτε και είχανε βέβαια καμιά όρεξη για τέτοιες ελαφρότητες (да и не было у них, конечно, никакого желания заниматься такими легкомысленными вещами; <emphasis>η ελαφρότητα</emphasis>). Ο Φαβρίκιος αισθάνθηκε ένοχος ανάμεσά τους (почувствовал себя виноватым среди них; <emphasis>αισθάνομαι</emphasis>).</p>
    <empty-line/>
    <p>Ο καημένος ο Φαβρίκιος έμεινε καρφωμένος στο πεζοδρόμιο και κοίταζε το πλήθος σα χαζός. Οι διαβάτες που περνούσανε τριγύρω του έμοιαζαν άνθρωποι νοικοκυραίοι, σοβαροί και πολυάσχολοι, με οικογενειακές υποχρεώσεις και χρήσιμοι στην κοινωνία. Δεν είχαν ώρες για χάσιμο αυτοί. Δεν τους έμενε καιρός να καταγίνονται με τη λογοτεχνία, ούτε και είχανε βέβαια καμιά όρεξη για τέτοιες ελαφρότητες. Ο Φαβρίκιος αισθάνθηκε ένοχος ανάμεσά τους.</p>
    <empty-line/>
    <p>— Τι θα λέγανε άραγε για μένα (что бы говорили обо мне) όλοι αυτοί οι τίμιοι πολίτες (все эти почтенные граждане; <emphasis>ο πολίτης</emphasis>), συλλογίστηκε (подумал /он/), αν ξέρανε πως έγραψα ένα βιβλίο (если /бы/ знали, что /я/ написал книгу);</p>
    <empty-line/>
    <p>— Τι θα λέγανε άραγε για μένα όλοι αυτοί οι τίμιοι πολίτες, συλλογίστηκε, αν ξέρανε πως έγραψα ένα βιβλίο;</p>
    <empty-line/>
    <p>Το ίδιο βράδυ (тем же вечером), λίγο παρακάτω (немного подальше), ο Φαβρίκιος, πολύ αφαιρεμένος κατά τη συνήθειά του (очень рассеянный, как обычно: «по своему обычаю»), σκόνταψε στο στενό του φίλο τον Μπαμπάνη (наткнулся на своего близкого друга Бабаниса; <emphasis>σκοντάφτω — споткнуться; натолкнуться, столкнуться; ο φίλος</emphasis>). Για μια στιγμή φοβήθηκε (на миг /он/ испугался; <emphasis>φοβάμαι</emphasis>) μήπως αρχίσει και τούτος τα καμώματα του Αμπανόζη (как бы и он не начал жеманничать подобно Абанозису: «как бы и этот не начал жеманство Абанозиса»; <emphasis>τα καμώματα /мн.ч./ — жеманство; притворство</emphasis>), μα γρήγορα διαλύθηκαν οι ανησυχίες του (но его тревоги быстро рассеялись; <emphasis>διαλύομαι</emphasis>) γιατί είδε (поскольку /он/ увидел; <emphasis>βλέπω</emphasis>) πως ο φίλος του είχε εξαιρετικά κέφια (что его друг был в отличном настроении; <emphasis>το κέφι — хорошее, веселое настроение</emphasis>). Ο Μπαμπάνης ήταν όλο χαρές (был весь радость; <emphasis>η χαρά</emphasis>) και γέλια (смех) και περιποιήσεις (и предупредительность = был само веселье, смех и предупредительность; <emphasis>η περιποίηση</emphasis>). Πήρε το Φαβρίκιο από το μπράτσο (он взял Фаврикия под руку; <emphasis>το μπράτσο</emphasis>), τον κέρασε (угостил его; <emphasis>κερνώ</emphasis>) και του μίλησε με πολύ μπρίο για γυναίκες (поговорил с ним весело о женщинах; <emphasis>το μπρίο — веселое настроение, веселость; жизнерадостность</emphasis>), για ταβέρνες (о тавернах; <emphasis>η ταβέρνα</emphasis>) και κοινωνικά σκάνδαλα (об общественных скандалах; <emphasis>το σκάνδαλο</emphasis>). Μόνο για το βιβλίο του (только о книге) δεν του είπε τσιμουδιά (ни слова ни сказал; <emphasis>τσιμουδιά! — ни слова!; молчок!</emphasis>).</p>
    <empty-line/>
    <p>Το ίδιο βράδυ, λίγο παρακάτω, ο Φαβρίκιος, πολύ αφαιρεμένος κατά τη συνήθειά του, σκόνταψε στο στενό του φίλο τον Μπαμπάνη. Για μια στιγμή φοβήθηκε μήπως αρχίσει και τούτος τα καμώματα του Αμπανόζη, μα γρήγορα διαλύθηκαν οι ανησυχίες του γιατί είδε πως ο φίλος του είχε εξαιρετικά κέφια. Ο Μπαμπάνης ήταν όλο χαρές και γέλια και περιποιήσεις. Πήρε το Φαβρίκιο από το μπράτσο, τον κέρασε και του μίλησε με πολύ μπρίο για γυναίκες, για ταβέρνες και κοινωνικά σκάνδαλα. Μόνο για το βιβλίο του δεν του είπε τσιμουδιά.</p>
    <empty-line/>
    <p>Μα σαν ήτανε να χωριστούνε (но когда они должны были расстаться; <emphasis>χωρίζομαι</emphasis>), του χτύπησε τον ώμο με μεγάλη εγκαρδιότητα (он похлопал его по плечу с большой сердечностью; <emphasis>χτυπώ; ο ώμος</emphasis>) και του σφύριξε στο αυτί (и прошептал ему на ухо; <emphasis>σφυρίζω</emphasis>):</p>
    <p>— Γεια σου, Φαβρίκιε (пока, Фаврикий), και εις ανωτέρα (так держать: «выше»)! Εσένα περιμέναμε (/только/ тебя ждали; <emphasis>περιμένω</emphasis>)!</p>
    <p>Και πάτησε κάτι γέλια πολύ κοροϊδευτικά (и издевательски захохотал; <emphasis>πατώ — наступать; нажимать; πατώ γέλια /πατάω δουλειά κ. λ. π/ — сильно смеяться /много работать и т. д./; κοροϊδεύω — насмехаться, издеваться</emphasis>).</p>
    <empty-line/>
    <p>Μα σαν ήτανε να χωριστούνε, του χτύπησε τον ώμο με μεγάλη εγκαρδιότητα και του σφύριξε στο αυτί:</p>
    <p>— Γεια σου, Φαβρίκιε, και εις ανωτέρα! Εσένα περιμέναμε!</p>
    <p>Και πάτησε κάτι γέλια πολύ κοροϊδευτικά.</p>
    <empty-line/>
    <p>Ο καημένος ο Φαβρίκιος αισθάνθηκε (бедный Фаврикий почувствовал) πως ήταν γελοίος (что он смешон). Μετανόησε πικρά για τη κουτουράδα του (он горько раскаялся в своем необдуманном поступке; <emphasis>μετανοώ</emphasis>) και συλλογίστηκε πως θα ήταν φρόνιμο (подумал, что было бы разумно) να γυρίσει σπίτι του (вернуться домой; <emphasis>γυρίζω</emphasis>) και να μείνει μέσα μερικές μέρες (и остаться там: «внутри» несколько дней), ως ότου ξεχαστούν οι δυσάρεστες εντυπώσεις (пока не забудутся неприятные впечатления; <emphasis>ξεχνιέμαι; η εντύπωση</emphasis>) που είχε προκαλέσει (которые он вызвал; <emphasis>προκαλώ</emphasis>). Μα, ενώ πήγαινε (но, пока он шел /домой/), αντάμωσε δύο γνωστούς του (/он/ повстречал двух знакомых; <emphasis>ο γνωστός</emphasis>), πολύ σοβαρούς και αξιοπρεπείς (очень серьезных и достойных), που περάσανε δίπλα του (которые прошли мимо него: «рядом с ним»), με ύφος πειραγμένο (с оскорбленным видом; <emphasis>πειράζω — дразнить; обижать; το ύφος</emphasis>), χωρίς να τον χαιρετήσουν (не поздоровавшись с ним; <emphasis>χαιρετώ</emphasis>).</p>
    <empty-line/>
    <p>Ο καημένος ο Φαβρίκιος αισθάνθηκε πως ήταν γελοίος. Μετανόησε πικρά για τη κουτουράδα του και συλλογίστηκε πως θα ήταν φρόνιμο να γυρίσει σπίτι του και να μείνει μέσα μερικές μέρες, ως ότου ξεχαστούν οι δυσάρεστες εντυπώσεις που είχε προκαλέσει. Μα, ενώ πήγαινε, αντάμωσε δύο γνωστούς του, πολύ σοβαρούς και αξιοπρεπείς, που περάσανε δίπλα του, με ύφος πειραγμένο, χωρίς να τον χαιρετήσουν.</p>
    <empty-line/>
    <p>Από κείνη τη μέρα (с того дня), ο Μπαμπάνης κ’ ο Αμπανόζης κόψανε κάθε σχέση με το Φαβρίκιο (порвали все связи: «отрезали всякую связь» с Фаврикием; <emphasis>κόβω</emphasis>). Μερικοί άλλοι από τους φίλους του (некоторые из его друзей) ακολούθησαν το παράδειγμά τους (последовали их примеру; <emphasis>ακολουθώ</emphasis>). Ο δύσμοιρος ο συγγραφέας (злополучный писатель) είδε τις συμπάθειές του (наблюдал, как его симпатии = его друзья) να λιγοστεύουν τρομαχτικά (катастрофически: «ужасающе» сокращаются; <emphasis>λιγοστεύω; ο τρόμος — ужас, страх</emphasis>). Άλλοτε, πολλοί άνθρωποι τον ευνοούσαν (раньше, многие люди благоволили к нему;<emphasis> ευνοώ</emphasis>) και τον επαινούσαν (и хвалили его; <emphasis>επαινώ</emphasis>). Τώρα, όλοι σχεδόν μιλούσαν γι’ αυτόν (ныне, почти все говорили о нем) με δισταγμούς (с сомнениями; <emphasis>ο δισταγμός</emphasis>), με επιφυλάξεις (со сдержанностью; <emphasis>η επιφύλαξη</emphasis>), με τη μεγαλύτερη αυστηρότητα (с большей строгостью).</p>
    <empty-line/>
    <p>Από κείνη τη μέρα, ο Μπαμπάνης κ’ ο Αμπανόζης κόψανε κάθε σχέση με το Φαβρίκιο. Μερικοί άλλοι από τους φίλους του ακολούθησαν το παράδειγμά τους. Ο δύσμοιρος ο συγγραφέας είδε τις συμπάθειές του να λιγοστεύουν τρομαχτικά. Άλλοτε, πολλοί άνθρωποι τον ευνοούσαν και τον επαινούσαν. Τώρα, όλοι σχεδόν μιλούσαν γι’ αυτόν με δισταγμούς, με επιφυλάξεις, με τη μεγαλύτερη αυστηρότητα.</p>
    <empty-line/>
    <p>Αρκετοί αποφεύγανε να τον πλησιάσουν (многие избегали приближаться к нему; <emphasis>αποφεύγω; πλησιάζω</emphasis>) για να μη νομίσει πως είχανε την ανάγκη του (чтобы /он/ не подумал, что он им нужен: «что /они/ имели в нем нужду») και το πάρει απάνω του (и не зазнался: «взял на себя»; <emphasis>το παίρνω απάνω μου — зазнаваться</emphasis>). Κι άλλοι τον μεταχειριζόντανε (а другие обращались с ним; <emphasis>μεταχειρίζομαι</emphasis>) με μια παγερή, σχεδόν περιφρονητική αδιαφορία (с ледяным, почти презрительным безразличием; <emphasis>ο πάγος — лед</emphasis>), για να του δείξουνε (чтобы показать ему; <emphasis>δείχνω</emphasis>) πως δεν του έδιναν καμιά ιδιαίτερη σημασία (что /они/ не придавали ему никакого особого значения; <emphasis>δίνω</emphasis>). Κάμποσοι τον κοίταζαν μ’ ένα ύφος δύσπιστο (многие смотрели на него с недоверием: «с недоверчивым видом»; <emphasis>η πίστη — вера</emphasis>), σα να περίμεναν απ’ αυτόν κάτι κακό (как будто ждали от него чего-то плохого).</p>
    <empty-line/>
    <p>Αρκετοί αποφεύγανε να τον πλησιάσουν για να μη νομίσει πως είχανε την ανάγκη του και το πάρει απάνω του. Κι άλλοι τον μεταχειριζόντανε με μια παγερή, σχεδόν περιφρονητική αδιαφορία, για να του δείξουνε πως δεν του έδιναν καμιά ιδιαίτερη σημασία. Κάμποσοι τον κοίταζαν μ’ ένα ύφος δύσπιστο, σα να περίμεναν απ’ αυτόν κάτι κακό.</p>
    <empty-line/>
    <p>Υπήρχαν άνθρωποι (были люди; <emphasis>υπάρχω — существовать</emphasis>) που του μιλούσαν από καθέδρας για τα ζητήματα του πνεύματος (которые вещали ему о духовных вопросах; <emphasis>η καθέδρα — сидение, кресло; μιλώ από καθέδρας — вещать; το ζήτημα</emphasis>) και του λέγανε (и говорили ему), με το πιο ακαδημαϊκό ύφος (с ученым видом: «с самым академическим видом»), λόγια διφορούμενα (двусмысленные слова):</p>
    <p>— Φυσικά (естественно), δεν είναι δυνατό (невозможно) να γίνει σήμερα (чтобы произошла сегодня) καμιά σοβαρή δουλειά στα ελληνικά γράμματα (какая-нибудь серьезная работа в греческой литературе = в греческой литературе сегодня не может быть написано ничего серьезного; <emphasis>το γράμμα — буква; τα γράμματα — мн.ч. литература</emphasis>)...</p>
    <empty-line/>
    <p>Υπήρχαν άνθρωποι που του μιλούσαν από καθέδρας για τα ζητήματα του πνεύματος και του λέγανε, με το πιο ακαδημαϊκό ύφος, λόγια διφορούμενα:</p>
    <p>— Φυσικά, δεν είναι δυνατό να γίνει σήμερα καμιά σοβαρή δουλειά στα ελληνικά γράμματα...</p>
    <empty-line/>
    <p>Κι άλλοι τον έπαιρναν μπράτσο (другие брали его под руку) και του λέγανε σε τόνο φιλικό κ’ εμπιστευτικό (и говорили ему тоном дружеским и доверительным): </p>
    <p>— Δεν υπάρχει (не существует), φίλε μου (друг мой), γνήσια πνευματική ζωή στον τόπο μας (истинной духовной жизни в нашей стране: «в нашем месте»). Όλα τα βιβλία που γράφονται (все книги, которые пишутся) είναι ψεύτικα και κούφια (фальшивы и пусты), όλα τα βιβλία, όλα τα βιβλία (все книги, все книги)...</p>
    <p>Κι ο καημένος ο Φαβρίκιος (бедный Фаврикий) τα κατάπινε όλα (проглатывал все это; <emphasis>καταπίνω</emphasis>) και δεν μιλούσε (и не говорил).</p>
    <empty-line/>
    <p>Κι άλλοι τον έπαιρναν μπράτσο και του λέγανε σε τόνο φιλικό κ’ εμπιστευτικό: </p>
    <p>— Δεν υπάρχει, φίλε μου, γνήσια πνευματική ζωή στον τόπο μας. Όλα τα βιβλία που γράφονται είναι ψεύτικα και κούφια, όλα τα βιβλία, όλα τα βιβλία...</p>
    <p>Κι ο καημένος ο Φαβρίκιος τα κατάπινε όλα και δεν μιλούσε.</p>
    <empty-line/>
    <p>Μερικοί σοβαροί άνθρωποι (некоторые серьезные люди) που εκτιμούσαν άλλοτε το Φαβρίκιο (которые ценили раньше Фаврикия; <emphasis>εκτιμώ</emphasis>) λέγανε τώρα με ύφος λυπημένο (говорили теперь с грустным видом):</p>
    <p>— Αυτό το παιδί (этот парень: «этот ребенок») κάτι μπορούσε να κάνει στη ζωή (мог что-нибудь сделать в жизни = мог достичь чего-нибудь в жизни). Μα τώρα, βλέπετε, με τη λογοτεχνία (но теперь, видите ли, из-за литературы)...</p>
    <p>Άλλοι μουρμούριζαν (другие бормотали; <emphasis>μουρμουρίζω</emphasis>):</p>
    <p>— Δεν κάθεται καλύτερα να διαβάσει (уж лучше бы /он/ сел да почитал: «не сел /бы/ он лучше почитать»; <emphasis>κάθομαι; διαβάζω</emphasis>), να μορφωθεί (поучился; <emphasis>μορφώνομαι</emphasis>), να γίνει άνθρωπος (стал человеком), μόνο θέλει να γράφει βιβλία (/а то/ только книги хочет писать)!</p>
    <empty-line/>
    <p>Μερικοί σοβαροί άνθρωποι που εκτιμούσαν άλλοτε το Φαβρίκιο λέγανε τώρα με ύφος λυπημένο:</p>
    <p>— Αυτό το παιδί κάτι μπορούσε να κάνει στη ζωή. Μα τώρα, βλέπετε, με τη λογοτεχνία...</p>
    <p>Άλλοι μουρμούριζαν:</p>
    <p>— Δεν κάθεται καλύτερα να διαβάσει, να μορφωθεί, να γίνει άνθρωπος, μόνο θέλει να γράφει βιβλία!</p>
    <empty-line/>
    <p>Κι άλλοι προσθέτανε με ειρωνικό σκεπτικισμό (другие добавляли с ироничным скептицизмом; <emphasis>ο σκεπτικισμός</emphasis>):</p>
    <p>— Βγήκε τώρα κι αυτός να κάνει το σπουδαίο (вот и этот теперь объявился, чтобы важного из себя строить: «вышел сейчас и этот, чтобы важничать»; <emphasis>σπουδαίος — важный, значительный; κάνω σπουδαίο — важничать; βγαίνω</emphasis>). Βγήκανε κι άλλοι πολλοί (объявлялись и многие другие) και τους είδαμε τα χάλια τους (да убогими оказались: «мы их увидели в их убогом положении»).</p>
    <empty-line/>
    <p>Κι άλλοι προσθέτανε με ειρωνικό σκεπτικισμό:</p>
    <p>— Βγήκε τώρα κι αυτός να κάνει το σπουδαίο. Βγήκανε κι άλλοι πολλοί και τους είδαμε τα χάλια τους.</p>
    <empty-line/>
    <p>Αρκετοί μιλούσανε γι’ αυτόν με οργή (многие говорили о нем с гневом) και τον κατηγορούσανε δυνατά (и обвиняли его громко; <emphasis>κατηγορώ</emphasis>) για τη φαυλότητα (в порочности), τον αριβισμό (авантюризме; <emphasis>ο αριβισμός</emphasis>) και την κακοήθεια του χαρακτήρα του (и бессовестности его характера; <emphasis>ο χαρακτήρας</emphasis>). Και κείνοι που άκουγαν τις αυστηρές κρίσεις (а те, кто слышал /эти/ строгие суждения; <emphasis>η κρίση</emphasis>) έτρεχαν αμέσως (бежали тотчас; <emphasis>τρέχω</emphasis>) και τα επαναλάμβαναν όλα στο Φαβρίκιο (и повторяли все Фаврикию; <emphasis>επαναλαμβάνω</emphasis>) με το νι και με το σίγμα (в подробностях: «с ни и с сигмой»):</p>
    <p>— Ξέρεις τι λέγανε για σένα (знаешь, что говорили о тебе), χτες το βράδυ στου Τάδε (вчера вечером у Того-то); Λέγανε το και το (говорили то-то и то-то).</p>
    <empty-line/>
    <p>Αρκετοί μιλούσανε γι’ αυτόν με οργή και τον κατηγορούσανε δυνατά για τη φαυλότητα, τον αριβισμό και την κακοήθεια του χαρακτήρα του. Και κείνοι που άκουγαν τις αυστηρές κρίσεις έτρεχαν αμέσως και τα επαναλάμβαναν όλα στο Φαβρίκιο με το νι και με το σίγμα:</p>
    <p>— Ξέρεις τι λέγανε για σένα, χτες το βράδυ στου Τάδε; Λέγανε το και το.</p>
    <empty-line/>
    <p>Κι ο άμοιρος ο Φαβρίκιος (несчастный Фаврикий; <emphasis>η μοίρα — удел, судьба</emphasis>) δεν κατόρθωνε να καταλάβει (не мог понять; <emphasis>καταλαβαίνω; κατορθώνω — добиваться; достигать</emphasis>) για ποιό λόγο τέλος πάντων (по какой причине, в конце концов) όλοι αυτοί οι άνθρωποι εννοούσαν να καταγίνονται μαζί του (все эти люди намеревались заниматься им; <emphasis>εννοώ — намереваться; иметь в виду</emphasis>) ενώ αυτός δεν είχε καθόλου την πρόθεση να καταγίνεται μαζί τους (тогда как у него самого не было никакого намерения заниматься ими).</p>
    <empty-line/>
    <p>Κι ο άμοιρος ο Φαβρίκιος δεν κατόρθωνε να καταλάβει για ποιό λόγο τέλος πάντων όλοι αυτοί οι άνθρωποι εννοούσαν να καταγίνονται μαζί του ενώ αυτός δεν είχε καθόλου την πρόθεση να καταγίνεται μαζί τους.</p>
    <empty-line/>
    <p>Στο τέλος ο Φαβρίκιος κουράστηκε πολύ μ’ αυτές τις συζητήσεις (в конце концов, Фаврикий очень устал от этих разговоров; <emphasis>κουράζομαι; η συζήτηση</emphasis>) και πήγε να γυρέψει λίγη παρηγοριά κοντά στις γυναίκες (и отправился искать утешения: «немного утешения» у женщин; <emphasis>γυρεύω</emphasis>). Μα κι αυτές τον υποδέχτηκαν (но и они его приняли; <emphasis>υποδέχομαι</emphasis>) όπως του άξιζε (как /он/ этого заслуживал: «как для него было достойно»; <emphasis>αξίζω</emphasis>).</p>
    <empty-line/>
    <p>Στο τέλος ο Φαβρίκιος κουράστηκε πολύ μ’ αυτές τις συζητήσεις και πήγε να γυρέψει λίγη παρηγοριά κοντά στις γυναίκες. Μα κι αυτές τον υποδέχτηκαν όπως του άξιζε.</p>
    <empty-line/>
    <p>Η Τερψιχόρη του ψιθύρισε σιγά-σιγά (Терпсихора прошептала ему чуть слышно: «тихо-тихо»; <emphasis>ψιθυρίζω</emphasis>) μ’ ένα βλέμμα γεμάτο τρυφερότητα (со взглядом, исполненным нежности; <emphasis>το βλέμμα</emphasis>):</p>
    <p>— Ποτέ μου δεν φανταζόμουνα (/я/ и представить себе не могла: «никогда /я/ не представляла»; <emphasis>φαντάζομαι</emphasis>) πως είστε ικανός να γράψετε ένα βιβλίο (что вы способны написать книгу).</p>
    <p>Κι ο Φαβρίκιος δεν ήξερε τι ν’ απαντήσει (не знал, что и ответить; <emphasis>απαντώ</emphasis>) κ’ είχε ένα ύφος πολύ ηλίθιο (и выглядел очень глупо: «имел вид очень глупый»).</p>
    <empty-line/>
    <p>Η Τερψιχόρη του ψιθύρισε σιγά-σιγά μ’ ένα βλέμμα γεμάτο τρυφερότητα:</p>
    <p>— Ποτέ μου δεν φανταζόμουνα πως είστε ικανός να γράψετε ένα βιβλίο.</p>
    <p>Κι ο Φαβρίκιος δεν ήξερε τι ν’ απαντήσει κ’ είχε ένα ύφος πολύ ηλίθιο.</p>
    <empty-line/>
    <p>Η Ανδρομάχη όμως του δήλωσε (Андромаха, однако, заявила ему; <emphasis>δηλώνω</emphasis>) μ’ ένα γλυκύτατο χαμόγελο (с милейшей улыбкой: «сладчайшей улыбкой»; <emphasis>το χαμόγελο</emphasis>):</p>
    <p>— Είμαι σίγουρη (/я/ уверена) πως μπορείτε να κάνετε (что /вы/ можете заняться: «делать») και κάτι καλύτερο στη ζωή σας (чем-нибудь получше в жизни).</p>
    <p>Κι ο Φαβρίκιος δεν ήξερε (Фаврикий не знал) αν έπρεπε να πει ευχαριστώ (должен ли /он/ сказать спасибо).</p>
    <empty-line/>
    <p>Η Ανδρομάχη όμως του δήλωσε μ’ ένα γλυκύτατο χαμόγελο:</p>
    <p>— Είμαι σίγουρη πως μπορείτε να κάν,ετε και κάτι καλύτερο στη ζωή σας.</p>
    <p>Κι ο Φαβρίκιος δεν ήξερε αν έπρεπε να πει ευχαριστώ.</p>
    <empty-line/>
    <p>Μα όταν πήγε (а когда он отправился) να υποβάλει τα σέβη του στη Κλυταιμνήστρα (выразить свое почтение Клитемнестре; <emphasis>υποβάλλω — подавать; предлагать; το σέβας</emphasis>) και να της κάμει κομπλιμέντα (и рассыпаться в комплиментах: «сделать ей комплименты»), αυτή τράβηξε τα μαλλιά της (/она/ стала драть на себе волосы; <emphasis>τραβώ</emphasis>), έσκισε τα μάγουλά της με τα νύχια της (расцарапала щеки ногтями; <emphasis>σκίζω; το μάγουλο; το νύχι</emphasis>) κ’ έμπηξε τις φωνές (и подняла крик; <emphasis>μπήγω — вбивать; втыкать; η φωνή — голос</emphasis>):</p>
    <p>— Ω αφήστε πια τη λογοτεχνία, φίλε μου (оставьте литературу, друг мой)! Φτάνει πια η λογοτεχνία (хватит уже литературы)! Βαρέθηκα τη λογοτεχνία (надоела мне литература; <emphasis>βαριέμαι</emphasis>)! Σιχάθηκα τη λογοτεχνία (мне противна литература: «я чувствую отвращение к литературе»; <emphasis>σιχαίνομαι</emphasis>)! Όλο λογοτεχνία (все литература), λογοτεχνία, λογοτεχνία, δεν μπορώ (не могу), δεν αντέχω (не выношу), θα σκάσω (я лопну; <emphasis>σκάω</emphasis>)! ...</p>
    <empty-line/>
    <p>Μα όταν πήγε να υποβάλει τα σέβη του στη Κλυταιμνήστρα και να της κάμει κομπλιμέντα, αυτή τράβηξε τα μαλλιά της, έσκισε τα μάγουλά της με τα νύχια της κ’ έμπηξε τις φωνές:</p>
    <p>— Ω αφήστε πια τη λογοτεχνία, φίλε μου! Φτάνει πια η λογοτεχνία! Βαρέθηκα τη λογοτεχνία! Σιχάθηκα τη λογοτεχνία! Όλο λογοτεχνία, λογοτεχνία, λογοτεχνία, δεν μπορώ, δεν αντέχω, θα σκάσω!...</p>
    <empty-line/>
    <p>Ο Φαβρίκιος έφυγε σαν παλαβός (Фаврикий убежал как сумасшедший = сломя голову), αναποδογυρίζοντας τα έπιπλα (опрокидывая мебель; <emphasis>αναποδογυρίζω; το έπιπλο</emphasis>) και κατρακυλώντας τις σκάλες (скатившись кубарем с лестницы;<emphasis>κατρακυλώ; η σκάλα</emphasis>), κ’ έτρεξε να ζητήσει τη σωτηρία του κοντά στη Μελπομένη (побежал искать спасения у Мельпомены: «рядом с Мельпоменой»). Εκείνη, ψυχρή (холодная), αλύγιστη (непреклонная), αδυσώπητη (безжалостная), τον κοίταξε καλά μες στα μάτια (посмотрела ему пристально: «хорошо» в глаза; <emphasis>κοιτάζω</emphasis>) και του μίλησε ξερά και αποφθεγματικά (и заговорила с ним сухо и сентенциозно):</p>
    <p>— Υπάρχουν άνθρωποι (есть люди), είπε (сказала /она/), που ζούνε τη ζωή τους (которые проживают свою жизнь; <emphasis>ζω</emphasis>), κι άλλοι (/но есть/ и те) που προτιμούν να τη γράφουν (которые предпочитают писать о ней: «писать её») αντί να τη ζουν (вместо того, чтобы ее проживать).</p>
    <p>Κι ο δύστηνος ο Φαβρίκιος (несчастный Фаврикий) είχε όρεξη να πεθάνει (захотел умереть: «имел аппетит умереть»; <emphasis>πεθαίνω</emphasis>).</p>
    <empty-line/>
    <p>Ο Φαβρίκιος έφυγε σαν παλαβός, αναποδογυρίζοντας τα έπιπλα και κατρακυλώντας τις σκάλες, κ’ έτρεξε να ζητήσει τη σωτηρία του κοντά στη Μελπομένη. Εκείνη, ψυχρή, αλύγιστη, αδυσώπητη, τον κοίταξε καλά μες στα μάτια και του μίλησε ξερά και αποφθεγματικά:</p>
    <p>— Υπάρχουν άνθρωποι, είπε, που ζούνε τη ζωή τους, κι άλλοι που προτιμούν να τη γράφουν αντί να τη ζουν.</p>
    <p>Κι ο δύστηνος ο Φαβρίκιος είχε όρεξη να πεθάνει.</p>
    <empty-line/>
    <p>— Δεν το έκανα επίτηδες (/я/ сделал это ненарочно), έλεγε μέσα του ο Φαβρίκιος (говорил про себя Фаврикий) με σπαραγμό ψυχής (в душевных терзаниях: «с терзанием души»; <emphasis>ο σπαραγμός</emphasis>). Μάρτυράς μου ο Θεός (Господь — свидетель) πως δεν το έκανα επίτηδες (/я/ сделал это ненарочно). Έτσι χωρίς κ’ εγώ ο ίδιος να το καταλάβω πως έγινε (и сам /толком/ не поняв, как /это/ произошло: «так, без того, чтобы и я сам понял, как /это/ произошло»), κάθισα κ’ έγραψα ένα βιβλίο (/я/ сел и написал книгу<emphasis>; κάθομαι</emphasis>). Ανάθεμα, χίλιες φορές ανάθεμα (проклятие, тысячу раз проклятие; <emphasis>το ανάθεμα</emphasis>) την ώρα και τη στιγμή (на тот час и тот миг = будь проклят, тысячу раз проклят тот час и тот миг)! Κάλλιο να έσπαγα το χέρι μου (лучше бы я сломал руку; <emphasis>σπάω</emphasis>), κάλλιο να καιγότανε το σπίτι μου μαζί με το χειρόγραφο (лучше бы сгорел мой дом вместе с рукописью; <emphasis>καίγομαι; το χειρόγραφο</emphasis>). Μα τώρα πια (но теперь) ό, τι έγινε έγινε (что случилось, /то/ случилось). Όλος ο κόσμος γνωρίζει το τρομερό βίτσιο μου (весь мир знает о моем ужасном пристрастии; <emphasis>το βίτσιο</emphasis>). Βγήκε το όνομά μου, αλίμονο (прославилось мое имя, увы: «вышло мое имя, увы»)!</p>
    <empty-line/>
    <p>— Δεν το έκανα επίτηδες, έλεγε μέσα του ο Φαβρίκιος με σπαραγμό ψυχής. Μάρτυράς μου ο Θεός πως δεν το έκανα επίτηδες. Έτσι χωρίς κ’ εγώ ο ίδιος να το καταλάβω πως έγινε, κάθισα κ’ έγραψα ένα βιβλίο. Ανάθεμα, χίλιες φορές ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή! Κάλλιο να έσπαγα το χέρι μου, κάλλιο να καιγότανε το σπίτι μου μαζί με το χειρόγραφο. Μα τώρα πια ό, τι έγινε έγινε. Όλος ο κόσμος γνωρίζει το τρομερό βίτσιο μου. Βγήκε το όνομά μου, αλίμονο!</p>
    <empty-line/>
    <p>Ό, τι κι αν πω στο εξής (что бы /я/ впредь не сказал: «что /я/ не скажу впредь»;<emphasis> λέω</emphasis>), ό, τι κι αν κάνω (что бы не сделал: «что не сделаю»), όσο κι αν προσπαθήσω να εξαγνιστώ στα μάτια τους (сколько бы ни пытался обелить себя в их глазах; <emphasis>αγνός — чистый, непорочный; честный; εξαγνίζω — искупать /вину/; заглаживать /ошибку/; προσπαθώ</emphasis>), θα με κοιτάζουν πάντα όλοι με ύφος αμυντικό (на меня всегда будут все смотреть с настороженным видом: «с оборонительным видом»), σα να προετοιμάζω κι άλλο βιβλίο (словно я готовлю другую книгу). Αφού λοιπόν (ну и поскольку), είτε έτσι, είτε αλλιώς (так или иначе), ο λεκές θα μου μείνει στο μέτωπο για όλη τη ζωή (пятно останется у меня на лбу на всю жизнь; <emphasis>το μέτωπο</emphasis>), ας συνεχίσω καρτερικά το δρόμο της μοίρας (я продолжу стойко путь судьбы).</p>
    <empty-line/>
    <p>Ό, τι κι αν πω στο εξής, ό, τι κι αν κάνω, όσο κι αν προσπαθήσω να εξαγνιστώ στα μάτια τους, θα με κοιτάζουν πάντα όλοι με ύφος αμυντικό, σα να προετοιμάζω κι άλλο βιβλίο. Αφού λοιπόν, είτε έτσι, είτε αλλιώς, ο λεκές θα μου μείνει στο μέτωπο για όλη τη ζωή, ας συνεχίσω καρτερικά το δρόμο της μοίρας.</p>
    <empty-line/>
    <p>Κι ο καημένος ο Φαβρίκιος (и бедный Фаврикий), με σφιγμένη την καρδιά (со сжатым сердцем; <emphasis>σφίγγω — сжимать</emphasis>), γέμισε πάλι το στυλογράφο του (наполнил опять свою ручку) κ’ έγραψε άλλο ένα βιβλίο (и написал еще одну книгу). Μα, σα βγήκε το δεύτερο βιβλίο του (но, как только вышла вторая его книга), όλοι τρέξανε να του πούνε (все поспешили: «побежали» сказать ему) πως το πρώτο ήταν ασυγκρίτως ανώτερο (что первая была несравнимо лучше: «выше»).</p>
    <empty-line/>
    <p>Κι ο καημένος ο Φαβρίκιος, με σφιγμένη την καρδιά, γέμισε πάλι το στυλογράφο του κ’ έγραψε άλλο ένα βιβλίο. Μα, σα βγήκε το δεύτερο βιβλίο του, όλοι τρέξανε να του πούνε πως το πρώτο ήταν ασυγκρίτως ανώτερο.</p>
    <empty-line/>
    <empty-line/>
    <empty-line/>
   </section>
  </section>
  <section>
   <title>
    <p>Σιμόνη την έλεγαν</p>
    <p>(Ее звали Симона)</p>
   </title>
   <empty-line/>
   <p>Ήταν ένας ωραίος νέος (/он/ был красивым юношей), ψηλός (высоким), καλοφτιαγμένος (хорошо сложенным; <emphasis>φτιάχνω — делать; καλοφτιαγμένος — хорошо сделанный; хорошо сложенный</emphasis>), με πυκνά ξανθά μαλλιά (с густыми светлыми волосами) και γαλανά μάτια (голубыми глазами), με αρχοντικό παράστημα (с дворянской внешностью; <emphasis>ο άρχοντας — дворянин, аристократ; правитель; το παράστημα — осанка, выправка; представительная внешность</emphasis>) και με μια απλή και πολύ διακριτική ευγένεια (с простым и очень деликатным благородством) στο ύφος και στους τρόπους (в выражении и манерах; <emphasis>το ύφος — вид; стиль; выражение</emphasis>), μια αυθόρμητη ευγένεια της ράτσας (спонтанным прирожденным благородством: «спонтанным благородством породы»; <emphasis>η ράτσα</emphasis>) που προκαλούσε τριγύρω του (которое вызывало вокруг него; <emphasis>προκαλώ(ε)</emphasis>) μια ανήσυχη συμπάθεια (беспокойную симпатию), ανακατωμένη με περιέργεια και με σεβασμό (смешанную с любопытством и уважением; <emphasis>ανακατεύω/ ανακατώνω (разг.); ο σεβασμός</emphasis>). Έμοιαζε σαν κανένας νέος λόρδος της Σκωτίας (/он/ походил на молодого лорда из Шотландии) που ταξίδευε τάχα στη Μεσόγειο για αναψυχή (который якобы путешествовал в Средиземном море на отдыхе; <emphasis>ταξιδεύω; η Μεσόγειος (Θάλασσα)</emphasis>). Ήταν όμως πούρος Κεφαλλονίτης (однако, /он/ был истинным кефалонийцем: «чистым кефалонийцем»), αφού λεγότανε μάλιστα Γεράσιμος Ιερωνυμάτος (поскольку звали его Герасим Иерониматос).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ήταν ένας ωραίος νέος, ψηλός, καλοφτιαγμένος, με πυκνά ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια, με αρχοντικό παράστημα και με μια απλή και πολύ διακριτική ευγένεια στο ύφος και στους τρόπους, μια αυθόρμητη ευγένεια της ράτσας που προκαλούσε τριγύρω του μια ανήσυχη συμπάθεια, ανακατωμένη με περιέργεια και με σεβασμό. Έμοιαζε σαν κανένας νέος λόρδος της Σκωτίας που ταξίδευε τάχα στη Μεσόγειο για αναψυχή. Ήταν όμως πούρος Κεφαλλονίτης, αφού λεγότανε μάλιστα Γεράσιμος Ιερωνυμάτος.</p>
   <empty-line/>
   <p>Η μητέρα του ήτανε κόρη Βιτάλη (его мать была девицей Витали), κοντέσα αληθινή (настоящей графиней), γραμμένη στο Λίμπρο ντ’ Ορο από το 16ο αιώνα (вписанной в Либро Д’Оро с 16-го века; <emphasis>Либро д’Оро /ит. Libro d’Oro/ — «золотая книга» — список дворянских семей с Ионических островов; γράφω; ο αιώνας</emphasis>). Ο πατέρας του ήτανε θαλασσινός (его отец был моряком; <emphasis>θαλασσινός — морской; моряк</emphasis>) και είχε πνιγεί μια μέρα (однажды /он/ утонул; <emphasis>πνίγομαι</emphasis>), στον κόλπο της Βισκάγιας (в Бискайском заливе; <emphasis>ο κόλπος</emphasis>), απένταρος (без гроша /в кармане/: «безденежный»; <emphasis>η πεντάρα — пятак</emphasis>) και καταχρεωμένος (обремененный долгами; <emphasis>το χρέος — долг</emphasis>), βλαστημώντας ηρωικά ολόκληρο τον Παράδεισο (героически проклиная весь рай; <emphasis>βλαστημώ; ο Παράδεισος</emphasis>) και «δέκα μίλια περιφέρεια» (и «десять миль вокруг /него/»). Τούτη η προσθήκη γινότανε ως εκ περισσού (эту фразу он добавлял: «это добавление происходило» на всякий случай/без особой необходимости; <emphasis>περισσός — лишний; ως εκ περισσού — без особой необходимости</emphasis>) για να μην ξεφύγει από τη βλαστήμια κανένας άγιος (чтобы не избежал проклятия какой-нибудь святой; <emphasis>ξεφεύγω</emphasis>), που τυχόν είχε βγει περίπατο (который случайно вышел на прогулку) έξω από τα σύνορα του Παραδείσου (за пределы рая; <emphasis>τα σύνορο — граница; предел</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Η μητέρα του ήτανε κόρη Βιτάλη, κοντέσα αληθινή, γραμμένη στο Λίμπρο ντ’ Ορο από το 16ο αιώνα. Ο πατέρας του ήτανε θαλασσινός και είχε πνιγεί μια μέρα, στον κόλπο της Βισκάγιας, απένταρος και καταχρεωμένος, βλαστημώντας ηρωικά ολόκληρο τον Παράδεισο και «δέκα μίλια περιφέρεια». Τούτη η προσθήκη γινότανε ως εκ περισσού για να μην ξεφύγει από τη βλαστήμια κανένας άγιος, που τυχόν είχε βγει περίπατο έξω από τα σύνορα του Παραδείσου.</p>
   <empty-line/>
   <p>Από αμνημονεύτους χρόνους (с незапамятных времен; <emphasis>η μνήμη — память; ο χρόνος</emphasis>) Ιερωνυμάτοι και Βιτάληδες ζούσανε μες στις θαλασσοταραχές (жили среди морских штормов; <emphasis>η θάλασσα — море; η ταραχή — волнение, беспорядок; η θαλασσοταραχή</emphasis>) και στη μαύρη φτώχεια (в глубокой бедности: «в черной бедности»), βλαστημώντας το συμπάν (проклиная мироздание; <emphasis>το συμπάν/-ντος/ — вселенная; мироздание</emphasis>), σαν καλοί Κεφαλλονίτες (как истинные: «хорошие» кефалонийцы), από το πρωί ίσαμε το βράδυ (с утра до вечера) και συχνά από το βράδυ ίσαμε το πρωί (а зачастую, и с вечера до утра). Ο Γεράσιμος, ωστόσο (впрочем, Герасим), που λεγότανε χαϊδευτικά Μεμάς (которого ласково звали Мемас: «который ласково звался Мемас»), θα μπορούσε, αν είχε τα μυαλά του στο κεφάλι του (мог бы, если бы у него была голова на плечах: «если бы имел разум в голове»; <emphasis>το μυαλό</emphasis>), να πιάσει τόπο στην κοινωνία (занять место в обществе; <emphasis>πιάνω</emphasis>), χάρη στη εξυπνάδα του (благодаря его сообразительности) και στο καλό παρουσιαστικό του (и приятной: «хорошей» внешности; <emphasis>το παρουσιαστικό</emphasis>). Τέτοια τουλάχιστον ήτανε η πεποίθηση (таково было, по крайней мере, убеждение) όλων των συγγενών και των οικογενειακών φίλων (всех родственников и семейных друзей; <emphasis>ο συγγενής</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Από αμνημονεύτους χρόνους Ιερωνυμάτοι και Βιτάληδες ζούσανε μες στις θαλασσοταραχές και στη μαύρη φτώχεια, βλαστημώντας το συμπάν, σαν καλοί Κεφαλλονίτες, από το πρωί ίσαμε το βράδυ και συχνά από το βράδυ ίσαμε το πρωί. Ο Γεράσιμος, ωστόσο, που λεγότανε χαϊδευτικά Μεμάς, θα μπορούσε, αν είχε τα μυαλά του στο κεφάλι του, να πιάσει τόπο στην κοινωνία, χάρη στη εξυπνάδα του και στο καλό παρουσιαστικό του. Τέτοια τουλάχιστον ήτανε η πεποίθηση όλων των συγγενών και των οικογενειακών φίλων.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μα αυτός δεν είχε τα μυαλά του στο κεφάλι του (но не было у него головы на плечах). Ποτέ του δεν σκοτίστηκε (никогда /в своей жизни/ /он/ не задумывался) ούτε για τα γράμματα (ни об учебе; <emphasis>τα γράμματα — литература; учение; образование</emphasis>) ούτε για τα χρήματα (ни о деньгах; <emphasis>το χρήμα</emphasis>), ούτε για την οικογένεια του (да и о своей семье) είχε καμιά όρεξη να φροντίσει (не было у него никакого желания позаботиться; <emphasis>φροντίζω</emphasis>). Ήταν ένα παλιόπαιδο και τίποτα περισσότερο (был /он/ негодяем и ничем больше), ένα στραβόξυλο (каверзником), ένα γουρσούζικο (приносящим неприятности), που δεν άκουγε καμιά συμβολή (который не слушал ни одного совета) και δεν φοβότανε κανέναν (и никого не боялся). Ο πατέρας του, πριν πνιγεί (его отец, до того, как утонул), τον είχε κάποτε βλαστημήσει ως εξής (как-то проклял его следующим образом):</p>
   <p>— Να μπούνε μέσα σου εκατό διάβολοι (пусть войдут в тебя сто бесов; <emphasis>ο διάβολος; μπαίνω</emphasis>) και να είναι αρσενικοί και θηλυκοί για να γεννήσουνε (и /пусть/ будут /они/ мужского и женского рода: «мужские и женские», чтобы они могли размножаться: «чтобы родили»; <emphasis>γεννώ/α/</emphasis>)!</p>
   <empty-line/>
   <p>Μα αυτός δεν είχε τα μυαλά του στο κεφάλι του. Ποτέ του δεν σκοτίστηκε ούτε για τα γράμματα ούτε για τα χρήματα, ούτε για την οικογένεια του είχε καμιά όρεξη να φροντίσει. Ήταν ένα παλιόπαιδο και τίποτα περισσότερο, ένα στραβόξυλο, ένα γουρσούζικο, που δεν άκουγε καμιά συμβολή και δεν φοβότανε κανέναν. Ο πατέρας του, πριν πνιγεί, τον είχε κάποτε βλαστημήσει ως εξής:</p>
   <p>— Να μπούνε μέσα σου εκατό διάβολοι και να είναι αρσενικοί και θηλυκοί για να γεννήσουνε!</p>
   <empty-line/>
   <p>Θαρρείς και η βλαστήμια έπιασε (можно было подумать: «думаешь», что проклятие сбылось) κι ο κακορίζικος Μεμάς ήτανε γεμάτος διαβόλους (злополучный Мемас был полон бесов) που πληθαίνανε απεριόριστα με το πέρασμα του καιρού (которые по прошествии времени бесконечно множились; <emphasis>πληθαίνω; το πέρασμα; ο καιρός</emphasis>). Όσο ήτανε παιδί (пока /он/ был ребенком), βασάνισε ακατάπαυστα το σπιτικό του (/он/ непрестанно мучил своих домашних; <emphasis>η παύση — пауза; перерыв</emphasis>) και δεν παρέλειψε καμία ευκαιρία (и не упустил ни одного случая; <emphasis>παραλείπω</emphasis>) να κάνει τη μητέρα του να κλάψει (заставить свою мать плакать). Η καημένη η χήρα (бедная вдова) είχε παραιτηθεί από όλα τα μητρικά δικαιώματα της (отказалась от всех своих материнских прав; <emphasis>παραιτούμαι; το δικαίωμα</emphasis>) και τον άφηνε να βουρλίζεται χωρίς καμία επίβλεψη (и оставляла его = <emphasis>позволяла ему</emphasis> буянить без всякого надзора; <emphasis>βουρλίζομαι</emphasis>). Η γειτονιά τον φοβότανε (соседи боялись его; <emphasis>η γειτονιά — соседство; квартал; соседи</emphasis>) και το καταριότανε (и проклинали; <emphasis>καταριέμαι</emphasis>). Στο σχολείο ήταν ανακατωμένος (в школе он был замешан) σ’ όλες τις βρώμικες δουλειές (во всех грязных делах; <emphasis>η δουλειά</emphasis>). Όλο το Αργοστόλι τον ήξερε (его знал весь Аргостоли) κ’ η φήμη του έφτανε ως το Ληξούρι (слава о нем доходила до Ликсури; <emphasis>φτάνω</emphasis>). Τα πιο ύποπτα πρόσωπα των δύο λιμανιών (самые подозрительные лица из двух портов; <emphasis>το πρόσωπο; το λιμάνι</emphasis>) ήτανε φίλοι του και παρέα του (были его друзьями и компанией). Φαίνεται (кажется) πως έλαβε μέρος και σε λαθρεμπόρια (что он участвовал в контрабанде; <emphasis>λαμβάνω — брать, получать; το μέρος — часть; λαμβάνω μέρος; το λαθρεμπόριο</emphasis>) και σε κλεψιές (и кражах; <emphasis>η κλεψιά</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Θαρρείς και η βλαστήμια έπιασε κι ο κακορίζικος Μεμάς ήτανε γεμάτος διαβόλους που πληθαίνανε απεριόριστα με το πέρασμα του καιρού. Όσο ήτανε παιδί, βασάνισε ακατάπαυστα το σπιτικό του και δεν παρέλειψε καμία ευκαιρία να κάνει τη μητέρα του να κλάψει. Η καημένη η χήρα είχε παραιτηθεί από όλα τα μητρικά δικαιώματα της και τον άφηνε να βουρλίζεται χωρίς καμία επίβλεψη. Η γειτονιά τον φοβότανε και το καταριότανε. Στο σχολείο ήταν ανακατωμένος σ’ όλες τις βρώμικες δουλειές. Όλο το Αργοστόλι τον ήξερε κ’ η φήμη του έφτανε ως το Ληξούρι. Τα πιο ύποπτα πρόσωπα των δύο λιμανιών ήτανε φίλοι του και παρέα του. Φαίνεται πως έλαβε μέρος και σε λαθρεμπόρια και σε κλεψιές.</p>
   <empty-line/>
   <p>Σαν ήρθανε μια φορά (когда пришли однажды<emphasis>; έρχομαι</emphasis>), εξαιτίας του (из-за него), οι χωροφύλακες (жандармы; <emphasis>ο χωροφύλακας</emphasis>) να κάνουν έρευνα στο σπίτι (чтобы обыскать дом: «сделать расследование в доме») και τον κουβαλούσανε κι αυτόν (и тащили его; <emphasis>κουβαλώ(α)</emphasis>) με τις χειροπέδες (в наручниках; <emphasis>οι χειροπέδες (только мн.ч.)</emphasis>), η μητέρα του έπεσε ξύλο κομμάτι (его мать слегла: «упала куском дерева»; <emphasis>πέφτω</emphasis>) κ’ έβαλε μέρες να συνέρθει (и понадобилось /много/ дней, чтобы /она/ пришла в себя/выздоровела: «положила дни, чтобы выздороветь»; <emphasis>βάζω — класть; συνέρχομαι</emphasis>). Τέτοια ντροπή (такой стыд) δεν της είχε συμβεί (не происходил с ней; <emphasis>συμβαίνω</emphasis>) άλλη φορά στη ζωή της (другой раз в жизни = такого стыда она не видела еще в своей жизни). Του είπε τότε (тогда /она/ сказала ему) να το βρει από το Θεό (что Бог его за все накажет: «чтобы /он/ нашел от Бога»; <emphasis>идиом. απ’τοΘεόνατοβρεις — Бог тебе воздаст за твои поступки (как за хорошие, так и за плохие — в зависим. от контекста); βρίσκω</emphasis>). Ύστερα μετάνιωσε (потом /она/ раскаялась /в своих словах/<emphasis>; μετανιώνω</emphasis>) και χτυπιότανε εμπρός στο εικονοστάσι (и убивалась перед иконостасом; <emphasis>χτυπιέμαι — страдать; убиваться; τοεικονοστάσι</emphasis>) και παρακαλούσε το Θεό (и умоляла Господа; <emphasis>παρακαλώ</emphasis>) μην τύχει κι ακούσει το λόγο (чтобы /он/ случайно не услышал слова: «чтобы не случилось и /он/ услышал слова»; <emphasis>τυχαίνω</emphasis>) που είχε προφέρει μες στην οργή της (которые /она/ произнесла в гневе; <emphasis>προφέρω</emphasis>). Ελπίδες όμως πολλές δεν είχε (впрочем, /она/ не возлагала больших надежд: «не имела больших надежд»; <emphasis>ηελπίδα</emphasis>) για τα μελλούμενα του γιού της (на будущее своего сына; <emphasis>ταμελλούμενα/τομέλλον — будущее</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Σαν ήρθανε μια φορά, εξαιτίας του, οι χωροφύλακες να κάνουν έρευνα στο σπίτι και τον κουβαλούσανε κι αυτόν με τις χειροπέδες, η μητέρα του έπεσε ξύλο κομμάτι κ’ έβαλε μέρες να συνέρθει. Τέτοια ντροπή δεν της είχε συμβεί άλλη φορά στη ζωή της. Του είπε τότε να το βρει από το Θεό. Ύστερα μετάνιωσε και χτυπιότανε εμπρός στο εικονοστάσι και παρακαλούσε το Θεό μην τύχει κι ακούσει το λόγο που είχε προφέρει μες στην οργή της. Ελπίδες όμως πολλές δεν είχε για τα μελλούμενα του γιού της.</p>
   <empty-line/>
   <p>Με τον καιρό όλοι το είχανε πάρει απόφαση (со временем все смирились с тем: «приняли решение»; <emphasis>το παίρνω απόφαση — решаться; примиряться; смиряться</emphasis>) πως τίποτα καλό δεν έμελλε να βγει απ’ αυτόν (что ничего хорошего из него не выйдет: «ничего хорошего не предстояло, чтобы из него вышло»; <emphasis>βγαίνω; μέλλει — предстоит</emphasis>), παρά μονάχα σκοτούρες (/ничего/ кроме только хлопот; <emphasis>η σκοτούρα</emphasis>), σκάνδαλα (скандалы; <emphasis>το σκάνδαλο</emphasis>) κ’ ίσως και καμιά μεγάλη συμφορά (а возможно, и какое-нибудь большое несчастье). Για τούτο (поэтому) όταν άρχισε να τον τραβά κι αυτόν ο αέρας της θάλασσας (когда и его позвал морской ветер: «начал тянуть и его морской ветер»; <emphasis>τραβώ(α)</emphasis>) και δήλωσε πως ήθελε να φύγει με τα βαπόρια (и /он/ заявил, что хочет уйти /в море/ на пароходах; <emphasis>φεύγω; το βαπόρι</emphasis>), το σπιτικό αισθάνθηκε κάποια ξαλάφρωση (/его/ домашние почувствовали некоторое облегчение). Κίνησε σκυθρωπός (мрачный /он/ двинулся /в путь/; <emphasis>κινώ(ε)</emphasis>) και δεν είχε στο νου του να ξαναγυρίσει (и не собирался возвращаться: «не имел в уме возвратиться»; <emphasis>ο νους; ξαναγυρίζω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Με τον καιρό όλοι το είχανε πάρει απόφαση πως τίποτα καλό δεν έμελλε να βγει απ’ αυτόν, παρά μονάχα σκοτούρες, σκάνδαλα κ’ ίσως και καμιά μεγάλη συμφορά. Για τούτο όταν άρχισε να τον τραβά κι αυτόν ο αέρας της θάλασσας και δήλωσε πως ήθελε να φύγει με τα βαπόρια, το σπιτικό αισθάνθηκε κάποια ξαλάφρωση. Κίνησε σκυθρωπός και δεν είχε στο νου του να ξαναγυρίσει.</p>
   <empty-line/>
   <p>Άρχισε τότε να γυρνά (тогда /он/ начал скитаться; <emphasis>γυρνώ(α)</emphasis>) από λιμάνι σε λιμάνι (из гавани в гавань) κι από ωκεανό σε ωκεανό (и из океана в океан; <emphasis>ο ωκεανός</emphasis>) με τα μεγάλα κεφαλλονίτικα φορτηγά (на больших кефалонийских грузовых судах; <emphasis>το φορτηγό — грузовик; морск. грузовое судно, транспόрт</emphasis>), ακολουθώντας μηχανικά το ρεύμα της δουλειάς (механически следуя за течением работы; <emphasis>το ρεύμα</emphasis>). Έτσι σεργιάνισε αρκετούς τόπους (таким образом, /он/ посетил много мест: «прогулялся по многим местам»; <emphasis>σεργιανίζω — гулять</emphasis>) και γνώρισε παράξενους ανθρώπους (и познакомился со странными людьми) και πολλές και διάφορες ηδονές (и со множеством разных наслаждений: «многими и разными наслаждениями»; <emphasis>η ηδονή</emphasis>). Είδε το περιβόητο φίδι της θάλασσας (/он/ видел пресловутого морского змея; <emphasis>το φίδι</emphasis>), που έκανε μάλιστα τρείς φορές το γύρο του πλοίου του (который, к тому же, проплыл три раза вокруг корабля: «сделал три раза круг корабля»; <emphasis>ο γύρος — круг; το πλοίο</emphasis>). Αυτό συνέβηκε στον κόλπο της Βεγγάλης (это произошло в Бенгальском заливе; <emphasis>συμβαίνω</emphasis>). Το φίδι ήτανε πρασινωπό (змей был зеленоватого цвета) κ’ είχε μήκος ίσαμε εκατό μέτρα (и длиной до ста метров: «имел длину до ста метров»). Όλο το πλήρωμα ανέβηκε στην κουβέρτα (вся команда поднялась на палубу; <emphasis>ανεβαίνω</emphasis>) και το είδε (и увидела его). Κατόπι πήγανε στην Καλκούτα (потом они отправились в Калькутту) και το λέγανε (и рассказывали об этом) και κανείς δεν τους πίστευε (но никто им не верил; <emphasis>πιστεύω</emphasis>). Μέσα σ’ όλα αυτά (среди всего этого) ο Μεμάς πήρε κ’ ένα δίπλωμα εμποροπλοιάρχου (Мемас получил диплом капитана торгового флота; <emphasis>ο πλοίαρχος — капитан; το εμπόριο — торговля; ο εμποροπλοίαρχος</emphasis>), μα δεν τον ωφέλησε και πολύ στη σταδιοδρομία του (но он не очень ему помог в его карьере; <emphasis>ωφελώ — бытьполезным; помогать</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Άρχισε τότε να γυρνά από λιμάνι σε λιμάνι κι από ωκεανό σε ωκεανό με τα μεγάλα κεφαλλονίτικα φορτηγά, ακολουθώντας μηχανικά το ρεύμα της δουλειάς. Έτσι σεργιάνισε αρκετούς τόπους και γνώρισε παράξενους ανθρώπους και πολλές και διάφορες ηδονές. Είδε το περιβόητο φίδι της θάλασσας, που έκανε μάλιστα τρείς φορές το γύρο του πλοίου του. Αυτό συνέβηκε στον κόλπο της Βεγγάλης. Το φίδι ήτανε πρασινωπό κ’ είχε μήκος ίσαμε εκατό μέτρα. Όλο το πλήρωμα ανέβηκε στην κουβέρτα και το είδε. Κατόπι πήγανε στην Καλκούτα και το λέγανε και κανείς δεν τους πίστευε. Μέσα σ’ όλα αυτά ο Μεμάς πήρε κ’ ένα δίπλωμα εμποροπλοιάρχου, μα δεν τον ωφέλησε και πολύ στη σταδιοδρομία του.</p>
   <empty-line/>
   <p>Κάποτε (однажды: «когда-то») βαρέθηκε τους Κεφαλλονίτες (кефалонийцы ему наскучили) και πήγε (пошел) και διορίστηκε υποπλοίαρχος (и определился помощником капитана; <emphasis>διορίζομαι</emphasis>) σ’ ένα αιγυπτιακό βαπόρι (на египетский пароход) που λεγότανε <emphasis>Ασράφ </emphasis>(который назывался <emphasis>Азраф</emphasis>). Ήταν ένα βρωμερό και πανάρχαιο βαπόρι (это был грязный и очень старый: «древнейший» пароход), ίσαμε χίλιους πεντακόσιους τόνους (до тысячи пятисот тонн = тоннажем в тысячу пятьсот тонн; <emphasis>ο τόνος</emphasis>), που έκανε το λαθρεμπόριο του χασίς (который занимался контрабандой гашиша) στα λιμάνια της Ερυθρής Θάλασσας (в портах Красного моря) και κυρίως από το Σουέζ στο Τζιμπουτί (главным образом, из Суэца в Джибути), στη Μόκα και στο Άντεν (Мекку и Аден). Ο πλοίαρχος κι ολόκληρο το πλήρωμα ήταν Αιγύπτιοι (капитан и весь экипаж были египтянами; <emphasis>Αιγύπτιος</emphasis>). Καμιά φορά (иногда) φορτώνανε και όπλα (/они/ грузили оружие; <emphasis>φορτώνω; το όπλο</emphasis>) για τους φυλάρχους της Αραβίας και της Αβησσυνίας (для вождей племен Аравии и Абиссинии; <emphasis>η φυλή — племя; ο φύλαρχος</emphasis>), μα οι κυριότερες δουλειές τους (но основные их работы) γινότανε με το χασίς (происходили с гашишем = но главным образом, они занимались контрабандой гашиша). Στο βαπόρι αυτό (на этом пароходе) του συνέβηκε του Μεμά (произошло с Мемасом) ένα γεγονός αξιοσημείωτο (примечательное событие; <emphasis>σημειώνω — замечать</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Κάποτε βαρέθηκε τους Κεφαλλονίτες και πήγε και διορίστηκε υποπλοίαρχος σ’ ένα αιγυπτιακό βαπόρι που λεγότανε <emphasis>Ασράφ</emphasis>. Ήταν ένα βρωμερό και πανάρχαιο βαπόρι, ίσαμε χίλιους πεντακόσιους τόνους, που έκανε το λαθρεμπόριο του χασίς στα λιμάνια της Ερυθρής Θάλασσας και κυρίως από το Σουέζ στο Τζιμπουτί, στη Μόκα και στο Άντεν. Ο πλοίαρχος κι ολόκληρο το πλήρωμα ήταν Αιγύπτιοι. Καμιά φορά φορτώνανε και όπλα για τους φυλάρχους της Αραβίας και της Αβησσυνίας, μα οι κυριότερες δουλειές τους γινότανε με το χασίς. Στο βαπόρι αυτό του συνέβηκε του Μεμά ένα γεγονός αξιοσημείωτο.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μια μέρα, στο Τζιμπουτί (однажды, в Джибути), χώθηκαν μες στο αμπάρι του <emphasis>Ασράφ</emphasis> (пробрались в трюм <emphasis>Азрафа; χώνω — засовывать; χώνομαι — залезать; прятаться</emphasis>) δύο μικροί λαθρεπιβάτες (два маленьких безбилетника; <emphasis>λαθραίος — тайный; ο επιβάτης — пассажир</emphasis>). Ήτανε δύο Γαλλόπαιδα (/это/ были два французских подростка: «французских ребенка»), αδέλφια (брат и сестра; <emphasis>τα αδέλφια — собир. братья и сестры</emphasis>), ένα αγόρι κ’ ένα κορίτσι (мальчик и девочка), το κορίτσι ως δέκα εφτά ή δέκα οχτώ χρονών (девочке /было/ примерно семнадцать-восемнадцать лет) και το αγόρι ως δεκάξι (а мальчику — примерно шестнадцать). Έφευγαν κρυφά και χωρίς χρήματα (/они/ бежали тайно и без денег), από τη γαλλική Σομαλία (из французского Сомали) και ζητούσανε, φαίνεται (и хотели, казалось), να γυρίσουνε στην πατρίδα τους (вернуться на родину; <emphasis>γυρίζω</emphasis>). Είχανε πληροφορηθεί πως το <emphasis>Ασράφ</emphasis> πήγαινε στο Σουέζ (/они/ выяснили: «/они/ были проинформированы» о том, что <emphasis>Азраф </emphasis>шел в Суэц; <emphasis>πληροφορούμαι</emphasis>), μα δεν ήξεραν τι είδος καράβι ήτανε (но /они/ не знали, что это был за корабль: «какого вида был корабль»; <emphasis>το είδος</emphasis>) και τι ανθρώπους είχε μέσα (и что за люди были у него на борту: «каких людей /он/ имел внутри»).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μια μέρα, στο Τζιμπουτί, χώθηκαν μες στο αμπάρι του <emphasis>Ασράφ</emphasis> δύο μικροί λαθρεπιβάτες. Ήτανε δύο Γαλλόπαιδα, αδέλφια, ένα αγόρι κ’ ένα κορίτσι, το κορίτσι ως δέκα εφτά ή δέκα οχτώ χρονών και το αγόρι ως δεκάξι. Έφευγαν κρυφά και χωρίς χρήματα, από τη γαλλική Σομαλία και ζητούσανε, φαίνεται, να γυρίσουνε στην πατρίδα τους. Είχανε πληροφορηθεί πως το <emphasis>Ασράφ</emphasis> πήγαινε στο Σουέζ, μα δεν ήξεραν τι είδος καράβι ήτανε και τι ανθρώπους είχε μέσα.</p>
   <empty-line/>
   <p>Δεν άργησαν να το μάθουν (очень скоро они об этом узнали: «/они/ не опоздали узнать об этом»; <emphasis>μαθαίνω; αργώ(ε)</emphasis>). Τη νύχτα, ενώ το βαπόρι ταξίδευε προς το βορρά (ночью, пока пароход шел: «путешествовал» на север; <emphasis>ο βορράς</emphasis>), οι Αιγύπτιοι ανακάλυψαν τα δύο παιδιά (египтяне обнаружили двух детей<emphasis>; ανακαλύπτω</emphasis>). Τα έσυραν στο κατάστρωμα έξαλλοι (/они/, обезумевшие, вытащили их на палубу; <emphasis>σέρνω; το κατάστρωμα</emphasis>), ξεφωνίζοντας όλοι μαζί (выкрикивая в один голос: «все вместе»; <emphasis>ξεφωνίζω</emphasis>) λόγια αισχρά (непристойные слова). Τα παιδιά (дети), πελιδνά από τον τρόμο (мертвенно-бледные от страха; <emphasis>ο τρόμος</emphasis>) και μισολιγοθυμισμένα (в полуобморочном состоянии; <emphasis>το μισό — половина; λιγοθυμώ/λιποθυμώ — падать в обморок, лишаться чувств</emphasis>), δεν τόλμησαν να αντισταθούν (не посмели сопротивляться; <emphasis>αντιστέκομαι; τολμώ(α)</emphasis>). Τότε ο Άραβας πλοίαρχος (тогда капитан-араб) πήρε δικαιωματικά το αγόρι στην καμπίνα του (забрал по праву в свою каюту мальчика; <emphasis>το δικαίωμα — право</emphasis>) και ο Μεμάς πήρε το κορίτσι (забрал девочку). Τα κράτησαν όση ώρα ήθελαν (/они/ продержали их /у себя/, сколько захотели: «сколько времени хотели»; <emphasis>κρατάω</emphasis>) κ’ ύστερα (а затем) τα παραδώσανε στους άντρες του πληρώματος (передали их членам экипажа; <emphasis>παραδίδω; ο άντρας; το πλήρωμα</emphasis>) που περίμεναν τη σειρά τους (которые ждали своей очереди) μουγγρίζοντας απειλητικά (рыча угрожающе; <emphasis>μουγγρίζω; απειλώ — угрожать</emphasis>), σαν ένα κοπάδι (словно стадо) πειναλέα αγρίμια (умирающих с голоду зверей; <emphasis>η πείνα —голод; το αγρίμι</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Δεν άργησαν να το μάθουν. Τη νύχτα, ενώ το βαπόρι ταξίδευε προς το Βοριά, οι Αιγύπτιοι ανακάλυψαν τα δύο παιδιά. Τα έσυραν στο κατάστρωμα έξαλλοι, ξεφωνίζοντας όλοι μαζί λόγια αισχρά. Τα παιδιά, πελιδνά από τον τρόμο και μισολιγοθυμισμένα, δεν τόλμησαν να αντισταθούν. Τότε ο Άραβας πλοίαρχος πήρε δικαιωματικά το αγόρι στην καμπίνα του και ο Μεμάς πήρε το κορίτσι. Τα κράτησαν όση ώρα ήθελαν κ’ ύστερα τα παραδώσανε στους άντρες του πληρώματος που περίμεναν τη σειρά τους μουγγρίζοντας απειλητικά, σαν ένα κοπάδι πειναλέα αγρίμια.</p>
   <empty-line/>
   <p>Έγινε όλη νύχτα στην αστροφεγγιά (всю ночь продолжалась при свете звезд; <emphasis>φέγγω — светить</emphasis>) ένα φριχτό αραβικό όργιο (ужасная арабская оргия; <emphasis>το όργιο</emphasis>). Στο τέλος το αγόρι άρπαξε ένα μαχαίρι (под конец, мальчик схватил нож; <emphasis>αρπάζω; το μαχαίρι</emphasis>) και το έμπηξε στο λάρυγγά του (и воткнул его себе в горло; <emphasis>ο λάρυγγας; μπήγω</emphasis>). Έμεινε νεκρό στο τόπο (он умер на месте: «остался мертвым на месте»). Μες στη σύγχυση που ακολούθησε (в смятении, которое последовало /за этим/; <emphasis>ακολουθώ</emphasis>), η νέα Γαλλίδα πρόφτασε (юная француженка успела; <emphasis>προφτάνω</emphasis>) και ρίχτηκε στη θάλασσα (и бросилась в море; <emphasis>ρίχνομαι</emphasis>). Ο Μεμάς την είδε να πέφτει (Мемас увидел, как /она/ упала) και να χάνεται (и потерялась /из виду/). Έσκυψε από την κουπαστή (он свесился с планшира; <emphasis>σκύβω</emphasis>) κ’ είδε τη θάλασσα που φωσφόριζε (и увидел, как светилось море: «увидел море, которое фосфоресцировало»; <emphasis>φωσφορίζω</emphasis>) καθώς την έσκιζε το πλοίο (рассекаемое кораблем: «пока его рассекал корабль»; <emphasis>σκίζω</emphasis>), σα να την έφεγγαν προβολείς από το βυθό (словно его освещали прожекторы из глубины; <emphasis>ο προβολέας; ο βυθός</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Έγινε όλη νύχτα στην αστροφεγγιά ένα φριχτό αραβικό όργιο. Στο τέλος το αγόρι άρπαξε ένα μαχαίρι και το έμπηξε στο λάρυγγά του. Έμεινε νεκρό στο τόπο. Μες στη σύγχυση που ακολούθησε, η νέα Γαλλίδα πρόφτασε και ρίχτηκε στη θάλασσα. Ο Μεμάς την είδε να πέφτει και να χάνεται. Έσκυψε από την κουπαστή κ’ είδε τη θάλασσα που φωσφόριζε καθώς την έσκιζε το πλοίο, σα να την έφεγγαν προβολείς από το βυθό.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μάντεψε πιο πέρα τους καρχαρίες (немного дальше /он/ различил: «угадал» акул; <emphasis>μαντεύω — предсказывать; угадывать; ο καρχαρίας</emphasis>) που συνοδεύανε το <emphasis>Ασράφ</emphasis> (которые сопровождали <emphasis>Азраф; συνοδεύω</emphasis>) σαν τιμητική φρουρά (словно почетный караул). Δίπλα του ένας ναύτης γέλασε (рядом с ним один матрос засмеялся; <emphasis>γελώ(α)</emphasis>). Τα πελώρια άσπρα δόντια του (его огромные белые зубы; <emphasis>το δόντι</emphasis>) γυαλίσανε κοροϊδευτικά μερικές στιγμές (издевательски сверкали несколько мгновений; <emphasis>γυαλίζω</emphasis>) στο φωτερό σκοτάδι (в сияющей мгле). Δεν υπήρχαν, βέβαια (не было, конечно), πολλές ελπίδες (больших надежд /на то/) να σωθεί από το θάνατο ένα νέο κορίτσι (что спасется от смерти юная девочка; <emphasis>σώνομαι; ο θάνατος</emphasis>), τρελό από τον τρόμο και τη φρίκη (обезумевшая от страха и ужаса), που κολυμπούσε νύχτα (которая плыла ночью; <emphasis>κολυμπώ(α)</emphasis>), στα ανοιχτά της Ερυθρής Θάλασσας (в открытых /водах/ Красного моря), ανάμεσα σ’ ένα μάτσο καρχαρίες (среди стаи акул; <emphasis>το μάτσο — пучок, связка; также используется для обозначения чего-либо в большом количестве (разг.)</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μάντεψε πιο πέρα τους καρχαρίες που συνοδεύανε το <emphasis>Ασράφ</emphasis> σαν τιμητική φρουρά. Δίπλα του ένας ναύτης γέλασε. Τα πελώρια άσπρα δόντια του γυαλίσανε κοροϊδευτικά μερικές στιγμές στο φωτερό σκοτάδι. Δεν υπήρχαν, βέβαια, πολλές ελπίδες να σωθεί από το θάνατο ένα νέο κορίτσι, τρελό από τον τρόμο και τη φρίκη, που κολυμπούσε νύχτα, στα ανοιχτά της Ερυθρής Θάλασσας, ανάμεσα σ’ ένα μάτσο καρχαρίες.</p>
   <empty-line/>
   <p>Περάσανε ίσως δύο χρόνια (прошло около двух лет: «прошло, возможно, два года»). Μιαν άλλη μέρα το απαίσιο πλοίο παρουσιάστηκε (однажды отвратительное судно прибыло; <emphasis>παρουσιάζομαι</emphasis>), κουνιστό και λυγιστό (как ни в чем не бывало: «качающийся и гнущийся»; <emphasis>идиом. κουνιστός και λυγιστός — 1. вертлявый; 2. делающий что-либо как ни в чем не бывало</emphasis>), στον κόλπο της Νεάπολης (в Неапольский залив). Έφερνε στην Ιταλία (/оно/ везло в Италию) ένα τίμιο φορτίο χουρμάδες (почтенный груз фиников) κ’ έμοιαζε πολύ περήφανο (и, кажется, очень гордилось: «казалось очень гордым») για την τιμιότητά του (своей порядочностью). Το ίδιο βράδυ (в тот же вечер) ο πλοίαρχος και ο υποπλοίαρχος βγήκανε στην πολιτεία (капитан и помощник капитана сошли в город) να δειπνήσουνε σαν άνθρωποι καθώς πρέπει (чтобы пообедать, как приличные люди; <emphasis>καθώς πρέπει — как подобает; нескл. прил. — приличный, достойный</emphasis>). Έτσι τους ήρθε η όρεξη (вот захотелось им), εκείνο το βράδυ (в тот вечер), να δοκιμάσουνε τις απολαύσεις της καθωσπρεποσύνης (испытать удовольствия благопристойности; <emphasis>δοκιμάζω</emphasis>). Ο Μεμάς είχε φορέσει (Мемас надел; <emphasis>φορώ(α)</emphasis>) την πιο ωραία λινή φορεσιά του (свой самый красивый льняной костюм) κ’ είχε πάρει, για την περίσταση (и принял, по этому случаю), το πιο λορδικό του ύφος (свой самый аристократический: «лордский» вид). </p>
   <empty-line/>
   <p>Περάσανε ίσως δύο χρόνια. Μιαν άλλη μέρα το απαίσιο πλοίο παρουσιάστηκε, κουνιστό και λυγιστό, στον κόλπο της Νεάπολης. Έφερνε στην Ιταλία ένα τίμιο φορτίο χουρμάδες κ’ έμοιαζε πολύ περήφανο για την τιμιότητά του. Το ίδιο βράδυ ο πλοίαρχος και ο υποπλοίαρχος βγήκανε στην πολιτεία να δειπνήσουνε σαν άνθρωποι καθώς πρέπει. Έτσι τους ήρθε η όρεξη, εκείνο το βράδυ, να δοκιμάσουνε τις απολαύσεις της καθωσπρεποσύνης. Ο Μεμάς είχε φορέσει την πιο ωραία λινή φορεσιά του κ’ είχε πάρει, για την περίσταση, το πιο λορδικό του ύφος.</p>
   <empty-line/>
   <p>Τράβηξαν προς τη Σάντα Λουτσία (они направились в Санта Лучию; <emphasis>τραβώ(α) — тянуть; идти, направляться</emphasis>) και στρώθηκαν με πολλή επισημότητα (и устроились со всей: «большой» официальностью; <emphasis>στρώνομαι</emphasis>) σ’ ένα ανθοστόλιστο υπαίθριο εστιατόριο της προκυμαίας (в одном прибрежном украшенном цветами ресторане под открытым небом; <emphasis>το άνθος — цветок; στολίζω — украшать; η προκυμαία — набережная</emphasis>) αντίκρυ στο Καστέλλο ντελ’Οβο (напротив Кастелло дель Ово). Τους άρεσε το περιβάλλον (им понравилось окружение; <emphasis>αρέσω</emphasis>). Το πλήθος ήτανε βοερό και χαρούμενο (толпа была шумной и веселой), η μουσική ελαφριά και γλυκιά (музыка — легкой и приятной). Το ίδιο ελαφριά και γλυκιά ήτανε κ’ η νύχτα (такой же легкой и приятной была ночь), κ’ η θάλασσα ήμερη (а море — спокойным) σαν τις ψυχές τους (как и их души). Τα φώτα της ακτής λαμπύριζαν παιχνιδιάρικα (береговые огни игриво поблескивали) στην επιφάνεια του νερού (на поверхности воды) και στα κρυστάλλινα ποτήρια (и в хрустальных бокалах). Το κρασί της Ιταλίας τους ανέβηκε γρήγορα στο κεφάλι (вино Италии быстро ударило им в голову: «поднялось им в голову») κ’ η ζωή έγινε ωραία (и жизнь стала замечательной).</p>
   <empty-line/>
   <p>Τράβηξαν προς τη Σάντα Λουτσία και στρώθηκαν με πολλή επισημότητα σ’ ένα ανθοστόλιστο υπαίθριο εστιατόριο της προκυμαίας αντίκρυ στο Καστέλλο ντελ’Οβο. Τους άρεσε το περιβάλλον. Το πλήθος ήτανε βοερό και χαρούμενο, η μουσική ελαφριά και γλυκιά. Το ίδιο ελαφριά και γλυκιά ήτανε κ’ η νύχτα, κ’ η θάλασσα ήμερη σαν τις ψυχές τους. Τα φώτα της ακτής λαμπύριζαν παιχνιδιάρικα στην επιφάνεια του νερού και στα κρυστάλλινα ποτήρια. Το κρασί της Ιταλίας τους ανέβηκε γρήγορα στο κεφάλι κ’ η ζωή έγινε ωραία.</p>
   <empty-line/>
   <p>Δεν έβλεπαν πολύ καθαρά (они не очень четко различали: «видели») τα πρόσωπα που τους τριγύριζαν (лица, которые их окружали). Ο Μεμάς, ωστόσο, πρόσεξε μια γυναίκα (Мемас, впрочем, заметил одну женщину). Την είδε μια στιγμή (/он/ увидел ее в /тот/ момент) που τον κοίταξε κατάματα (когда она посмотрела ему прямо в глаза), ύστερα την έχασε (затем потерял ее /из виду/), ύστερα την ξαναείδε (затем увидел вновь). Δεν κατάλαβε τι ήτανε (/он/ не понял, кем /она/ была). Σερβιτόρα ίσως (возможно, официанткой) ή πωλήτρια λουλουδιών (или продавщицей цветов) ή κάτι παραπλήσιο (или чем-то в этом роде: «чем-то близким»). Κάποια υπηρεσία (какую-то службу) είχε στο εστιατόριο (/она/ имела в ресторане = /она/ работала кем-то в ресторане). Η νέα Γαλλίδα του Τζιμπουτί είχε, βέβαια, χαθεί (юная француженка из Джибути, конечно, пропала) στα ανοιχτά της Ερυθρής Θάλασσας (в открытых /водах/ Красного моря), δεν υπήρχε καμία αμφιβολία (не было никаких сомнений) πως ήτανε πεθαμένη από καιρό (/в том/, что /она/ уже долгое время была мертва), μα αυτή της έμοιαζε αρκετά (но эта /девушка/ была на нее очень похожа). Μόνο που τα μαλλιά της είχαν αλλάξει χρώμα (только ее волосы изменили цвет) κι από μελαχρινά είχανε γίνει κατάξανθα (и из темных стали белокурыми). Και το ύφος της (/да/ и вид у нее) ήταν πολύ αλλιώτικο (был совершенно другим: «очень отличным»), ήταν ώριμο (зрелым), θεληματικό (нарочитым) και τραχύ (резким/грубым).</p>
   <empty-line/>
   <p>Δεν έβλεπαν πολύ καθαρά τα πρόσωπα που τους τριγύριζαν. Ο Μεμάς, ωστόσο, πρόσεξε μια γυναίκα. Την είδε μια στιγμή που τον κοίταξε κατάματα, ύστερα την έχασε, ύστερα την ξαναείδε. Δεν κατάλαβε τι ήτανε. Σερβιτόρα ίσως ή πωλήτρια λουλουδιών ή κάτι παραπλήσιο. Κάποια υπηρεσία είχε στο εστιατόριο. Η νέα Γαλλίδα του Τζιμπουτί είχε, βέβαια, χαθεί στα ανοιχτά της Ερυθρής Θάλασσας, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία πως ήτανε πεθαμένη από καιρό, μα αυτή της έμοιαζε αρκετά. Μόνο που τα μαλλιά της είχαν αλλάξει χρώμα κι από μελαχρινά είχανε γίνει κατάξανθα. Και το ύφος της ήταν πολύ αλλιώτικο, ήταν ώριμο, θεληματικό και τραχύ.</p>
   <empty-line/>
   <p>Δεν μπορούσε βέβαια να είναι αυτή (конечно, невозможно, чтобы это была она: «не могло, конечно, чтобы /это/ была она»), μα ήτανε οπωσδήποτε μια γυναίκα (но /это/ точно была женщина) που τον ήξερε (которая его знала), που τον αναγνώρισε (которая его узнала; <emphasis>αναγνωρίζω</emphasis>), που κάτι ζητούσε απ’ αυτόν (которая что-то от него требовала; <emphasis>ζητώ(α)</emphasis>). Μια γυναίκα (женщина)… Ποια γυναίκα (какая женщина); Έξαφνα ο Μεμάς κατάλαβε (внезапно Мемас понял), το ελαφρό μεθύσι του διαλύθηκε ολότελα (его легкое опьянение полностью рассеялось; <emphasis>διαλύομαι</emphasis>) από τη μια στιγμή στη άλλη (моментально: «с мига на другой»). Είδε ολοκάθαρα (/он/ отчетливо увидел) τι συνέβαινε (что происходит: «происходило») και τεντώθηκε (и выпрямился: «вытянулся»; <emphasis>τεντώνομαι</emphasis>), τραχύς κι αυτός (тоже резко: «резкий и сам»), στο προσκλητήριο της μοίρας (навстречу вызову судьбы).</p>
   <empty-line/>
   <p>Δεν μπορούσε βέβαια να είναι αυτή, μα ήτανε οπωσδήποτε μια γυναίκα που τον ήξερε, που τον αναγνώρισε, που κάτι ζητούσε απ’ αυτόν. Μια γυναίκα… Ποια γυναίκα; Έξαφνα ο Μεμάς κατάλαβε, το ελαφρό μεθύσι του διαλύθηκε ολότελα από τη μια στιγμή στη άλλη. Είδε ολοκάθαρα τι συνέβαινε και τεντώθηκε, τραχύς κι αυτός, στο προσκλητήριο της μοίρας.</p>
   <empty-line/>
   <p>Η Γαλλίδα ήταν εκεί, μπροστά του (там, перед ним, была француженка), αγέρωχη (надменная), σκληρή (жестокая), αστραφτερή από μίσος (сверкающая ненавистью; <emphasis>αστράφτω</emphasis>) και οπλισμένη μ’ ένα περίστροφο (и вооруженная револьвером; <emphasis>το όπλο — оружие; το περίστροφο</emphasis>). Τον κοίταξε πάλι βαθιά στα μάτια μερικές στιγμές (/она/ опять посмотрела ему пристально: «глубоко» в глаза несколько мгновений). Κατόπι σήκωσε το όπλο (потом подняла оружие; <emphasis>σηκώνω</emphasis>) με σίγουρο χέρι (уверенной рукой) και το άδειασε (и разрядила его; <emphasis>αδειάζω</emphasis>) στα στήθη και στο κεφάλι του Αιγύπτιου (в грудь и голову египтянина; <emphasis>το στήθος</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Η Γαλλίδα ήταν εκεί, μπροστά του, αγέρωχη, σκληρή, αστραφτερή από μίσος και οπλισμένη μ’ ένα περίστροφο. Τον κοίταξε πάλι βαθιά στα μάτια μερικές στιγμές. Κατόπι σήκωσε το όπλο με σίγουρο χέρι και το άδειασε στα στήθη και στο κεφάλι του Αιγύπτιου.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο πλοίαρχος σωριάστηκε νεκρός (капитан упал замертво: «обрушился мертвый»; <emphasis>σωριάζομαι</emphasis>). Ο Γεράσιμος Ιερωνυμάτος δεν καταδέχτηκε (Герасим Иерониматос счел ниже своего достоинства: «не соизволил»; <emphasis>καταδέχομαι — соблаговолить; снизойти; δεν καταδέχομαι — считать ниже своего достоинства</emphasis>) να προφυλάξει τη ζωή του (защищать свою жизнь: «сберечь свою жизнь»; <emphasis>προφυλάσσω</emphasis>). Φέρθηκε πολύ καλά (/он/ повел себя очень хорошо; <emphasis>φέρνομαι</emphasis>), σαν Εφτανησιώτης άρχοντας (как дворянин с Ионических островов) και σαν αληθινός ναυτικός (и как настоящий моряк). Ολόρθος (выпрямившись: «прямой»), σε στάση προσοχής (внимательно: «в позе внимания»), περίμενε τη σειρά του (он ждал свой очереди). Η σειρά του δεν ήρθε (его черед не наступил; <emphasis>έρχομαι</emphasis>). Η μουσική κόπασε μονομιάς (музыка тотчас смолкла; <emphasis>κοπάζω</emphasis>) κ’ έγινε ολόγυρα μεγάλη φασαρία (вокруг началась: «случилась» большая суматоха) και τσαλαπάτημα (и топтание). Είδε καρέκλες να αναποδογυρίζονται (/он/ увидел, как опрокидываются стулья) κι άκουσε ξεφωνητά γυναικών (услышал женские крики: «крики женщин») και γυαλικά που σπάζανε (/звук/ разбивающейся стеклянной посуды: «стеклянную посуду, которая разбивалась»; <emphasis>σπάζω</emphasis>). Κατόπι, μπήκανε στη μέση οι καραμπινιέροι (затем, вмешались карабинеры: «вошли в середину»; <emphasis>μπαίνω στη μέση — вмешиваться</emphasis>) και σύρανε στο τμήμα (и уволокли в участок; <emphasis>σέρνω</emphasis>) καμιά εικοσαριά ανθρώπους (человек двадцать: «какую-нибудь двадцатку человек») και το Μεμά επί κεφαλής (во главе с Мемасом).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο πλοίαρχος σωριάστηκε νεκρός. Ο Γεράσιμος Ιερωνυμάτος δεν καταδέχτηκε να προφυλάξει τη ζωή του. Φέρθηκε πολύ καλά, σαν Εφτανησιώτης άρχοντας και σαν αληθινός ναυτικός. Ολόρθος, σε στάση προσοχής, περίμενε τη σειρά του. Η σειρά του δεν ήρθε. Η μουσική κόπασε μονομιάς κ’ έγινε ολόγυρα μεγάλη φασαρία και τσαλαπάτημα. Είδε καρέκλες να αναποδογυρίζονται κι άκουσε ξεφωνητά γυναικών και γυαλικά που σπάζανε. Κατόπι, μπήκανε στη μέση οι καραμπινιέροι και σύρανε στο τμήμα καμιά εικοσαριά ανθρώπους και το Μεμά επί κεφαλής</p>
   <empty-line/>
   <p>Έγινε μεγάλη δίκη στη Νεάπολη (в Неаполе состоялся громкий судебный процесс: «большой суд»), ήρθε κ’ ένας ξακουστός δικηγόρος από τη Ρώμη (приехал даже один знаменитый адвокат из Рима). Όλες οι εφημερίδες δημοσίευσαν (все газеты опубликовали; <emphasis>δημοσιεύω</emphasis>) τη φωτογραφία της κοπέλας (фотографию девушки) και λεπτομέρειες της ιστορίας της (и подробности ее истории; <emphasis>η λεπτομέρεια</emphasis>). Το δικαστήριο την απάλλαξε πανηγυρικά (суд ее торжественно оправдал; <emphasis>απαλλάσσω</emphasis>) κ’ έστειλε το Μεμά δύο χρόνια φυλακή (а Мемаса отправил на два года в тюрьму). Τον ελευθέρωσαν, άλλωστε (впрочем, освободили его), σε δέκα οχτώ μήνες (через восемнадцать месяцев) και δεν μπορεί να πει κανείς (да и нельзя сказать: «никто не может сказать») πως κακοπέρασε και πολύ (что /он/ очень плохо провел время; <emphasis>κακοπερνώ</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Έγινε μεγάλη δίκη στη Νεάπολη, ήρθε κ’ ένας ξακουστός δικηγόρος από τη Ρώμη. Όλες οι εφημερίδες δημοσίευσαν τη φωτογραφία της κοπέλας και λεπτομέρειες της ιστορίας της. Το δικαστήριο την απάλλαξε πανηγυρικά κ’ έστειλε το Μεμά δύο χρόνια φυλακή. Τον ελευθέρωσαν, άλλωστε, σε δέκα οχτώ μήνες και δεν μπορεί να πει κανείς πως κακοπέρασε και πολύ.</p>
   <empty-line/>
   <p>Με το ευγενικό του παρουσιαστικό (из-за его благородной внешности) και τους καλούς του τρόπους (хороших манер) και με την άριστη συμπεριφορά του (и примерного поведения), κατάφερε (/ему/ удалось) και τον πήρανε οι φύλακές του από καλό μάτι (расположить к себе стражников: «чтобы стражники взяли его на хорошем глазу»; <emphasis>παίρνω από καλό μάτι — быть расположенным к кому-то, быть у кого-то на хорошем счету; ο φύλακας</emphasis>) και σαν έφυγε (и когда /он/ уходил) του έκαναν και κομπλιμέντα (/они/ ему даже комплименты говорили). Το κακό είναι πως (плохо было /только/, что), ύστερα από την καταδίκη του (после обвинительного приговора), οι ελληνικές αρχές (греческие власти; <emphasis>η αρχή — начало; власть</emphasis>) ακυρώσανε το δίπλωμά του (аннулировали его диплом; <emphasis>ακυρώνω</emphasis>) και σα γύρισε στην πατρίδα (и когда /он/ вернулся на родину; <emphasis>γυρίζω</emphasis>) δεν ήτανε πια παρά ένας απλός ναύτης (/он/ не был ничем иным, кроме как простым моряком).</p>
   <empty-line/>
   <p>Με το ευγενικό του παρουσιαστικό και τους καλούς του τρόπους και με την άριστη συμπεριφορά του, κατάφερε και τον πήρανε οι φύλακές του από καλό μάτι και σαν έφυγε του έκαναν και κομπλιμέντα. Το κακό είναι πως, ύστερα από την καταδίκη του, οι ελληνικές αρχές ακυρώσανε το δίπλωμά του και σα γύρισε στην πατρίδα δεν ήτανε πια παρά ένας απλός ναύτης.</p>
   <empty-line/>
   <p>Τώρα ταξιδεύει καμιά φορά (сейчас /он/ путешествует иногда) στις ελληνικές θάλασσες (в греческих морях) με τα βαπόρια της ακτοπλοΐας (на каботажных пароходах: «пароходах каботажного судоходства»), μα τον περισσότερο καιρό (но большую часть времени) φυτοζωεί άνεργος στον Πειραιά (/он/ прозябает безработный в Пирее; <emphasis>φυτοζωώ</emphasis>). Μεθά πολύ (/он/ много пьет; <emphasis>μεθώ(α)</emphasis>). Τα μάτια του ρουφήχτηκαν βαθιά (его глаза глубоко запали: «глубоко втянулись»; <emphasis>ρουφιέμαι</emphasis>) και το πρόσωπό του έχει μαραθεί ολότελα (а лицо совсем увяло; <emphasis>μαραίνομαι</emphasis>), αν και δεν είναι περισσότερο από τριάντα χρονών (хотя ему не больше тридцати лет). Κάθεται με τις ώρες στα καφενεδάκια της προκυμαίας (/он/ часами сидит в кафе на набережной) και μερακλώνεται σαν κανένα γεροντάκι (и наслаждается /этим/, словно какой-нибудь старичок; <emphasis>μερακλώνομαι</emphasis>) και κουνά το κεφάλι (и качает головой;<emphasis> κουνώ(α)</emphasis>) απελπισμένος (отчаявшийся; <emphasis>η ελπίδα — надежда; приставка α- в начале слова зачастую обозначает отрицание</emphasis>) και άβουλος (и безвольный; <emphasis>η βουλή/η βούληση — воля, желание</emphasis>):</p>
   <p>— Σιμόνη την έλεγαν (ее звали Симона), μουρμουρίζει εμπιστευτικά (бормочет /он/ доверительно; <emphasis>μουρμουρίζω</emphasis>). Στο δικαστήριο έμαθα το όνομά της (на суде /я/ узнал ее имя; <emphasis>μαθαίνω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Τώρα ταξιδεύει καμιά φορά στις ελληνικές θάλασσες με τα βαπόρια της ακτοπλοΐας, μα τον περισσότερο καιρό φυτοζωεί άνεργος στον Πειραιά. Μεθά πολύ. Τα μάτια του ρουφήχτηκαν βαθιά και το πρόσωπό του έχει μαραθεί ολότελα, αν και δεν είναι περισσότερο από τριάντα χρονών. Κάθεται με τις ώρες στα καφενεδάκια της προκυμαίας και μερακλώνεται σαν κανένα γεροντάκι και κουνά το κεφάλι απελπισμένος και άβουλος:</p>
   <p>— Σιμόνη την έλεγαν, μουρμουρίζει εμπιστευτικά. Στο δικαστήριο έμαθα το όνομά της.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ξεχνιέται (/он/ забывается; <emphasis>ξεχνώ — ξεχνιέμαι</emphasis>) κοιτάζοντας με ανέκφραστο βλέμμα (взирая ничего не выражающим: «невыразительным» взглядом; <emphasis>εκφράζω — выражать</emphasis>) τα πράσινα νερά του μεγάλου λιμανιού (на зеленые воды в большой гавани; <emphasis>το νερό; το λιμάνι</emphasis>), τους γερανούς (на подъемные краны; <emphasis>ο γερανός</emphasis>), τις μπενζίνες (моторные лодки; <emphasis>η μπενζίνα — бензин; моторная лодка</emphasis>) και τα βαπόρια (и на пароходы) που πάνε κ’ έρχονται σφυρίζοντας (которые приходят и уходят, свистя; <emphasis>σφυρίζω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ξεχνιέται κοιτάζοντας με ανέκφραστο βλέμμα τα πράσινα νερά του μεγάλου λιμανιού, τους γερανούς , τις μπενζίνες και τα βαπόρια που πάνε κ’ έρχονται σφυρίζοντας.</p>
   <empty-line/>
   <p>— Ήτανε πολύ όμορφη (/она/ была очень красивой), λέει (говорит). Οι εφημερίδες της έκαναν μεγάλη ρεκλάμα (газеты сделали ей большую рекламу). Σαν αθωώθηκε (когда ее оправдали: «/она/ была оправдана»; <emphasis>αθωώνομαι</emphasis>), ο κόσμος χειροκρότησε (народ зааплодировал; <emphasis>χειροκροτώ</emphasis>) και της έδωσαν λουλούδια (и ей вручили цветы; <emphasis>το λουλούδι</emphasis>). Τώρα μπορεί να έγινε κανένα αστέρι του κινηματογράφου (сейчас /она/, может быть, стала кинозвездой: «какой-нибудь звездой кинематографа»; <emphasis>ο κινηματογράφος</emphasis>). Θα φορεί κολιέδες αληθινούς (она, /наверное/, носит настоящие колье; <emphasis>το κολιέ (нескл.) (в данном случае используется простонародная форма ο κολιές во мн.ч. — οι κολιέδες)</emphasis>) και θα κάθεται σε κανένα παλατάκι (и живет: «сидит» в каком-нибудь дворце). Θα έχει και μεγάλα σκυλιά λαγωνικά (у нее, /наверное/, есть большие гончие; <emphasis>το σκυλί — собака; το λαγωνικό — гончая</emphasis>) και φίλους με φράκα (и друзья во фраках; <emphasis>το φράκο</emphasis>) και ψηλά καπέλα (и высоких шляпах; <emphasis>το καπέλο</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>— Ήτανε πολύ όμορφη, λέει. Οι εφημερίδες της έκαναν μεγάλη ρεκλάμα. Σαν αθωώθηκε, ο κόσμος χειροκρότησε και της έδωσαν λουλούδια. Τώρα μπορεί να έγινε κανένα αστέρι του κινηματογράφου. Θα φορεί κολιέδες αληθινούς και θα κάθεται σε κανένα παλατάκι. Θα έχει και μεγάλα σκυλιά λαγωνικά και φίλους με φράκα και ψηλά καπέλα.</p>
   <empty-line/>
   <p>Καμιά φορά αγριεύει δίχως λόγο (иногда он приходит в ярость без причины; <emphasis>αγριεύω</emphasis>) και μιλά με κάποιο πάθος στη φωνή (и говорит со страстью: «какой-то страстью» в голосе).</p>
   <p>— Τον Αράπη σκότωσε (/она/ убила араба; <emphasis>σκοτώνω</emphasis>)! λέει ξαφνικά (говорит /он/ внезапно) και χτυπά τη γροθιά του στο τραπέζι του καφενείου (и бьет кулаком по столу в кафе; <emphasis>χτυπώ(α)</emphasis>). Απάνω του έριξε όλες τις σφαίρες της (в него /она/ выпустила: «бросила» все свои пули; <emphasis>ρίχνω; η σφαίρα</emphasis>). Εμένα δε θέλησε να με χτυπήσει (меня /она/ не захотела убить: «ударить»). Με κοίταξε καλά-καλά στα μάτια (/она/ хорошенько посмотрела мне в глаза), μα δεν πήγε το χέρι της (но не поднялась: «пошла» ее рука) να τραβήξει απάνω μου (в меня выстрелить; <emphasis>τραβώ (α)</emphasis>). Εγώ είμαι ο πρώτος άντρας (я первый мужчина) που την πήρε (который ею овладел: «ее взял»). Παρθένα ήτανε (/она/ была девственницей). Τώρα μπορεί να με εχθρεύεται (сейчас /она/, может быть, ненавидит меня/питает ко мне вражду; <emphasis>ο εχθρός — враг; εχθρεύομαι</emphasis>), μα δε βαστά η καρδιά της (но не может ее сердце вынести; <emphasis>βαστώ(α)</emphasis>) να μου κάμει κακό (причинить мне вред). Ούτε και να με βγάλει από το νου της μπορεί (да и выкинуть меня из головы /она/ тоже не может: «ни вынуть меня из ума она не может»).</p>
   <empty-line/>
   <p>Καμιά φορά αγριεύει δίχως λόγο και μιλά με κάποιο πάθος στη φωνή.</p>
   <p>— Τον Αράπη σκότωσε! λέει ξαφνικά και χτυπά τη γροθιά του στο τραπέζι του καφενείου. Απάνω του έριξε όλες τις σφαίρες της. Εμένα δε θέλησε να με χτυπήσει. Με κοίταξε καλά-καλά στα μάτια, μα δεν πήγε το χέρι της να τραβήξει απάνω μου. Εγώ είμαι ο πρώτος άντρας που την πήρε. Παρθένα ήτανε. Τώρα μπορεί να με εχθρεύεται, μα δε βαστά η καρδιά της να μου κάμει κακό. Ούτε και να με βγάλει από το νου της μπορεί.</p>
   <empty-line/>
   <p>Έτσι χάνει τη ζωή του ο Μεμάς (так прозябает Мемас: «так теряет свою жизнь Мемас»), στα καφενεδάκια (в кафе) και στις ταβέρνες του Πειραιά (и тавернах Пирея), και βουτά κάθε μέρα βαθύτερα (и каждый день /он/ все глубже погружается; <emphasis>βουτώ (α)</emphasis>) στη μελαγχολία του (в меланхолию) και στη ανημποριά του (и немощь). Δε σκοτίζεται πια (/он/ больше не пытается) να κάνει το λόρδο στη Μεσόγειο (строить из себя лорда в Средиземном море), ούτε τον πειρατή στην Ερυθρή Θάλασσα (или пирата в Красном море). Τώρα πια δεν είναι παρά (теперь /он/ не более чем) ένας ναύτης ερωτοχτυπημένος (моряк, сраженный любовью; <emphasis>ο έρωτας — любовь; χτυπάω — бить</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Έτσι χάνει τη ζωή του ο Μεμάς, στα καφενεδάκια και στις ταβέρνες του Πειραιά, και βουτά κάθε μέρα βαθύτερα στη μελαγχολία του και στη ανημποριά του. Δε σκοτίζεται πια να κάνει το λόρδο στη Μεσόγειο, ούτε τον πειρατή στην Ερυθρή Θάλασσα. Τώρα πια δεν είναι παρά ένας ναύτης ερωτοχτυπημένος.</p>
   <empty-line/>
   <empty-line/>
   <empty-line/>
   <subtitle>Η Συμμορία</subtitle>
   <subtitle>(Банда)</subtitle>
   <empty-line/>
   <p>Μια μέρα (однажды), στο μεγάλο διάλειμμα (на большой перемене) των 10 το πρωί (в десять часов утра: «десяти часов утра»), ο Πέτρος (Петрос), ο Δημητρός (Димитриос), ο Βύρων (Вирон), ο Μαντσουρδέλης (Мадсурделис) και εγώ (и я), αποφασίσαμε να ιδρύσουμε (решили создать; <emphasis>αποφασίζω; ιδρύω — создавать, основывать</emphasis>) μια συμμορία (банду). Ο Βύρων ήταν ο μεγαλύτερος (Вирон был самым старшим; <emphasis>μεγάλος — μεγαλύτερος — ο μεγαλύτερος</emphasis>), δηλαδή περίπου δώδεκα χρονών (то есть примерно лет двенадцати). Οι άλλοι όλοι (все остальные) δέκα μ’ έντεκα (десяти-одиннадцати). Είχαμε συναχτεί (/мы/ собрались; <emphasis>συνάγομαι</emphasis>) σε μια απόμερη γωνιά (в дальнем углу) και τα κρυφολέγαμε πολλή ώρα (и долго: «много времени» секретничали; <emphasis>κρυφός — тайный; κρυφολέω — шушукаться, секретничать</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μια μέρα, στο μεγάλο διάλειμμα των 10 το πρωί, ο Πέτρος, ο Δημητρός, ο Βύρων, ο Μαντσουρδέλης και εγώ, αποφασίσαμε να ιδρύσουμε μια συμμορία. Ο Βύρων ήταν ο μεγαλύτερος, δηλαδή περίπου δώδεκα χρονών. Οι άλλοι όλοι δέκα μ’ έντεκα. Είχαμε συναχτεί σε μια απόμερη γωνιά και τα κρυφολέγαμε πολλή ώρα.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ήμασταν, άλλωστε (к тому же, мы были), σοβαρότατοι και αρκετά ανήσυχοι (/чрезвычайно/ серьезны: «наисерьезнейшие» и порядком обеспокоены), γιατί νιώθαμε (потому что чувствовали; <emphasis>νιώθω</emphasis>) πως κάναμε όλοι μαζί (что делаем все вместе) κάτι σπουδαίο και ριψοκίνδυνο (что-то важное и рискованное). Πήραμε αργότερα (позже /мы/ взяли; <emphasis>παίρνω</emphasis>) κάτι μεγάλα χαρτιά (большие листы бумаги: «большие бумаги») και γράψαμε (и написали), σα να πούμε (как бы сказать), τα καταστατικά της συμμορίας (устав банды), δηλαδή τα μυστικά συνθήματα (то есть секретные пароли), τις ποινές (наказания) που έμελλαν να επιβληθούν στους προδότες (которые должны были быть применены к предателям: «которые предстояло, чтобы были наложены на предателей»; <emphasis>επιβάλλω — налагать, применять</emphasis>) κι άλλα τέτοια (и все в таком роде: «всякое такое»). Το έμβλημα της συμμορίας (эмблемой банды), ζωγραφισμένο απάνω στα καταστατικά (нарисованной на уставе; <emphasis>ζωγραφίζω</emphasis>), ήτανε μια νεκροκεφαλή (был череп; <emphasis>νεκρός — мертвый; το κεφάλι /η κεφαλή/ — голова; η νεκροκεφαλή — череп</emphasis>) κι από κάτω δύο κόκαλα σταυρωτά (а под ним — две скрещенные кости; <emphasis>ο σταυρός — крест; σταυρώνω — скрещивать</emphasis>). Ο τίτλος της (ее название) «Συμμορία η Μαύρη Χειρ» («Банда Черная Длань»; <emphasis>η χειρ /уст./ = το χέρι — рука</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ήμασταν, άλλωστε, σοβαρότατοι και αρκετά ανήσυχοι, γιατί νιώθαμε πως κάναμε όλοι μαζί κάτι σπουδαίο και ριψοκίνδυνο. Πήραμε αργότερα κάτι μεγάλα χαρτιά και γράψαμε, σα να πούμε, τα καταστατικά της συμμορίας, δηλαδή τα μυστικά συνθήματα, τις ποινές που έμελλαν να επιβληθούν στους προδότες κι άλλα τέτοια. Το έμβλημα της συμμορίας, ζωγραφισμένο απάνω στα καταστατικά, ήτανε μια νεκροκεφαλή κι από κάτω δύο κόκαλα σταυρωτά. Ο τίτλος της «Συμμορία η Μαύρη Χειρ».</p>
   <empty-line/>
   <p>Το λύκειό μας βρισκότανε (наш лицей находился; <emphasis>βρίσκομαι</emphasis>) στην πλατεία του Ταξιμιού (на площади Таксим <emphasis>/площадь в Стамбуле, в центре квартала Бейоглу, который исторически был населен греками и армянами/</emphasis>) με θαυμάσια θέα προς το Βόσπορο (с великолепным видом на Босфорский пролив). Πίσω από το σχολείο (позади школы) ήτανε μια μεγάλη αυλή (был большой двор) και παραπέρα μια δεύτερη αυλή (и немного подальше — второй двор), πολύ μεγαλύτερη (намного больше /первого/), που λεγότανε κατ’ ευφημισμό κήπος (который для приличия: «деликатно» назывался садом), γιατί συνόρευε με κήπους (поскольку граничил с садами; <emphasis>συνορεύω</emphasis>). Ίσως να ήτανε πραγματικά περιβόλι (возможно, /он/ и вправду был садом) πριν από χρόνια πολλά (много лет назад). Τελείωνε μ’ ένα απότομο κατήφορο (/он/ заканчивался крутым спуском; <emphasis>τελειώνω</emphasis>), γεμάτο αγριόχορτα (заросшим: «полным» бурьяном), τσουκνίδες (крапивой), γαϊδουράγκαθα (чертополохом) και αγριοσυκιές (и дикими смоковницами), που σταματούσε σε γκρεμισμένους τοίχους (который заканчивался: «останавливался» у разрушенных стен; <emphasis>σταματώ; γκρεμίζω</emphasis>) και άλλα χαλάσματα (и других развалин).</p>
   <empty-line/>
   <p>Το λύκειό της βρισκότανε στην πλατεία του Ταξιμιού με θαυμάσια θέα της το Βόσπορο. Πίσω από το σχολείο ήτανε μια μεγάλη αυλή και παραπέρα μια δεύτερη αυλή, πολύ μεγαλύτερη, που λεγότανε κατ’ ευφημισμό κήπος, γιατί συνόρευε με κήπους. Ίσως να ήτανε πραγματικά περιβόλι πριν από χρόνια πολλά. Τελείωνε μ’ ένα απότομο κατήφορο, γεμάτο αγριόχορτα, τσουκνίδες, γαϊδουράγκαθα και αγριοσυκιές, που σταματούσε σε γκρεμισμένους τοίχους και άλλα χαλάσματα.</p>
   <empty-line/>
   <p>Υπήρχαν στη δεύτερη αυλή (во втором дворе существовали) κι άλλες μισογκρεμισμένες οικοδομές (и другие полуразрушенные строения), παλιοί στάβλοι (старые конюшни) ίσως και σπίτια αμαξάδων (возможно, дома кучеров) και κηπουρών (и садовников) από τον καιρό που το σχολείο μας (/оставшиеся/ с тех времен, когда наша школа) ήτανε κονάκι κανενός άρχοντα της Πόλης (была поместьем какого-нибудь богача из Города (<emphasis>Город — с загл. буквы — имеется в виду Константинополь /Стамбул/</emphasis>). Μα όταν το έφτασα (однако на моей памяти: «когда я его застал»), δεν ήτανε πια παρά ένα πελώριο (/это/ была не более, чем огромная), γραφικό (живописная) και μυστηριακό σαράβαλο (и загадочная развалина), γεμάτο τρεχάματα και φωνές παιδιών (наполненная беготней и детскими голосами). Το γκρέμισαν κατά τα 1920 (к 1920 ее разрушили) κ’ έχτισαν στη θέση του ένα κινηματοθέατρο (и на ее месте построили кинотеатр; <emphasis>χτίζω; το κινηματοθέατρο /уст./ = ο κινηματογράφος</emphasis>) και στον κήπο εγκαταστάθηκε ένα ρωσικό καμπαρέ (а в саду обосновалось русское кабаре; <emphasis>εγκαθίσταμαι</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Υπήρχαν στη δεύτερη αυλή κι της μισογκρεμισμένες οικοδομές, παλιοί στάβλοι ίσως και σπίτια αμαξάδων και κηπουρών από τον καιρό που το σχολείο μας ήτανε κονάκι κανενός άρχοντα της Πόλης. Μα όταν το έφτασα, δεν ήτανε πια παρά ένα πελώριο, γραφικό και μυστηριακό σαράβαλο, γεμάτο τρεχάματα και φωνές παιδιών. Το γκρέμισαν κατά τα 1920 κ’ έχτισαν στη θέση του ένα κινηματοθέατρο και στον κήπο εγκαταστάθηκε ένα ρωσικό καμπαρέ.</p>
   <empty-line/>
   <p>Εκεί, μες στις τσουκνίδες (там, среди крапивы) και τα ετοιμόρροπα ντουβάρια (и обветшалых стен), με τον περίφημο Βόσπορο στα πόδια μας (со знаменитым Босфорским проливом у наших ног) κι αντίκρυ μας την απέραντη Ασία (и с бесконечной Азией напротив), η φαντασία μας οργίαζε (наша фантазия буйствовала; <emphasis>οργιάζω</emphasis>) ολημερίς (с утра до вечера). Θέλαμε κ’ εμείς να γίνουμε (мы тоже хотели стать) μυστηριακοί και καταπληκτικοί (загадочными и великолепными) και να κάνουμε πράγματα (и совершать поступки), που δεν τα χωρεί ο νους των κοινών ανθρώπων (которые не вмещает в себя ум простых людей = которые недоступны пониманию простых людей; <emphasis>χωρώ</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Εκεί, μες στις τσουκνίδες και τα ετοιμόρροπα ντουβάρια, με τον περίφημο Βόσπορο στα πόδια μας κι αντίκρυ μας την απέραντη Ασία, η φαντασία μας οργίαζε ολημερίς. Θέλαμε κ’ εμείς να γίνουμε μυστηριακοί και καταπληκτικοί και να κάνουμε πράγματα, που δεν τα χωρεί ο νους των κοινών ανθρώπων.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ύστερα, κρύβαμε μες στα θρανία μας (кроме того, /мы/ прятали в партах) κάτι απαγορευμένα και γοητευτικά φυλλάδια (запрещенные и чарующие книжицы: «брошюры»), που διηγούνταν ιστορίες συμμοριών (которые рассказывали истории о бандах) και τα ανδραγαθήματα των θρυλικών αστυνομικών (и подвигах легендарных детективов: «полицейских») Σέρλοκ Χολμς, Νατ Πίνκερτον και Νικ Κάρτερ (Шерлока Холмса, Ната Пинкертона и Ника Картера), και το Σάββατο απόγευμα (а в субботу вечером) μας επιτρέπανε (нам разрешали; <emphasis>επιτρέπω</emphasis>) και πηγαίναμε μόνοι μας στον κινηματογράφο (ходить самим: «и мы сами ходили» в кинотеатр), όπου βλέπαμε και θαυμάζαμε (где смотрели и восхищались; <emphasis>βλέπω; θαυμάζω</emphasis>) όλων των ειδών τα κακουργήματα (всякого рода злодействами) και τις μεγάλες πράξεις (и великими деяниями).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ύστερα, κρύβαμε μες στα θρανία μας κάτι απαγορευμένα και γοητευτικά φυλλάδια, που διηγούνταν ιστορίες συμμοριών και τα ανδραγαθήματα των θρυλικών αστυνομικών Σέρλοκ Χολμς, Νατ Πίνκερτον και Νικ Κάρτερ, και το Σάββατο απόγευμα μας επιτρέπανε και πηγαίναμε μόνοι μας στον κινηματογράφο, όπου βλέπαμε και θαυμάζαμε όλων των ειδών τα κακουργήματα και τις μεγάλες πράξεις.</p>
   <empty-line/>
   <p>Γουστάραμε κυρίως τις αμερικάνικες ταινίες (больше всего по вкусу нам приходились американские киноленты; <emphasis>το γούστο — вкус; γουστάρω — нравиться, приходиться по вкусу</emphasis>), που παρασταίνανε σχεδόν πάντα ένα ξύλινο φρούριο του Φαρ-Ουέστ (в которых почти всегда показывалась: «которые почти всегда изображали» деревянная крепость на Диком Западе; <emphasis>παριστάνω</emphasis>), που το πολιορκούσαν οι άγριοι Ινδιάνοι (которую осаждали свирепые индейцы; <emphasis>πολιορκώ — осаждать; άγριος — дикий; злой, свирепый, жестокий</emphasis>), στολισμένοι με φτερά (украшенные перьями; <emphasis>στολίζομαι</emphasis>) και οπλισμένοι με τόξα και τσεκούρια (и вооруженные луками и томагавками; <emphasis>οπλίζομαι; το τσεκούρι — топор, томагавк</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Γουστάραμε κυρίως τις αμερικάνικες ταινίες, που παρασταίνανε σχεδόν πάντα ένα ξύλινο φρούριο του Φαρ-Ουέστ, που το πολιορκούσαν οι άγριοι Ινδιάνοι, στολισμένοι με φτερά και οπλισμένοι με τόξα και τσεκούρια.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μες στο φρούριο ήταν μια ξανθή κοπέλα (в крепости находилась блондинка: «светловолосая девушка»), που αγαπούσε παράφορα (которая безумно любила) έναν ωραίο Αμερικανό αξιωματικό (прекрасного американского офицера) με μεγάλο πλατύγυρο καπέλο (в большой широкополой шляпе). Στο τέλος (в конце), την ώρα ακριβώς (именно в тот момент) που οι τρομεροί Ινδιάνοι έμπαιναν στο φρούριο (когда ужасные индейцы проникали: «входили» в крепость) κι άρχιζαν να καίνε (и начинали жечь) και να σφάζουν (и резать) και κόντευαν να σφάξουν και την ξανθή κοπέλα (и уже собирались убить: «были близки к тому, чтобы зарезать» светловолосую девушку), έφτανε ο ωραίος αξιωματικός επικεφαλής του ιππικού (появлялся прекрасный офицер, глава кавалерии).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μες στο φρούριο ήταν μια ξανθή κοπέλα, που αγαπούσε παράφορα έναν ωραίο Αμερικανό αξιωματικό με μεγάλο πλατύγυρο καπέλο. Στο τέλος, την ώρα ακριβώς που οι τρομεροί Ινδιάνοι έμπαιναν στο φρούριο κι άρχιζαν να καίνε και να σφάζουν και κόντευαν να σφάξουν και την ξανθή κοπέλα, έφτανε ο ωραίος αξιωματικός επικεφαλής του ιππικού.</p>
   <empty-line/>
   <p>Γινόταν ένας μεγάλος καλπασμός (происходила большая погоня), η σημαία των Ηνωμένων Πολιτειών (флаг Соединенных Штатов) κυμάτιζε ηρωικά μες στους καπνούς της μάχης (победно взвивался в дыму сражения), οι Ινδιάνοι έφευγαν κουτρουβαλιστά (индейцы беспорядочно бежали), η ξανθή κοπέλα λιγοθυμούσε στην αγκαλιά του αξιωματικού της (блондинка падала в обморок в объятиях своего офицера; <emphasis>λιγοθυμώ = λιποθυμώ</emphasis>). Τότε σηκωνόμασταν απάνω (тогда /мы/ вскакивали) και θορυβούσαμε με ενθουσιασμό (и начинали восторженно шуметь; <emphasis>θορυβώ</emphasis>) κ’ ερχόντανε οι υπάλληλοι του κινηματογράφου (/тогда/ приходили служащие кинотеатра) και μας φοβέριζαν (и пугали нас; <emphasis>φοβερίζω</emphasis>) πως θα μας βγάλουν έξω (что выставят нас наружу).</p>
   <empty-line/>
   <p>Γινόταν ένας μεγάλος καλπασμός, η σημαία των Ηνωμένων Πολιτειών κυμάτιζε ηρωικά μες στους καπνούς της μάχης, οι Ινδιάνοι έφευγαν κουτρουβαλιστά, η ξανθή κοπέλα λιγοθυμούσε στην αγκαλιά του αξιωματικού της. Τότε σηκωνόμασταν απάνω και θορυβούσαμε με ενθουσιασμό κ’ ερχότανε οι υπάλληλοι του κινηματογράφου και μας φοβέριζαν πως θα μας βγάλουν έξω.</p>
   <empty-line/>
   <p>Στον κινηματογράφο (в кинотеатре) ο Βύρων και ο Πέτρος καπνίζανε τα πρώτα τους τσιγάρα (Вирон и Петрос курили свои первые сигареты), που τα έκλεβαν από τους πατέρες τους (которые они воровали у своих отцов; <emphasis>κλέβω</emphasis>), κ’ εμείς οι άλλοι τους ενθαρρύναμε (а все остальные подбадривали их; <emphasis>ενθαρρύνω</emphasis>) για να δείξουμε (чтобы показать; <emphasis>δείχνω</emphasis>) πως δεν ήμασταν καθυστερημένοι (что /мы/ не были отсталыми), μα δεν τολμούσαμε (но не решались; <emphasis>τολμώ</emphasis>) και να τους μιμηθούμε (также им подражать; <emphasis>μιμούμαι</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Στον κινηματογράφο ο Βύρων και ο Πέτρος καπνίζανε τα πρώτα τους τσιγάρα, που τα έκλεβαν από τους πατέρες τους, κ’ εμείς οι άλλοι τους ενθαρρύναμε για να δείξουμε πως δεν ήμασταν καθυστερημένοι, μα δεν τολμούσαμε και να τους μιμηθούμε.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μια μέρα όμως (впрочем, однажды), που η οθόνη έδειξε (когда на экране показали: «экран показал») κάτι κυρίες που κάπνιζαν (каких-то дам, которые курили), εγώ είπα (я сказал) πως αυτές ήταν πρόστυχες γυναίκες (что они были вульгарными женщинами), γιατί οι καλές γυναίκες (потому что приличные женщины) ποτέ δεν πίνουν τσιγάρο (никогда не курят сигареты: «выпивают сигарету»). Ο Βύρων τότε θύμωσε (тогда Вирон разозлился; <emphasis>θυμώνω</emphasis>) και μου είπε (и сказал мне) πως μιλώ σαν επαρχιώτης (что /я/ рассуждаю, как деревенщина) και πως δεν ξέρω τίποτα (и что /я/ ничего не знаю) ούτε από γυναίκες (ни о женщинах) ούτε από καλό κόσμο (ни о высшем обществе) και πως ίσια-ίσια (и что как раз) όλες οι σπουδαίες κυρίες καπνίζουν (все важные дамы курят), όλες ανεξαίρετα (все, без исключения).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μια μέρα όμως, που η οθόνη έδειξε κάτι κυρίες που κάπνιζαν, εγώ είπα πως αυτές ήταν πρόστυχες γυναίκες, γιατί οι καλές γυναίκες ποτέ δεν πίνουν τσιγάρο. Ο Βύρων τότε θύμωσε και μου είπε πως μιλώ σαν επαρχιώτης και πως δεν ξέρω τίποτα ούτε από γυναίκες ούτε από καλό κόσμο και πως ίσια-ίσια όλες οι σπουδαίες κυρίες καπνίζουν, όλες ανεξαίρετα.</p>
   <empty-line/>
   <p>Κ’ εμένα αυτά μου κακοφάνηκαν πολύ (и меня это очень раздосадовало; <emphasis>κακοφαίνομαι</emphasis>), γιατί οι γυναίκες (потому что женщины) που γνώριζα (которых я знал) δεν κάπνιζαν ποτέ (никогда не курили) κι αυτό σήμαινε λοιπόν (и, следовательно, это значило; <emphasis>σημαίνω</emphasis>) πως ήμουν κατώτερος στην κοινωνία (что я занимал более низкое положение в обществе: «был ниже в обществе»). Οι άλλοι δεν είχανε γνώμη (у других не было мнения) γι’ αυτά τα ζητήματα (по этим вопросам) κ’ έλεγαν (и они говорили) πως περιφρονούσαν τις γυναίκες (что презирают женщин; <emphasis>περιφρονώ</emphasis>), είτε κάπνιζαν είτε όχι (/независимо/ /от того/ курят они или нет).</p>
   <empty-line/>
   <p>Κ’ εμένα αυτά μου κακοφάνηκαν πολύ, γιατί οι γυναίκες που γνώριζα δεν κάπνιζαν ποτέ κι αυτό σήμαινε λοιπόν πως ήμουν κατώτερος στην κοινωνία. Οι άλλοι δεν είχανε γνώμη γι’ αυτά τα ζητήματα κ’ έλεγαν πως περιφρονούσαν τις γυναίκες, είτε κάπνιζαν είτε όχι.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Βύρων, βέβαια, ήταν λίγο σνομπ (Вирон, конечно, был немного снобом). Ο Πέτρος πάλι (в то время как Петрос) ήταν ο πιο άταχτος μαθητής του λυκείου (был самым непослушным учеником в лицее), το πιο τρελό παιδί (самым сумасшедшим мальчишкой) που έτυχε να γνωρίσω ποτέ (с которым мне привелось когда-либо познакомиться; <emphasis>τυχαίνω; γνωρίζω</emphasis>). Τον ήξερα από τον καιρό (/я/ знал его с того времени) που ήμασταν τεσσάρων χρονών περίπου (когда нам было где-то по четыре года) κι από τότε κρατούσε σε αδιάκοπη αγωνία (и уже тогда он держал в непрерывном напряжении; <emphasis>κρατώ</emphasis>) τις νταντάδες και τις γκουβερνάντες (нянь и гувернанток) του δημοτικού κήπου του Ταξιμιού (в городском саду Таксима).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Βύρων, βέβαια, ήταν λίγο σνομπ. Ο Πέτρος πάλι ήταν ο πιο άταχτος μαθητής του λυκείου, το πιο τρελό παιδί που έτυχε να γνωρίσω ποτέ. Τον ήξερα από τον καιρό που ήμασταν τεσσάρων χρονών περίπου κι από τότε κρατούσε σε αδιάκοπη αγωνία τις νταντάδες και τις γκουβερνάντες του δημοτικού κήπου του Ταξιμιού.</p>
   <empty-line/>
   <p>Αργότερα ξέφυγε από κάθε επίβλεψη (позже /он/ вырвался из под какого бы то ни было надзора; <emphasis>ξεφεύγω</emphasis>) και γυρνούσε το Πέρα ρεμπελεύοντας (и бродил, бездельничая, по Пере; <emphasis>ρεμπελεύω — слоняться без дела; бездельничать; Пера — современный район Бейоглу в Стамбуле</emphasis>), κρεμνιότανε πίσω από τα αμάξια (повисал сзади на машинах; <emphasis>κρεμνιέμαι</emphasis>), έπαιζε πετροπόλεμο με τα αλητόπαιδα (бросался камнями: «играл в каменную войну» в уличных мальчишек), φιλονικούσε με τα αδέσποτα σκυλιά (дразнил: «ссорился» беспризорных собак; <emphasis>φιλονικώ — ссориться; зд. дразнить</emphasis>), έκανε φάρσες στους καταστηματάρχες (подстраивал проделки над владельцами магазинов), πείραζε τους διαβάτες (надоедал прохожим; <emphasis>πειράζω</emphasis>), απασχολούσε τους αστυφύλακες (причинял хлопоты полицейским; <emphasis>απασχολώ — занимать; надоедать; причинять хлопоты</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Αργότερα ξέφυγε από κάθε επίβλεψη και γυρνούσε το Πέρα ρεμπελεύοντας, κρεμνιότανε πίσω από τα αμάξια, έπαιζε πετροπόλεμο με τα αλητόπαιδα, φιλονικούσε με τα αδέσποτα σκυλιά, έκανε φάρσες στους καταστηματάρχες, πείραζε τους διαβάτες, απασχολούσε τους αστυφύλακες.</p>
   <empty-line/>
   <p>Στο σχολείο (в школе) οι δάσκαλοι ήταν υποχρεωμένοι (учителя были вынуждены) να συνθηκολογούν μαζί του (идти ему на уступки: «заключать соглашения»; <emphasis>συνθηκολογώ</emphasis>), να τον καλοπιάνουν (заискивать перед ним), να προσπαθούν να αποκτήσουν την εύνοιά του (стараться приобрести его расположение; <emphasis>αποκτώ</emphasis>), ειδάλλως ήταν αδύνατο (иначе было невозможно) να γίνει μάθημα (чтобы состоялся урок).</p>
   <empty-line/>
   <p>Στο σχολείο οι δάσκαλοι ήταν υποχρεωμένοι να συνθηκολογούν μαζί του, να τον καλοπιάνουν, να προσπαθούν να αποκτήσουν την εύνοιά του, ειδάλλως ήταν αδύνατο να γίνει μάθημα.</p>
   <empty-line/>
   <p>Επινοούσε συνεχώς (/он/ постоянно выдумывал; <emphasis>επινοώ</emphasis>) φάρσες ανεκδιήγητες (неописуемые проделки), κουβαλούσε μαζί του (таскал с собой; <emphasis>κουβαλώ</emphasis>) και ειδικά εργαλεία (специальные инструменты), κατάστρωνε σχέδια στο χαρτί (строил планы на бумаге; <emphasis>καταστρώνω</emphasis>), έβγαζε λόγους (говорил речи), κατάφερνε να μεταδώσει τις μανίες του (ему удавалось передать свое воодушевление: «свои мании/страстные желания»; <emphasis>καταφέρνω; μεταδίδω; η μανία — мания; воодушевление; страстное желание</emphasis>) και το κέφι του (и свое хорошее настроение) σ’ όλη την τάξη (всему классу). Στις αταξίες του (в его шалостях) λάβαιναν μέρος (принимало участие) πλήθος μαθητές (множество учеников), ήταν ολόκληρες παραστάσεις (/это/ были целые представления), που τις σκηνοθετούσε αυτός (которые /он/ режиссировал; <emphasis>σκηνοθετώ</emphasis>). Τον παρακολουθούσαμε (/мы/ за ним следили; <emphasis>παρακολουθώ</emphasis>) και τον μιμούμασταν (и подражали ему; <emphasis>μιμούμαι</emphasis>) όσο μπορούσαμε καλύτερα (насколько могли хорошо).</p>
   <empty-line/>
   <p>Επινοούσε συνεχώς φάρσες ανεκδιήγητες, κουβαλούσε μαζί του και ειδικά εργαλεία, κατάστρωνε σχέδια στο χαρτί, έβγαζε λόγους, κατάφερνε να μεταδώσει τις μανίες του και το κέφι του σ’ όλη την τάξη. Στις αταξίες του λάβαιναν μέρος πλήθος μαθητές, ήταν ολόκληρες παραστάσεις, που τις σκηνοθετούσε αυτός. Τον παρακολουθούσαμε και τον μιμούμασταν όσο μπορούσαμε καλύτερα.</p>
   <empty-line/>
   <p>Σ’ όλα αυτά (во всем этом) ο καημένος ο Μαντσουρδέλης (бедный Мадсурделис) ήτανε το θύμα (был жертвой). Οτιδήποτε και να συνέβαινε (что бы ни случалось), αυτός έτρωγε στο τέλος (/именно/ он получал: «ел» в конце) τις περισσότερες κατσάδες (большинство нагоняев; <emphasis>η κατσάδα</emphasis>) και τα πιο δυνατά χαστούκια (и самые сильные оплеухи). Όχι πως το κάναμε επίτηδες (не то чтобы мы специально делали /так/) να ρίχνουμε απάνω του (чтобы свалить на него) τις ευθύνες των πράξεών μας (ответственность за наши поступки), αλλά τον κατάτρεχε, θαρρείς (но, казалось, что его преследует), μια σκληρή και άδικη (жестокий и несправедливый) παιδική ειμαρμένη (детский рок).</p>
   <empty-line/>
   <p>Σ’ όλα αυτά ο καημένος ο Μαντσουρδέλης ήτανε το θύμα. Οτιδήποτε και να συνέβαινε, αυτός έτρωγε στο τέλος τις περισσότερες κατσάδες και τα πιο δυνατά χαστούκια. Όχι πως το κάναμε επίτηδες να ρίχνουμε απάνω του τις ευθύνες των πράξεών μας, αλλά τον κατάτρεχε, θαρρείς, μια σκληρή και άδικη παιδική ειμαρμένη.</p>
   <empty-line/>
   <p>Σ’ όλα τα σχολεία, νομίζω (во всех школах, думаю), υπάρχουν συνήθως κάτι τέτοιοι μαθητές (существуют обычно подобные ученики), που δεν είναι σε τίποτα χειρότεροι από τους άλλους (которые ничем не хуже других), μα που είναι αδύνατο (но которым невозможно) να αποφύγουν την τιμωρία (избежать наказания; <emphasis>αποφεύγω</emphasis>) όταν συμβεί κάποια αταξία (когда произойдет какая-то проделка; <emphasis>συμβαίνω</emphasis>) ή κάποια ζημιά (или ущерб). Έχουνε κάτι απροσδιόριστο (в них есть что-то неопределенное), κάποιο ύφος (какой-то вид), κάποιον αέρα (какая-то манера держаться; <emphasis>ο αέρας — воздух; вид, манера держаться</emphasis>), που επισύρει μηχανικά (которая автоматически навлекает; <emphasis>επισύρω</emphasis>) την οργή των παιδαγωγών (гнев педагогов), ακόμα και των πιο αγαθών (даже самых добрых) και προκαλεί το πάθος των σαδιστών (и вызывает страсть садистов).</p>
   <empty-line/>
   <p>Σ’ όλα τα σχολεία, νομίζω, υπάρχουν συνήθως κάτι τέτοιοι μαθητές, που δεν είναι σε τίποτα χειρότεροι από τους άλλους, μα που είναι αδύνατο να αποφύγουν την τιμωρία όταν συμβεί κάποια αταξία ή κάποια ζημιά. Έχουνε κάτι απροσδιόριστο, κάποιο ύφος, κάποιον αέρα, που επισύρει μηχανικά την οργή των παιδαγωγών, ακόμα και των πιο αγαθών, και προκαλεί το πάθος των σαδιστών.</p>
   <empty-line/>
   <p>Κ’ ύστερα (а потом) γεννιέται μες στο σχολείο ένα έθιμο (в школе рождается обычай). Ο μαθητής αυτός (этот ученик) πρέπει να φάει ξύλο κανονικά (должен быть выдран: «съесть палку» как положено), είναι άγραφος νόμος (/это/ неписанный закон). Το ξέρει κι ο ίδιος (/он/ и сам это знает) και το περιμένει (и ждет) και δεν κάνει πια τίποτα (и не делает уже ничего) για να προφυλαχτεί (чтобы защититься; <emphasis>προφυλάσσομαι</emphasis>). Το περιμένει και όλη η τάξη (этого ожидает и весь класс) σαν κάτι φυσικό και αναπόφευκτο (словно чего-то естественного и неизбежного). Το ξέρει από πριν κι ο δάσκαλος (это заранее знает и учитель), που καταντά να θεωρεί το ξυλοκόπημα αυτό (который доходит /до/ /того/, что /начинает/ считать эту порку; <emphasis>καταντώ</emphasis>) σαν ένα μέρος της επαγγελματικής του ρουτίνας (частью своей профессиональной рутины). Ξύλο λοιπόν του Μαντσουρδέλη (так что, порка: «палка» Мадсурделису), για να λειτουργήσει ομαλά (чтобы шла своим чередом: «нормально действовала»; <emphasis>λειτουργώ</emphasis>) η ρουτίνα του σχολείου (школьная рутина)!</p>
   <empty-line/>
   <p>Κ’ ύστερα γεννιέται μες στο σχολείο ένα έθιμο. Ο μαθητής αυτός πρέπει να φάει ξύλο κανονικά, είναι άγραφος νόμος. Το ξέρει κι ο ίδιος και το περιμένει και δεν κάνει πια τίποτα για να προφυλαχτεί. Το περιμένει και όλη η τάξη σαν κάτι φυσικό και αναπόφευκτο. Το ξέρει από πριν κι ο δάσκαλος, που καταντά να θεωρεί το ξυλοκόπημα αυτό σαν ένα μέρος της επαγγελματικής του ρουτίνας. Ξύλο λοιπόν του Μαντσουρδέλη, για να λειτουργήσει ομαλά η ρουτίνα του σχολείου!</p>
   <empty-line/>
   <p>Ήταν ένα ήσυχο (/это/ был тихий), απλό (простой) και καλόβολο παιδί (и покладистый ребенок) με τραχιά χαρακτηριστικά (с грубыми чертами лица), μ’ ένα μεγάλο κεφάλι (с большой головой) δυσανάλογο με το μπόι του (непропорциональной его росту) και μ’ ένα βλέμμα βαθύ (со взглядом глубоким), ήρεμο (спокойным), γεμάτο αγαθότητα (полным доброты). Δεν παραπονιότανε ποτέ (/он/ никогда не жаловался; <emphasis>παραπονιέμαι</emphasis>). Έσκυβε το μεγάλο κεφάλι του καρτερικά (/он/ стойко склонял свою большую голову; <emphasis>σκύβω</emphasis>) κ’ έτρωγε τους μπάτσους (выносил оплеухи: «ел оплеухи») χωρίς να βγάζει τσιμουδιά (не издавая ни звука).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ήταν ένα ήσυχο, απλό και καλόβολο παιδί με τραχιά χαρακτηριστικά, μ’ ένα μεγάλο κεφάλι δυσανάλογο με το μπόι του και μ’ ένα βλέμμα βαθύ, ήρεμο, γεμάτο αγαθότητα. Δεν παραπονιότανε ποτέ. Έσκυβε το μεγάλο κεφάλι του καρτερικά κ’ έτρωγε τους μπάτσους χωρίς να βγάζει τσιμουδιά.</p>
   <empty-line/>
   <p>Καμιά φορά (иногда) ο δάσκαλος τον χτυπούσε δυνατά (учитель сильно бил его) με χάρακες (линейками; <emphasis>ο χάρακας</emphasis>) ή με κασετίνες (или пеналами). Άλλοτε τον άρπαζε με τα δύο χέρια (в другой раз /он/ хватал его обеими руками; <emphasis>αρπάζω</emphasis>) και τον βροντούσε απάνω στους τοίχους (и грохал его об стену; <emphasis>η βροντή — гром; βροντώ — громыхать; бить с силой, грохать</emphasis>). Άκουγες το παλαιικό ντουβάρι (слышно было: «/ты/ слышал», как старая стена) να τραντάζεται ολόκληρο (вся сотрясалась). Το παιδί δεν μιλούσε (ребенок не говорил). Όταν τελείωνε το κακό (когда беда заканчивалась), τραβιότανε σε μια γωνιά (он тащился в угол; <emphasis>τραβιέμαι</emphasis>) κ’ έκλαιγε σιγανά (и тихо плакал), χωρίς δάκρυα (без слез), με το ίδιο πάντα στοχαστικό (всегда с одним и тем же задумчивым) και ήμερο ύφος (и кротким видом).</p>
   <empty-line/>
   <p>Καμιά φορά ο δάσκαλος τον χτυπούσε δυνατά με χάρακες ή με κασετίνες. Άλλοτε τον άρπαζε με τα δύο χέρια και τον βροντούσε απάνω στους τοίχους. Άκουγες το παλαιικό ντουβάρι να τραντάζεται ολόκληρο. Το παιδί δεν μιλούσε. Όταν τελείωνε το κακό, τραβιότανε σε μια γωνιά κ’ έκλαιγε σιγανά, χωρίς δάκρυα, με το ίδιο πάντα στοχαστικό και ήμερο ύφος.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μια μέρα (однажды) ο Μαντσουρδέλης έπαψε να έρχεται στο σχολείο (Мадсурделис перестал ходить в школу; <emphasis>παύω</emphasis>). Ο Δημητρός, που ήτανε περίεργος (Димитрос, который был любопытным), πήγε και ρώτησε εδώ κ’ εκεί (походил и поспрашивал тут и там; <emphasis>ρωτάω</emphasis>) και έμαθε (и узнал; <emphasis>μαθαίνω</emphasis>) ότι ο Μαντσουρδέλης είχε χάσει τον πατέρα του (что Мадсурделис потерял своего отца). Η είδηση αυτή (эта новость) μας έκανε μεγάλη εντύπωση (произвела: «сделала» на нас большое впечатление).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μια μέρα ο Μαντσουρδέλης έπαψε να έρχεται στο σχολείο. Ο Δημητρός, που ήτανε περίεργος, πήγε και ρώτησε εδώ κ’ εκεί και έμαθε ότι ο Μαντσουρδέλης είχε χάσει τον πατέρα του. Η είδηση αυτή μας έκανε μεγάλη εντύπωση.</p>
   <empty-line/>
   <p>Αμέσως ο ορφανός σύντροφός μας (тотчас наш осиротевший товарищ) απέκτησε απέναντί μας (приобрел среди нас; <emphasis>αποκτώ</emphasis>) ένα κύρος εξαιρετικό (чрезвычайный авторитет). Του συνέβαινε κάτι επιβλητικό (с ним происходило что-то величественное) και επίσημο (и важное) και τρομερό συνάμα (и, одновременно, ужасное), που τον ανέβαζε μονομιάς (что тотчас поднимало его; <emphasis>ανεβάζω</emphasis>) πολύ ψηλότερα από όλους εμάς (намного выше всех нас). Τον ανέβαζε (/это/ его возвышало: «поднимало»), αλλά και τον αποξένωνε (но и отчуждало; <emphasis>αποξενώνω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Αμέσως ο ορφανός σύντροφός μας απέκτησε απέναντί μας ένα κύρος εξαιρετικό. Του συνέβαινε κάτι επιβλητικό και επίσημο και τρομερό συνάμα, που τον ανέβαζε μονομιάς πολύ ψηλότερα από όλους εμάς. Τον ανέβαζε, αλλά και τον αποξένωνε.</p>
   <empty-line/>
   <p>Θαρρείς και ανήκε τώρα (казалось, что теперь /он/ принадлежал) σ’ έναν άλλο κόσμο (к другому миру). Νιώθαμε (/мы/ чувствовали) πως δεν μπορούσε πια (что /он/ больше не мог) να ενδιαφέρεται όπως πριν (интересоваться, как и раньше) για τα δικά μας καμώματα (нашими делами), ούτε κ’ εμείς όμως μπορούσαμε (впрочем, мы тоже не могли) να λάβουμε μέρος (принять участие) σε ό, τι τον απασχολούσε αυτόν (в том, что его занимало; <emphasis>απασχολώ</emphasis>). Τι έπρεπε να κάνουμε δεν ξέραμε (/мы/ не знали, что следовало делать). Έπρεπε κάτι να του πούμε (/мы/ должны были ему что-то сказать), όταν θα γυρνούσε στο σχολείο (когда /он/ вернется в школу; <emphasis>γυρνώ</emphasis>), με δεν βρίσκαμε τι (но не знали: «не находили» что; <emphasis>βρίσκω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Θαρρείς και ανήκε τώρα σ’ έναν άλλο κόσμο. Νιώθαμε πως δεν μπορούσε πια να ενδιαφέρεται όπως πριν για τα δικά μας καμώματα, ούτε κ’ εμείς όμως μπορούσαμε να λάβουμε μέρος σε ό, τι τον απασχολούσε αυτόν. Τι έπρεπε να κάνουμε δεν ξέραμε. Έπρεπε κάτι να του πούμε, όταν θα γυρνούσε στο σχολείο, με δεν βρίσκαμε τι.</p>
   <empty-line/>
   <p>Το συζητήσαμε αρκετά (/мы/ довольно /долго/ обсуждали это; <emphasis>συζητώ</emphasis>) και ήμασταν σε μεγάλη αμηχανία (и пребывали в большом затруднении), γιατί κατά βάθος (потому что в глубине /души/) προτιμούσαμε να μην του πούμε τίποτα (предпочитали ничего ему не говорить; <emphasis>προτιμώ</emphasis>), να μην μιλούμε καθόλου γι’ αυτήν την υπόθεση (вообще не разговаривать об этом деле), που μας ξένιζε (которое нас поражало) και μας στενοχωρούσε (и расстраивало; <emphasis>στενοχωρώ</emphasis>), να πάψουμε και να την σκεπτόμαστε (перестать даже думать о нем) και να επιστρέψουμε στις πρωτινές μας ασχολίες (и возвратиться к своим прежним занятиям).</p>
   <empty-line/>
   <p>Το συζητήσαμε αρκετά και ήμασταν σε μεγάλη αμηχανία, γιατί κατά βάθος προτιμούσαμε να μην του πούμε τίποτα, να μην μιλούμε καθόλου γι’ αυτήν την υπόθεση, που μας ξένιζε και μας στενοχωρούσε, να πάψουμε και να την σκεπτόμαστε και να επιστρέψουμε στις πρωτινές μας ασχολίες.</p>
   <empty-line/>
   <p>Στο τέλος ο Δημητρός (под конец, Димитрос), ο πιο τυπικός (самый педантичный) και πιο εύστροφος της συντροφιάς (и самый изворотливый в компании), βρήκε μια λύση του προβλήματος (нашел решение проблемы) που μας αλάφρωνε (которое освобождало нас) απ’ αυτήν τη δυσάρεστη απασχόληση (от этого неприятного занятия), χωρίς όμως να μας αφήνει και τύψεις (однако, не оставляя у нас угрызений) πως δεν κάναμε ό, τι έπρεπε (что /мы/ не сделали того, что следовало). Ο Δημητρός δήλωσε (Димитрос заявил) πως ήτανε καλύτερα (что будет лучше) να μην του πούμε τίποτα απολύτως (ничего абсолютно ему не говорить), γιατί αλλιώς (потому что, в противоположном случае) θα τον βάζαμε να ξαναθυμηθεί το πένθος του (/мы/ заставим его вспомнить траур) και θα του προξενούσαμε λύπη (и вызовем у него печаль; <emphasis>προξενώ</emphasis>). Αποφασίστηκε λοιπόν ομόφωνα πως (таким образом, было единогласно решено), για το καλό του Μαντσουρδέλη (что для блага Мадсурделиса), δε θα του μιλούσαμε καθόλου (/мы/ не будем вообще говорить с ним) για το θάνατο του πατέρα του (о смерти его отца).</p>
   <empty-line/>
   <p>Στο τέλος ο Δημητρός, ο πιο τυπικός και πιο εύστροφος της συντροφιάς, βρήκε μια λύση του προβλήματος που μας αλάφρωνε απ’ αυτήν τη δυσάρεστη απασχόληση, χωρίς όμως να μας αφήνει και τύψεις πως δεν κάναμε ό, τι έπρεπε. Ο Δημητρός δήλωσε πως ήτανε καλύτερα να μην του πούμε τίποτα απολύτως, γιατί αλλιώς θα τον βάζαμε να ξαναθυμηθεί το πένθος του και θα του προξενούσαμε λύπη. Αποφασίστηκε λοιπόν ομόφωνα πως, για το καλό του Μαντσουρδέλη, δε θα του μιλούσαμε καθόλου για το θάνατο του πατέρα του.</p>
   <empty-line/>
   <p>Πραγματικά, όταν γύρισε στο σχολείο (и правда, когда /он/ вернулся в школу), δεν του είπαμε τίποτα σχετικό (/мы/ не сказали ему ничего по этому поводу: «ничего соответствующего»), αλλά και δεν ξέραμε (но и не знали) τι στάση να κρατήσουμε απέναντί του (какую позицию занять по отношению к нему; <emphasis>κρατώ</emphasis>). Και, εξάλλου, το κύρος (и, к тому же, авторитет), που έλεγα πριν (о котором я ранее говорил), μας πτοούσε (нас устрашал; <emphasis>πτοώ</emphasis>) και μας απομάκρυνε απ’ αυτόν (и отдалял от него; <emphasis>απομακρύνω</emphasis>). Τον πλησιάζαμε (/мы/ приближались к нему) όσο μπορούσαμε σπανιότερα (как можно реже) και τον εγκαταλείπαμε (и бросали/оставляли его; <emphasis>εγκαταλείπω</emphasis>) με την πρώτη αφορμή (при первой возможности: «под первым предлогом»).</p>
   <empty-line/>
   <p>Πραγματικά, όταν γύρισε στο σχολείο, δεν του είπαμε τίποτα σχετικό, αλλά και δεν ξέραμε τι στάση να κρατήσουμε απέναντί του. Και, εξάλλου, το κύρος, που έλεγα πριν, μας πτοούσε και μας απομάκρυνε απ’ αυτόν. Τον πλησιάζαμε όσο μπορούσαμε σπανιότερα και τον εγκαταλείπαμε με την πρώτη αφορμή.</p>
   <empty-line/>
   <p>Έμεινε έτσι μοναχικός (так /он/ оставался в одиночестве: «одиноким») και ήσυχος (и в спокойствии: «спокойным») ένα διάστημα (/в/ /течение/ какого-то периода). Κ’ οι δάσκαλοι έμοιαζαν σα να τον σέβονται (казалось, что учителя будто бы уважали его; <emphasis>σέβομαι</emphasis>) ή να τον φοβούνται (или боялись) και αποφεύγανε να του μιλήσουν (и избегали с ним заговаривать; <emphasis>αποφεύγω</emphasis>). Ύστερα ξαναμπήκαμε στην ομαλή ζωή (потом /мы/ опять вошли в привычный ритм жизни: «в нормальную жизнь») κι άρχισαν πάλι τα κοινά παιχνίδια μας (и опять начались наши общие игры), οι συζητήσεις για τη συμμορία (разговоры про банду), οι μεγάλες αταξίες του Πέτρου (большие проказы Петроса) και τα ξυλοφορτώματα του Μαντσουρδέλη (и порка Мадсурделиса).</p>
   <empty-line/>
   <p>Έμεινε έτσι μοναχικός και ήσυχος ένα διάστημα. Κ’ οι δάσκαλοι έμοιαζαν σα να τον σέβονται ή να τον φοβούνται και αποφεύγανε να του μιλήσουν. Ύστερα ξαναμπήκαμε στην ομαλή ζωή κι άρχισαν πάλι τα κοινά παιχνίδια μας, οι συζητήσεις για τη συμμορία, οι μεγάλες αταξίες του Πέτρου και τα ξυλοφορτώματα του Μαντσουρδέλη.</p>
   <empty-line/>
   <p>Το μεγάλο γεγονός, ωστόσο, της σχολικής μας ζωής (однако большим событием в нашей школьной жизни) ήταν όταν ο δάσκαλός μας των γαλλικών (было, когда наш учитель французского), ο κ. Δημητρακόπουλος (г-н Димитракопулос), αποφάσιζε να διηγηθεί ιστορίες (решал рассказывать истории; <emphasis>διηγούμαι</emphasis>). Πήγαινε συχνά και τον εύρισκε (к нему часто ходил: «часто ходил и его находил») ολόκληρη επιτροπή μαθητών (целый совет из учеников) και τον παρακαλούσε (и просил его) να αφιερώσει μια ώρα των μαθημάτων του (посвятить час его занятий) στις διηγήσεις του αυτές (этим рассказам). Και, είτε επειδή οι μαθητές ήτανε φρόνιμοι (и, либо потому что ученики были послушными) τον τελευταίο καιρό (в последнее время), είτε επειδή πλησίαζαν γιορτές και διακοπές (либо потому что приближались праздники и каникулы), ο κ. Δημητρακόπουλος (г-н Димитракопулос), που αφορμή ζητούσε άλλωστε (которому, впрочем, только повод и нужен был: «который просил повода»), δεχότανε την αίτηση (соглашался: «принимал просьбу»; <emphasis>δέχομαι</emphasis>) και όριζε τη μέρα (и определял день) που θα έλεγε ιστορίες (когда /он/ будет рассказывать истории).</p>
   <empty-line/>
   <p>Το μεγάλο γεγονός, ωστόσο, της σχολικής μας ζωής ήταν όταν ο δάσκαλός μας των γαλλικών, ο κ. Δημητρακόπουλος, αποφάσιζε να διηγηθεί ιστορίες. Πήγαινε συχνά και τον εύρισκε ολόκληρη επιτροπή μαθητών και τον παρακαλούσε να αφιερώσει μια ώρα των μαθημάτων του στις διηγήσεις του αυτές. Και, είτε επειδή οι μαθητές ήτανε φρόνιμοι τον τελευταίο καιρό, είτε επειδή πλησίαζαν γιορτές και διακοπές, ο κ. Δημητρακόπουλος, που αφορμή ζητούσε άλλωστε, δεχότανε την αίτηση και όριζε τη μέρα που θα έλεγε ιστορίες.</p>
   <empty-line/>
   <p>Τη μέρα εκείνη (в тот день) το λύκειο ήτανε σε νευρική κατάσταση (лицей лихорадило: «был в нервном состоянии»). Από όλες τις τάξεις (из всех классов), ακόμα κι από το γυμνάσιο (даже из гимназии), ερχόντανε μαθητές (приходили ученики) και γέμιζαν την τάξη μας (и заполняли наш класс). Οι λοιποί δάσκαλοι (остальные учителя) δεν μπορούσαν να κάνουν το μάθημά τους (не могли проводить свои уроки), μα η διεύθυνση έκλινε τα μάτια (но директорат закрывал на это глаза), γιατί ο κ. Δημητρακόπουλος είχε υψηλές προστασίες (потому что г-н Димитракопулос имел высокое покровительство) στην Εφορεία των σχολών (в инспекции школ) και στα Πατριαρχεία (и в патриархате). Στριμωχνόμασταν ο ένας απάνω στον άλλον (мы втискивались, один на другом; <emphasis>στριμώχνομαι</emphasis>) όπως μπορούσαμε (как могли), καβαλικεύαμε θρανία (оседлывали парты; <emphasis>καβαλικεύω</emphasis>), σκαρφαλώναμε στα παράθυρα (забирались на окна; <emphasis>σκαρφαλώνω</emphasis>), γεμίζαμε τους διαδρόμους της τάξης (заполняли проходы в классе), στρωνόμασταν καταγής (распластывались на полу; <emphasis>στρώνομαι</emphasis>) και περιμέναμε με αληθινό πάθος (и с истинной страстью ожидали) να αρχίσει η τελετή (когда начнется церемония).</p>
   <empty-line/>
   <p>Τη μέρα εκείνη το λύκειο ήτανε σε νευρική κατάσταση. Από όλες τις τάξεις, ακόμα κι από το γυμνάσιο, ερχόντανε μαθητές και γέμιζαν την τάξη μας. Οι λοιποί δάσκαλοι δεν μπορούσαν να κάνουν το μάθημά τους, μα η διεύθυνση έκλεινε τα μάτια, γιατί ο κ. Δημητρακόπουλος είχε υψηλές προστασίες στην Εφορία των σχολών και στα Πατριαρχεία. Στριμωχνόμασταν ο ένας απάνω στον άλλον όπως μπορούσαμε, καβαλικεύαμε θρανία, σκαρφαλώναμε στα παράθυρα, γεμίζαμε τους διαδρόμους της τάξης, στρωνόμασταν καταγής και περιμέναμε με αληθινό πάθος να αρχίσει η τελετή.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο κ. Δημητρακόπουλος ήτανε ένας ηλικιωμένος Κωνσταντινουπολίτης (г-н Димитракопулос был пожилым константинопольцем) ευπατρίδης του παλιού καλού καιρού (аристократом старого доброго времени), πολύ κομψός (очень элегантным), επιβλητικός και ευγενικός (импозантным и любезным). Φορούσε συνήθως ημίψηλο καπέλο (обычно /он/ носил невысокий цилиндр: «шляпу»; <emphasis>το καπέλο — шляпа; το ημίψηλο καπέλο — невысокий цилиндр</emphasis>) και γκρίζα ρεντιγκότα (и серый редингот) και κρατούσε ένα πολύτιμο (и держал драгоценную) βαρύ μπαστούνι (тяжелую трость) με ασημένιο χέρι (с серебряным набалдашником/рукояткой).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο κ. Δημητρακόπουλος ήτανε ένας ηλικιωμένος Κωνσταντινουπολίτης ευπατρίδης του παλιού καλού καιρού, πολύ κομψός, επιβλητικός και ευγενικός. Φορούσε συνήθως ημίψηλο καπέλο και γκρίζα ρεντιγκότα και κρατούσε ένα πολύτιμο βαρύ μπαστούνι με ασημένιο χέρι.</p>
   <empty-line/>
   <p>Είχε κάποιο ύψος (у него был рост), κάποιο παράστημα (какая-то осанка), που θύμιζε τους μεγάλους Φαναριώτες (которая напоминала великих фанариотов; <emphasis>ο Φαναριώτης — фанариот; житель Фанара /το Φανάρι/, района Константинополя /Стамбула/, где исторически селилась греческая элита в Османской империи</emphasis>) λογίους και διπλωμάτες του 19ου αιώνα (ученых и дипломатов 19 века). Δεν ήτανε όμως ούτε λόγιος (впрочем, /он/ не был ни ученым) ούτε διπλωμάτης (ни дипломатом), αλλά μονάχα ένας άνθρωπος του κόσμου (а только светским человеком), που χάρηκε όλα τα καλά της Πόλης (который насладился: «порадовался» всеми благами Города) και της Ευρώπης (и Европы) κι όταν σώθηκαν τα χρήματά του (а когда его деньги закончились; <emphasis>σώζομαι — спасаться; σώθηκαν τα χρήματα — идиом. закончились деньги</emphasis>) αναγκάστηκε να διδάσκει γαλλικά (был вынужден преподавать французский; <emphasis>αναγκάζομαι</emphasis>) για να ζει (чтобы жить).</p>
   <empty-line/>
   <p>Είχε κάποιο ύψος, κάποιο παράστημα, που θύμιζε τους μεγάλους Φαναριώτες λογίους και διπλωμάτες του 19ου αιώνα. Δεν ήτανε όμως ούτε λόγιος ούτε διπλωμάτης, αλλά μονάχα ένας άνθρωπος του κόσμου, που χάρηκε όλα τα καλά της Πόλης και της Ευρώπης κι όταν σώθηκαν τα χρήματά του αναγκάστηκε να διδάσκει γαλλικά για να ζει.</p>
   <empty-line/>
   <p>Συνήθως μας ρωτούσε (обычно /он/ нас спрашивал) τι προτιμούμε να μας διηγηθεί (что мы предпочитаем, чтобы /он/ нам рассказал), τη μάχη του Βατερλό (о битве при Ватерлоо) ή τη ζωή του (или о своей жизни). Συνδύαζε ίσως υποσυνείδητα (возможно, подсознательно, /он/ сравнивал: «связывал»; <emphasis>συνδυάζω</emphasis>) την αποτυχία του (свою неудачу) με την ήττα του Μεγάλου Ναπολέοντα (с поражением Великого Наполеона). Τότε οι μαθητές φώναζαν (тогда ученики кричали): «Βατερλό! Βατερλό! (Ватерлоо! Ватерлоо!)» ή «Τη ζωή σας, κύριε! (О вашей жизни, господин!)», κ’ επικρατούσε η θέληση της πλειοψηφίας (и побеждало желание большинства). Γινόντανε κ’ οι σχετικοί καβγάδες στα θρανία (происходила также соответствующая ругань на партах) κ’ ήτανε τέτοια η νευρικότητα και το στρίμωγμα (и такими были нервозность и теснота), ώστε καμιά φορά (что иногда) έπεφταν και γροθιές (обрушивались удары кулаками) και χτυπήματα με κασετίνες (и удары пеналами).</p>
   <empty-line/>
   <p>Συνήθως μας ρωτούσε τι προτιμούμε να μας διηγηθεί, τη μάχη του Βατερλό ή τη ζωή του. Συνδύαζε ίσως υποσυνείδητα την αποτυχία του με την ήττα του Μεγάλου Ναπολέοντα. Τότε οι μαθητές φώναζαν: «Βατερλό! Βατερλό!» ή «Τη ζωή σας, κύριε!», κ’ επικρατούσε η θέληση της πλειοψηφίας. Γινόντανε κ’ οι σχετικοί καβγάδες στα θρανία κ’ ήτανε τέτοια η νευρικότητα και το στρίμωγμα, ώστε καμιά φορά έπεφταν και γροθιές και χτυπήματα με κασετίνες.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο κ. Δημητρακόπουλος διηγούτανε τη μάχη του Βατερλό (г-н Димитракопулос рассказывал о битве при Ватерлоо) με πολύ μπρίο και χρώμα (очень живо и красочно: «с большой живостью и цветом») και με κάποια επική συγκίνηση (с каким-то эпическим переживанием) που κατόρθωνε να μας τη μεταδώσει (которое ему удавалось нам передать; <emphasis>κατορθώνω; μεταδίδω</emphasis>). Σκοτωνόμασταν κατόπι (потом /мы/ из кожи лезли: «убивались»; <emphasis>σκοτώνομαι</emphasis>), μέρες ολόκληρες (целыми днями), στις αυλές του σχολείου (на школьных дворах) και στον κατήφορο με τις τσουκνίδες (и спуске с крапивой), να παρασταίνουμε τους ναπολεόντειους πολέμους (разыгрывая наполеоновские войны) με στρατηγό τον Πέτρο (с генералом Петросом) και υπασπιστή το Μαντσουρδέλη (и адъютантом Мадсурделисом).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο κ. Δημητρακόπουλος διηγούτανε τη μάχη του Βατερλό με πολύ μπρίο και χρώμα και με κάποια επική συγκίνηση που κατόρθωνε να μας τη μεταδώσει. Σκοτωνόμασταν κατόπι, μέρες ολόκληρες, στις αυλές του σχολείου και στον κατήφορο με τις τσουκνίδες, να παρασταίνουμε τους ναπολεόντειους πολέμους με στρατηγό τον Πέτρο και υπασπιστή το Μαντσουρδέλη.</p>
   <empty-line/>
   <p>Όταν όμως ο κ. Δημητρακόπουλος άρχιζε να λέει τη ζωή του (но когда г-н Димитракопулос начинал рассказывать о своей жизни), ήταν άλλο πράγμα (это было совсем другое дело), ήταν τόσο συναρπαστικός (он так захватывающе рассказывал: «/он/ был таким захватывающим»), ώστε δε φαντάζομαι (что я не представляю) κανείς από όσους τον άκουσαν (/чтобы/ кто-нибудь из тех, кто его слышал) να τον λησμονήσει ποτέ (его когда-нибудь забудет; <emphasis>λησμονώ</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Όταν όμως ο κ. Δημητρακόπουλος άρχιζε να λέει τη ζωή του, ήταν άλλο πράγμα, ήταν τόσο συναρπαστικός, ώστε δε φαντάζομαι κανείς από όσους τον άκουσαν να τον λησμονήσει ποτέ.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μας έλεγε τη νιότη (/он/ рассказывал о юности) που έζησε μες στα λούσα και τα μεγαλεία (которую прожил в роскоши и величии). Μας έλεγε τα παραμυθένια ταξίδια του (/он/ рассказывал нам о своих сказочных путешествиях) στις μακρινές πολιτείες (в далекие города) με τα ένδοξα ονόματα (со славными именами), στο Παρίσι κυρίως (главным образом, в Париж), στο περίλαμπρο και αμίμητο και άφταστο Παρίσι (в блестящий, неподражаемый и недостижимый Париж).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μας έλεγε τη νιότη που έζησε μες στα λούσα και τα μεγαλεία. Μας έλεγε τα παραμυθένια ταξίδια του στις μακρινές πολιτείες με τα ένδοξα ονόματα, στο Παρίσι κυρίως, στο περίλαμπρο και αμίμητο και άφταστο Παρίσι.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μας περιέγραφε το μουσείο του Λούβρου (он описывал нам музей Лувра) και το μέγαρο των Απομάχων (и Дом Инвалидов; <emphasis>το μέγαρο — дворец, красивый большой особняк; ο απόμαχος — ветеран, отставник; το Μέγαρο των Απομάχων — Дом Инвалидов в Париже</emphasis>) με τον τάφο του Ναπολέοντα (с могилой Наполеона), το Πάνθεο και την Όπερα (Пантеон и Оперу), την κίνηση και τα φώτα των βουλεβάρτων (суету: «движение» и огни бульваров) και των Ηλύσιων Πεδίων (и Елисейских полей), τα μεγαλόπρεπα αμάξια (роскошные повозки) και τις θαυμάσιες κυρίες (и прекрасных дам) που ήτανε μες στα αμάξια (которые были в повозках) και τους καβαλάρηδες του δάσους της Βουλώνης (всадников в Булонском лесу) και τις τρέλες των φοιτητών της Λατινικής Συνοικίας (безумства студентов из Латинского квартала) και τους μπάλους (балы) και το καθετί (и все остальное).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μας περιέγραφε το μουσείο του Λούβρου και το μέγαρο των Απομάχων με τον τάφο του Ναπολέοντα, το Πάνθεο και την Όπερα, την κίνηση και τα φώτα των βουλεβάρτων και των Ηλύσιων Πεδίων, τα μεγαλόπρεπα αμάξια και τις θαυμάσιες κυρίες που ήτανε μες στα αμάξια και τους καβαλάρηδες του δάσους της Βουλώνης και τις τρέλες των φοιτητών της Λατινικής Συνοικίας και τους μπάλους και το καθετί.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μας έλεγε και για τα χρήματα (/он/ рассказывал нам о деньгах), που πετούσε δεξιά και αριστερά (которые /он/ разбрасывал направо и налево; <emphasis>πετώ</emphasis>) χωρίς να τα λογαριάζει (не считая; <emphasis>λογαριάζω</emphasis>).</p>
   <p>— Σας τα διηγούμαι (я вам рассказываю это), έλεγε (говорил /он/), για να παραδειγματιστείτε (чтобы вы учились на примере; <emphasis>παραδειγματίζομαι — брать пример; учиться на примере</emphasis>) και να μην κάνετε κ’ εσείς τα ίδια (и не совершали того же самого) αν σας τύχει η ευκαιρία (если вам представится возможность; <emphasis>τυχαίνω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μας έλεγε και για τα χρήματα, που πετούσε δεξιά και αριστερά χωρίς να τα λογαριάζει.</p>
   <p>— Σας τα διηγούμαι, έλεγε, για να παραδειγματιστείτε και να μην κάνετε κ’ εσείς τα ίδια αν σας τύχει η ευκαιρία.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μα ήτανε κατά βάθος αρκετά περήφανος (но в глубине /души/ /он/ был довольно горд) για τον τρόπο (тем образом) που είχε ζήσει τη ζωή του (которым /он/ прожил свою жизнь) και σπαταλήσει δύο ή τρείς περιουσίες (и растратил два-три состояния; <emphasis>σπαταλώ</emphasis>). Κ’ εμείς, άλλωστε (да и мы), ήμασταν απολύτως αποφασισμένοι (были абсолютно полны решимости) να τον μιμηθούμε (подражать ему; <emphasis>μιμούμαι</emphasis>) και να τον ξεπεράσουμε (и превзойти его; <emphasis>ξεπερνώ</emphasis>), αν μας τύχαινε ποτέ η ευκαιρία (если нам когда-нибудь представится возможность), κι ονειρευόμασταν κιόλας (и даже мечтали /о/ /том/; <emphasis>ονειρεύομαι</emphasis>) τι σπουδαία πράγματα θα κάναμε (какие великие дела совершили бы) όταν θα πηγαίναμε με τη σειρά μας στο Παρίσι (когда в свою очередь поехали бы в Париж) και θα γυρνούσαμε το δάσος της Βουλώνης (и ездили бы по Булонскому лесу) απάνω στο άλογο (верхом на коне) κι όλες οι κυρίες θα μας θαύμαζαν (и все дамы восхищались бы нами; <emphasis>θαυμάζω</emphasis>) από μέσα από τα αμάξια (из повозок).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μα ήτανε κατά βάθος αρκετά περήφανος για τον τρόπο που είχε ζήσει τη ζωή του και σπαταλήσει δύο ή τρείς περιουσίες. Κ’ εμείς, άλλωστε, ήμασταν απολύτως αποφασισμένοι να τον μιμηθούμε και να τον ξεπεράσουμε, αν μας τύχαινε ποτέ η ευκαιρία, κι ονειρευόμασταν κιόλας τι σπουδαία πράγματα θα κάναμε όταν θα πηγαίναμε με τη σειρά μας στο Παρίσι και θα γυρνούσαμε το δάσος της Βουλώνης απάνω στο άλογο κι όλες οι κυρίες θα μας θαύμαζαν από μέσα από τα αμάξια.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ύστερα, απότομα (потом, внезапно), ο τόνος της ομιλίας άλλαζε (тон выступления менялся), η φωνή του κ. Δημητρακοπούλου έτρεμε (голос г-на Димитракопулоса дрожал; <emphasis>τρέμω</emphasis>). Εξιστορούσε την οριστική καταστροφή του (/он/ рассказывал о своей окончательной катастрофе; <emphasis>εξιστορώ</emphasis>) στο καζίνο του Μόντε-Κάρλο (в казино в Монте-Карло), το ατομικό Βατερλό του (о его личном Ватерлоо). Διηγούταν λεπτομέρειες εναγώνιες (/он/ рассказывал тревожные подробности): κέρδιζε ξαφνικά ένα τεράστιο ποσό (внезапно /он/ выигрывал огромную сумму; <emphasis>κερδίζω</emphasis>), κατόπι μονομιάς έχανε περισσότερα (потом в миг проигрывал еще больше; <emphasis>χάνω</emphasis>), ξανακέρδιζε (опять выигрывал), ξαναέχανε (опять проигрывал), πλησίαζε ορμητικά προς τον γκρεμό (приближался стремительно к пропасти; <emphasis>πλησιάζω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ύστερα, απότομα, ο τόνος της ομιλίας άλλαζε, η φωνή του κ. Δημητρακοπούλου έτρεμε. Εξιστορούσε την οριστική καταστροφή του στο καζίνο του Μόντε-Κάρλο, το ατομικό Βατερλό του. Διηγούταν λεπτομέρειες εναγώνιες: κέρδιζε ξαφνικά ένα τεράστιο ποσό, κατόπι μονομιάς έχανε περισσότερα, ξανακέρδιζε, ξαναέχανε, πλησίαζε ορμητικά προς τον γκρεμό.</p>
   <empty-line/>
   <p>Τον παρακολουθούσαμε έξαλλοι (/мы/ следили за ним обезумевшие; <emphasis>παρακολουθώ</emphasis>), με την ψυχή στο στόμα (ни живые ни мертвые/затаив дыхание: «с душой во рту»). Ξέραμε όλοι από πριν (/мы/ все заранее знали) τι έμελλε να συμβεί (что должно было произойти). Κάποτε ο κ. Δημητρακόπουλος βρέθηκε (в какой-то момент г-н Димитракопулос оказался) στο πράσινο τραπέζι του μπακαρά (у зеленого стола баккара) με τα τελευταία χιλιάρικα (с последними тысячами) που μπορούσε να διαθέσει (которыми /он/ мог распорядиться; <emphasis>διαθέτω — иметь в распоряжении</emphasis>). Και τα έπαιξε όλα για όλα (и /он/ сыграл на все: «все на все»).</p>
   <empty-line/>
   <p>Τον παρακολουθούσαμε έξαλλοι, με την ψυχή στο στόμα. Ξέραμε όλοι από πριν τι έμελλε να συμβεί. Κάποτε ο κ. Δημητρακόπουλος βρέθηκε στο πράσινο τραπέζι του μπακαρά με τα τελευταία χιλιάρικα που μπορούσε να διαθέσει. Και τα έπαιξε όλα για όλα.</p>
   <empty-line/>
   <p>Σε μια ερώτηση (на вопрос) που του έκανε ο αρμόδιος λειτουργός του παιχνιδιού (который ему задал служащий, ответственный за игру = крупье), αποκρίθηκε «μπάνκο» (/он/ ответил: «Ва-банк!»; <emphasis>αποκρίνομαι</emphasis>), και βγήκανε τα χαρτιά, πιο κακορίζικα από πάντα (и выпали: «вышли» карты, еще более неудачные, чем обычно), και έχασε το καθετί (и /он/ все потерял). Αλλά το «μπάνκο» αυτό έπαιρνε (но этот «ва-банк» приобретал), στη φαντασία μας (в нашей фантазии), μια σημασία έξοχα συμβολική (чрезвычайно символичное значение).</p>
   <empty-line/>
   <p>Σε μια ερώτηση που του έκανε ο αρμόδιος λειτουργός του παιχνιδιού, αποκρίθηκε «μπάνκο», και βγήκανε τα χαρτιά, πιο κακορίζικα από πάντα, και έχασε το καθετί. Αλλά το «μπάνκο» αυτό έπαιρνε, στη φαντασία μας, μια σημασία έξοχα συμβολική.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ήταν πρόκληση (/он/ был вызовом), ήταν αγώνας ζωής ή θανάτου (борьбой не на жизнь, а на смерть), ήταν ηρωισμός (героическим поступком). Ο κ. Δημητρακόπουλος συγκλονιζότανε ολόκληρος (г-н Димитракопулос весь сотрясался; <emphasis>συγκλονίζομαι</emphasis>) από συγκίνηση (от волнения) όταν κόντευε να φτάσει (когда приближался: «когда приближался /к тому/ /чтобы/ достичь») στο σημείο αυτό της διήγησής του (к этому моменту своего повествования). Στο τέλος (под конец), με μια μεγάλη (с большим = широким), αρχοντική (барским) και απελπισμένη χειρονομία (и отчаянным жестом), πετούσε την τελευταία του φράση (/он/ бросал свою последнюю фразу; <emphasis>πετάω</emphasis>):</p>
   <p>— Και εγώ του αποκρίθηκα: μπάνκο (и я ему ответил: «Ва-банк»)!</p>
   <empty-line/>
   <p>Ήταν πρόκληση, ήταν αγώνας ζωής ή θανάτου, ήταν ηρωισμός. Ο κ. Δημητρακόπουλος συγκλονιζότανε ολόκληρος από συγκίνηση όταν κόντευε να φτάσει στο σημείο αυτό της διήγησής του. Στο τέλος, με μια μεγάλη, αρχοντική και απελπισμένη χειρονομία, πετούσε την τελευταία του φράση:</p>
   <p>— Και εγώ του αποκρίθηκα: μπάνκο!</p>
   <empty-line/>
   <p>Τότε όλη η καταπιεσμένη νευρικότητα μας (тогда вся наша подавленная нервозность) ξέσπαζε βίαια (вырывалась с силой). Το παλαιικό μας σχολείο (наша старая школа) πήγαινε κ’ ερχότανε (ходила ходуном: «ходила и приходила»), τρανταζότανε βαριά (тяжело сотрясалась; <emphasis>τραντάζομαι</emphasis>) απάνω στα σαπισμένα θεμέλιά του (на прогнившем фундаменте). Ολόκληρο το παιδολόι (вся детвора), οι μικροί και οι μεγάλοι όλοι (все, большие и маленькие), με μια ψυχή (единодушно: «с одной душой»), μ’ έναν παλμό (в едином порыве: «пульсе»), τιναζόμασταν απάνω (вскакивали с мест: «вверх»; <emphasis>τινάζομαι</emphasis>), σπρωχνόμασταν (толкались), τσαλαπατιόμασταν (наступали друг на друга; <emphasis>τσαλαπατιέμαι</emphasis>), χειροκροτούσαμε δαιμονισμένα (одержимо аплодировали) και φωνάζαμε ζήτω (и кричали «ура!»).</p>
   <empty-line/>
   <p>Τότε όλη η καταπιεσμένη νευρικότητα μας ξέσπαζε βίαια. Το παλαιικό μας σχολείο πήγαινε κ’ ερχότανε, τρανταζότανε βαριά απάνω στα σαπισμένα θεμέλιά του. Ολόκληρο το παιδολόι, οι μικροί και οι μεγάλοι όλοι, με μια ψυχή, μ’ έναν παλμό, τιναζόμασταν απάνω, σπρωχνόμασταν, τσαλαπατιόμασταν, χειροκροτούσαμε δαιμονισμένα και φωνάζαμε ζήτω.</p>
   <empty-line/>
   <p>Στο μεταξύ (тем временем) το ζήτημα της συμμορίας (вопрос о банде) έπαιρνε μεγάλες διαστάσεις (приобретал большие размеры). Όταν την πρωτοϊδρύσαμε (когда /мы/ ее впервые основали; <emphasis>πρωτοϊδρύω</emphasis>), στο διάλειμμα των 10 (на перемене в 10 часов), δεν είχαμε, βέβαια, στο νου μας (у нас, конечно, не было в мыслях) τίποτα συγκεκριμένο (ничего определенного). Νιώθαμε μονάχα (/мы/ только чувствовали) πως η «Μαύρη Χειρ» (что «Черной длани») έμελλε να είναι κάτι παράξενο (предстояло стать чем-то странным) και λιγάκι τρομαχτικό (и немного ужасным), μια μεγάλη ευκαιρία (большой возможностью) για να κάνουμε πράγματα αλλιώτικα (делать вещи странные), παράτολμα (дерзкие) και μυστικά (и таинственные). Κυρίως μυστικά (главным образом, таинственные). Το μυστήριο της ιστορίας αυτής (таинственность: «тайна» во всей этой истории) μας γοήτευε (нас завораживала), νομίζω (думаю), περισσότερο από καθετί άλλο (более всего остального), μας έδινε ίσως (и, возможно, давала нам) ένα ελαφρό, ελαφρότατο (легкое, очень легкое), αλλά και γλυκύτατο προαίσθημα της ηδονής (но и очень сладкое предчувствие наслаждения).</p>
   <empty-line/>
   <p>Στο μεταξύ το ζήτημα της συμμορίας έπαιρνε μεγάλες διαστάσεις. Όταν την πρωτοϊδρύσαμε, στο διάλειμμα των 10, δεν είχαμε, βέβαια, στο νου μας τίποτα συγκεκριμένο. Νιώθαμε μονάχα πως η «Μαύρη Χειρ» έμελλε να είναι κάτι παράξενο και λιγάκι τρομαχτικό, μια μεγάλη ευκαιρία για να κάνουμε πράγματα αλλιώτικα, παράτολμα και μυστικά. Κυρίως μυστικά. Το μυστήριο της ιστορίας αυτής μας γοήτευε, νομίζω, περισσότερο από καθετί άλλο, μας έδινε ίσως ένα ελαφρό, ελαφρότατο, αλλά και γλυκύτατο προαίσθημα της ηδονής.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ύστερα το ζήτημα άρχισε να μας κατακτά (затем эта история: «вопрос/дело» стала нами овладевать; <emphasis>κατακτώ</emphasis>). Στο σπίτι μου (у себя дома) περνούσα αρκετή ώρα (/я/ проводил довольно /много/ времени) ετοιμάζοντας κρυψώνες (подготавливая тайники) για να κρύβω τα χαρτιά της συμμορίας (чтобы прятать бумаги банды) και τα εργαλεία της (и ее инструменты), σουγιάδες (карманные ножи; <emphasis>ο σουγιάς</emphasis>), μάσκες (маски), σκοινιά (веревки), μελετούσα τα υπόγεια (исследовал подвалы) για να κρυφτώ σε ώρα ανάγκης (чтобы спрятаться при необходимости: «в час нужды») και για να κρύψω τους συντρόφους μου (и чтобы спрятать своих товарищей), κατάστρωνα σχέδια του σπιτιού (/я/ чертил планы дома) με μυστικές εξόδους (с тайными выходами), σημείωνα (отмечал) από πού και με ποιο τρόπο (откуда и каким образом) μπορούσε κανείς να πηδήξει (можно было прыгнуть: «мог кто-нибудь прыгнуть»; <emphasis>πηδώ</emphasis>) στα γειτονικά κεραμίδια (на соседские черепичные крыши).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ύστερα το ζήτημα άρχισε να μας κατακτά. Στο σπίτι μου περνούσα αρκετή ώρα ετοιμάζοντας κρυψώνες για να κρύβω τα χαρτιά της συμμορίας και τα εργαλεία της, σουγιάδες, μάσκες, σκοινιά, μελετούσα τα υπόγεια για να κρυφτώ σε ώρα ανάγκης και για να κρύψω τους συντρόφους μου, κατάστρωνα σχέδια του σπιτιού με μυστικές εξόδους, σημείωνα από πού και με ποιο τρόπο μπορούσε κανείς να πηδήξει στα γειτονικά κεραμίδια.</p>
   <empty-line/>
   <p>Τη νύχτα (ночью) ονειροπολούσα (/я/ мечтал; <emphasis>ονειροπολώ</emphasis>) ή ονειρευόμουν (или видел сны; <emphasis>ονειρεύομαι</emphasis>) εγκλήματα (о преступлениях), ανθρώπους με μάσκες και περίστροφα (людях в масках с револьверами), μυστικούς αστυνομικούς (тайных полицейских), σκοινένιες σκάλες (канатных лестницах), τρελές καταδιώξεις (сумасшедших погонях) και συμπλοκές στις στέγες των σπιτιών (и схватках на крышах домов). Η φαντασία μου (моя фантазия), πλουσιότατα τροφοδοτημένη (богато подпитываемая) από τον κινηματογράφο (кинематографом) και τα αστυνομικά φυλλάδια (и книжицами о полицейских), γεννοβολούσε τέτοιες ιστορίες (порождала такие истории; <emphasis>γεννοβολώ</emphasis>) αυθόρμητα και συνεχώς (непроизвольно и постоянно).</p>
   <empty-line/>
   <p>Τη νύχτα ονειροπολούσα ή ονειρευόμουν εγκλήματα, ανθρώπους με μάσκες και περίστροφα, μυστικούς αστυνομικούς, σκοινένιες σκάλες, τρελές καταδιώξεις και συμπλοκές στις στέγες των σπιτιών. Η φαντασία μου, πλουσιότατα τροφοδοτημένη από τον κινηματογράφο και τα αστυνομικά φυλλάδια, γεννοβολούσε τέτοιες ιστορίες αυθόρμητα και συνεχώς.</p>
   <empty-line/>
   <p>Σηκωνόμουν το πρωί με το συναίσθημα (утром /я/ вставал с чувством) πως μετείχα κάπως σε όλα αυτά (что /я/ был каким-то образом причастен ко всему этому; <emphasis>μετέχω — участвовать; быть причастным</emphasis>), πως ήμουν λίγο ένοχος (что был немного виновен). Πήγαινα στο σχολείο (я ходил в школу) γεμάτος ακόμα από τα οράματα (еще полный = <emphasis>охваченный</emphasis> видениями) και τους ρεμβασμούς (и размышлениями) της μυθικής μου νύχτας (моей мифической ночи). Χαιρετούσα τους άλλους συμμορίτες (я приветствовал других членов банды; <emphasis>χαιρετώ</emphasis>) με το κρυφό μας σύνθημα (нашим тайным паролем). Με αντιχαιρετούσαν με το παρασύνθημα (они отвечали на мое приветствие ответным паролем). Κατά τη διάρκεια του μαθήματος (на протяжении урока; <emphasis>διαρκώ — продолжаться</emphasis>) ανταλλάσσαμε συνθηματικά νοήματα (/мы/ обменивались условными жестами; <emphasis>ανταλλάσσω</emphasis>) ή χαρτάκια με συνθηματικές λέξεις (или бумажками с условными словами).</p>
   <empty-line/>
   <p>Σηκωνόμουν το πρωί με το συναίσθημα πως μετείχα κάπως σε όλα αυτά, πως ήμουν λίγο ένοχος. Πήγαινα στο σχολείο γεμάτος ακόμα από τα οράματα και τους ρεμβασμούς της μυθικής μου νύχτας. Χαιρετούσα τους άλλους συμμορίτες με το κρυφό μας σύνθημα. Με αντιχαιρετούσαν με το παρασύνθημα. Κατά τη διάρκεια του μαθήματος ανταλλάσσαμε συνθηματικά νοήματα ή χαρτάκια με συνθηματικές λέξεις.</p>
   <empty-line/>
   <p>Στο διάλειμμα (на перемене) πηγαίναμε και κρυβόμασταν (/мы/ шли и прятались; <emphasis>κρύβομαι</emphasis>) μες στα ερειπωμένα σπιτάκια του κήπου (в развалившихся домиках в саду) και συνωμοτούσαμε εναντίον των πάντων (и составляли заговоры против всех /на свете/; <emphasis>συνωμοτώ</emphasis>), σχεδιάζαμε κυρίως (главным образом, /мы/ планировали) με ποιους τρόπους (каким образом) θα ξεφεύγαμε από τους κατασκόπους (мы убежим от шпионов), θα γλυτώναμε (будем спасаться) όταν έφτανε η ώρα του κινδύνου (когда настанет опасность: «час опасности»), θα δραπετεύαμε (сбежим) αν μας συλλάμβαναν (если нас схватят: <emphasis>συλλαμβάνω</emphasis>), θα σώζαμε τέλος πάντων το μυστικό της συμμορίας (спасем, наконец, секрет банды), το μυστικό που δεν ήταν άλλο τίποτα (секрет, который был не чем иным) παρά μονάχα η ύπαρξή της (как просто тем, что он существовал: «своим существованием»). Αλλά μας απορροφούσε ολότελα το μυστικό αυτό (но этот секрет поглощал нас полностью; <emphasis>απορροφώ</emphasis>) και μας μεθούσε (и пьянил нас; <emphasis>μεθώ</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Στο διάλειμμα πηγαίναμε και κρυβόμασταν μες στα ερειπωμένα σπιτάκια του κήπου και συνωμοτούσαμε εναντίον των πάντων, σχεδιάζαμε κυρίως με ποιους τρόπους θα ξεφεύγαμε από τους κατασκόπους, θα γλυτώναμε όταν έφτανε η ώρα του κινδύνου, θα δραπετεύαμε αν μας συλλάμβαναν, θα σώζαμε τέλος πάντων το μυστικό της συμμορίας, το μυστικό που δεν ήταν άλλο τίποτα παρά μονάχα η ύπαρξή της. Αλλά μας απορροφούσε ολότελα το μυστικό αυτό και μας μεθούσε.</p>
   <empty-line/>
   <p>Σιγά-σιγά όμως (однако постепенно) οι συμμαθητές μας πήραν είδηση (наши одноклассники разузнали: «получили известие») πως κάτι συνέβαινε (что что-то происходит; <emphasis>συμβαίνω</emphasis>), άκουσαν και τη λέξη συμμορία (да еще /к/ /тому же/ услышали слово «банда»), που τους ερέθισε αμέσως (которое немедленно их раздразнило; <emphasis>ερεθίζω — раздражать; зд. дразнить</emphasis>). Βάλθηκαν τότε να μας κατασκοπεύουν αληθινά (тогда /они/ принялись шпионить за нами по-настоящему) και τούτο αύξησε τη μυστικότητά μας (и это усилило нашу таинственность; <emphasis>αυξάνω — увеличивать; усиливать</emphasis>) και την αλληλεγγύη μας (и нашу солидарность) και τη σημασία της συμμορίας στη συνείδησή μας (и значение банды в нашем сознании). Το ζήτημα ξεπερνούσε τα όρια των ονειροπολημάτων (дело выходило за рамки мечтаний; <emphasis>ξεπερνώ; το όριο — граница; рамка</emphasis>) και των κλειστών συζητήσεων (и закрытых = <emphasis>тайных</emphasis> обсуждений). Η κοινωνία αντιδρούσε (общество реагировало; <emphasis>αντιδρώ</emphasis>). Άρχιζε αγώνας (начиналась борьба).</p>
   <empty-line/>
   <p>Σιγά-σιγά όμως οι συμμαθητές μας πήραν είδηση πως κάτι συνέβαινε, άκουσαν και τη λέξη συμμορία, που τους ερέθισε αμέσως. Βάλθηκαν τότε να μας κατασκοπεύουν αληθινά και τούτο αύξησε τη μυστικότητά μας και την αλληλεγγύη μας και τη σημασία της συμμορίας στη συνείδησή μας. Το ζήτημα ξεπερνούσε τα όρια των ονειροπολημάτων και των κλειστών συζητήσεων. Η κοινωνία αντιδρούσε. Άρχιζε αγώνας.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μας παρακολουθούσαν και στον περίπατο (за нами следили на прогулке; <emphasis>παρακολουθώ</emphasis>), στα φιδωτά σοκάκια του Πέρα (в извилистых: «змеиных» улочках Перы) ή τους σκιερούς δρομάκους του κήπου του Ταξιμιού (или на тенистых дорожках парка Таксим) ή στο Αγιάζ-Πασά και στις καμένες συνοικίες (или в Аяз-Паша и сгоревших кварталах), και καταφεύγαμε σε πονηριές Ινδιάνων (а мы прибегали к индейским хитростям) για να ξεφύγουμε από την επίβλεψή τους (чтобы скрыться от их преследования). Έψαχναν μες στα θρανία μας (обыскивали наши парты), προσπαθούσαν να διαβάσουν (пытались прочитать; <emphasis>προσπαθώ</emphasis>) τα κρυπτογραφικά σημειώματά μας (наши зашифрованные записки).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μας παρακολουθούσαν και στον περίπατο, στα φιδωτά σοκάκια του Πέρα ή τους σκιερούς δρομάκους του κήπου του Ταξιμιού ή στο Αγιάζ-Πασά και στις καμένες συνοικίες, και καταφεύγαμε σε πονηριές Ινδιάνων για να ξεφύγουμε από την επίβλεψή τους. Έψαχναν μες στα θρανία μας, προσπαθούσαν να διαβάσουν τα κρυπτογραφικά σημειώματά μας.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μερικοί άρχιζαν να μας μισούν (некоторые начинали нас ненавидеть). Τους ενοχλούσε σφοδρά (уж больно им мешало /то/; <emphasis>ενοχλώ</emphasis>) ότι συνέβαινε κάτι αλλιώτικο (что происходило что-то отличное) από τα συνηθισμένα (от привычного) και τα παραδεγμένα (принятого), κάτι έξω από τη ρουτίνα (что-то за пределами: «вне» рутины), κάτι άγνωστο και απίθανο (что-то неизвестное и невероятное), που τους ξεπερνούσε (что их превосходило; <emphasis>ξεπερνώ</emphasis>). Τους σκανδάλιζε (приводила в смущение; <emphasis>σκανδαλίζω</emphasis>) και τους πείραζε (и задевала) στο νοικοκυρίστικο φιλότιμό τους (их обывательское самолюбие) η «Μαύρη Χειρ» («Черная Длань»), σα μια εστία επικίνδυνης ανησυχίας (словно очаг опасного беспокойства) και απαγορευμένης φαντασίας (и запрещенной фантазии). Συνωμοτούσαν κιόλας εναντίον μας (/они/ даже сговаривались против нас) και εκδηλώνανε τη δυσαρέσκειά τους (и выражали свою неприязнь; <emphasis>εκδηλώνω</emphasis>) βίαια και βάναυσα (сильно и грубо). Πότε-πότε (время от времени), για το χατίρι της συμμορίας (ради банды; <emphasis>το χατίρι – одолжение; услуга; για το χατίρι — ради кого-либо; для кого-либо; в угоду кому-либо</emphasis>), έπεφτε και λίγο ξύλο (случались и небольшие драки: «обрушивалось немного палок»).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μερικοί άρχιζαν να μας μισούν. Τους ενοχλούσε σφοδρά ότι συνέβαινε κάτι αλλιώτικο από τα συνηθισμένα και τα παραδεγμένα, κάτι έξω από τη ρουτίνα, κάτι άγνωστο και απίθανο, που τους ξεπερνούσε. Τους σκανδάλιζε και τους πείραζε στο νοικοκυρίστικο φιλότιμό τους η «Μαύρη Χειρ», σα μια εστία επικίνδυνης ανησυχίας και απαγορευμένης φαντασίας. Συνωμοτούσαν κιόλας εναντίον μας και εκδηλώνανε τη δυσαρέσκειά τους βίαια και βάναυσα. Πότε-πότε, για το χατίρι της συμμορίας, έπεφτε και λίγο ξύλο.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μια μέρα έπεσε ξύλο πολύ (однажды случилась драка большая: «обрушилось много палок»). Στις αυλές του λυκείου (в лицейском дворе) και στον κατήφορο (и на склоне) έγινε το ανάστα ο Θεός (произошло «воскресни, Боже» = второе пришествие). Σκίστηκαν ρούχα (одежды были разорваны; <emphasis>σκίζομαι</emphasis>), μάτωσαν γόνατα και μούτρα (коленки и физиономии кровоточили; <emphasis>ματώνω</emphasis>), πετάχτηκαν κοτρόνες (летали камни; <emphasis>πετάγομαι</emphasis>), κατέβηκαν όλοι οι παιδονόμοι (спустились все воспитатели) με τους χάρακες στο χέρι (с линейками в руках) κ’ έδερναν δεξιά κι αριστερά (и стали раздавать тумаки направо и налево: «драли направо и налево»). Στο τέλος παρουσιάστηκε και γυμνασιάρχης (под конец появился сам директор гимназии) και ηρέμησε το πεδίο της μάχης (и поле битвы успокоилось).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μια μέρα έπεσε ξύλο πολύ. Στις αυλές του λυκείου και στον κατήφορο έγινε το ανάστα ο Θεός. Σκίστηκαν ρούχα, μάτωσαν γόνατα και μούτρα, πετάχτηκαν κοτρόνες, κατέβηκαν όλοι οι παιδονόμοι με τους χάρακες στο χέρι κ’ έδερναν δεξιά κι αριστερά. Στο τέλος παρουσιάστηκε και γυμνασιάρχης και ηρέμησε το πεδίο της μάχης.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ήταν ένας τετράγωνος γέρος (/это/ был квадратный старик), με τετράγωνο κεφάλι (с квадратной головой) και τετράγωνα γένια (и квадратной бородой), κατάμαυρα ντυμένος (одетый во все черное; <emphasis>κατάμαυρος – совершенно черный; часто приставка κατα- у прилагательных имеет значение «полностью, совершенно, абсолютно»</emphasis>), αλύγιστος σα βράχος (несгибаемый словно скала), μεγαλόπρεπος (величественный), αυστηρός (суровый) και σιωπηλός (и молчаливый). Τον βλέπαμε ελάχιστα (/мы/ редко его видели), τον τρέμαμε (/мы/ перед ним трепетали) και τον σεβόμασταν βαθύτατα (и очень глубоко его уважали; <emphasis>σέβομαι)</emphasis> μ’ ένα είδος δεισιδαιμονίας (со своего рода суеверностью). Ήταν κάτι παραπάνω (/он/ был чем-то больше) από αρχηγός του οίκου μας (чем /просто/ предводитель нашего дома = учреждения). Ήταν ιδέα (/он/ был идеей), ήταν η προσωποποίηση της σοφίας (олицетворением мудрости) και της εξουσίας (и власти), της κυριαρχικής σοφίας (властвующей мудрости) και της φιλοσοφημένης εξουσίας (и философствующей власти). Τα λόγια του ήταν νόμοι (его слова были законами), οι αποφάσεις του αμετάκλητες (его решения — неизменными/окончательными), οι γνώμες του αλάνθαστες (его мнения — безошибочными), η δύναμή του ακατανίκητη (его сила — непобедимой).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ήταν ένας τετράγωνος γέρος, με τετράγωνο κεφάλι και τετράγωνα γένια, κατάμαυρα ντυμένος, αλύγιστος σα βράχος, μεγαλόπρεπος, αυστηρός και σιωπηλός. Τον βλέπαμε ελάχιστα, τον τρέμαμε και τον σεβόμασταν βαθύτατα μ’ ένα είδος δεισιδαιμονίας. Ήταν κάτι παραπάνω από αρχηγός του οίκου μας. Ήταν ιδέα, ήταν η προσωποποίηση της σοφίας και της εξουσίας, της κυριαρχικής σοφίας και της φιλοσοφημένης εξουσίας. Τα λόγια του ήταν νόμοι, οι αποφάσεις του αμετάκλητες, οι γνώμες του αλάνθαστες, η δύναμή του ακατανίκητη.</p>
   <empty-line/>
   <p>Δεν τολμούσαμε (мы не смели; <emphasis>τολμώ</emphasis>) να αντικρύσουμε το βλέμμα του (встретиться с ним взглядом; <emphasis>αντικρίζω</emphasis>). Όταν περνούσαμε εμπρός από το γραφείο του (когда /мы/ проходили перед его кабинетом), σταματούσαμε κάθε κουβέντα (/то/ прекращали любой разговор; <emphasis>σταματώ</emphasis>) και περπατούσαμε στα νύχια των ποδιών (и шли на цыпочках: «на ногтях ног»; <emphasis>περπατώ</emphasis>). Αν τυχόν η πόρτα του ήταν ανοιχτή (если по случайности дверь была открыта), τρέχαμε για να περάσουμε (/мы/ бежали, чтобы пройти) προτού γυρίσει το κεφάλι (прежде, чем /он/ повернет голову). Στο δρόμο (на улице), αν τον διακρίναμε να έρχεται από μακριά (если /мы/ издалека различали, что он идет; <emphasis>διακρίνω</emphasis>), αλλάζαμε πεζοδρόμιο (/то/ переходили на другой тротуар: «меняли тротуар»). Στους διαδρόμους (в коридорах) και στις αυλές του σχολείου (и дворах школы) τον συναντούσαμε σπανιότατα (/мы/ встречали его очень редко), στις εξαιρετικά κρίσιμες περιστάσεις (в исключительно критических ситуациях).</p>
   <empty-line/>
   <p>Δεν τολμούσαμε να αντικρύσουμε το βλέμμα του. Όταν περνούσαμε εμπρός από το γραφείο του, σταματούσαμε κάθε κουβέντα και περπατούσαμε στα νύχια των ποδιών. Αν τυχόν η πόρτα του ήταν ανοιχτή, τρέχαμε για να περάσουμε προτού γυρίσει το κεφάλι. Στο δρόμο, αν τον διακρίναμε να έρχεται από μακριά, αλλάζαμε πεζοδρόμιο. Στους διαδρόμους και στις αυλές του σχολείου τον συναντούσαμε σπανιότατα, στις εξαιρετικά κρίσιμες περιστάσεις.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ηρέμησε λοιπόν το πεδίο της μάχης μονομιάς (итак, поле битвы тотчас успокоилось; <emphasis>ηρεμώ; μονομιάς — тотчас</emphasis>). Οι παιδονόμοι σταμάτησαν το δάρσιμο (воспитатели прекратили порку), οι δαρμένοι σταμάτησαν τα κλάματα (выпоротые прекратили плач) κ’ έριξαν κάτω τα ξύλα (и бросили вниз палки; <emphasis>ρίχνω</emphasis>) και τις πέτρες (и камни) που κρατούσαν (которые держали). Όλοι στάθηκαν εκεί που βρισκόντανε (все остановились там, где находились), τεντώθηκαν (вытянулись; <emphasis>τεντώνομαι</emphasis>) και περίμεναν μεγάλα γεγονότα (и стали ждать великих событий). Εμείς οι συμμορίτες (мы, члены банды) είχαμε συναχτεί όλοι μαζί σε μια γωνία (собрались все вместе в углу; <emphasis>συνάγομαι</emphasis>), λίγο απόμερα από τους άλλους (немного в стороне от остальных), σαν από μια αυθόρμητη (словно /движимые/ непроизвольной) και ακατάλυτη αλληλεγγύη (и нерушимой солидарностью).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ηρέμησε λοιπόν το πεδίο της μάχης μονομιάς. Οι παιδονόμοι σταμάτησαν το δάρσιμο, οι δαρμένοι σταμάτησαν τα κλάματα κ’ έριξαν κάτω τα ξύλα και τις πέτρες που κρατούσαν. Όλοι στάθηκαν εκεί που βρισκόντανε, τεντώθηκαν και περίμεναν μεγάλα γεγονότα. Εμείς οι συμμορίτες είχαμε συναχτεί όλοι μαζί σε μια γωνία, λίγο απόμερα από τους άλλους, σαν από μια αυθόρμητη και ακατάλυτη αλληλεγγύη.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο γυμνασιάρχης προχώρησε αμίλητος (директор гимназии прошел вперед молча: «молчаливый»), με βήμα αργό και επίσημο (поступью медленной и официальной), μες στην απόλυτη σιγή (в полном молчании) που είχε διαδεχτεί την τρικυμία (которое последовало за бурей; <emphasis>διαδέχομαι</emphasis>). Στάθηκε ανάμεσα στο πλήθος των παιδιών (/он/ остановился среди толпы ребят) κ’ έριξε τριγύρω του μια ματιά βαθιά αποδοκιμαστική (и бросил вокруг глубоко испытующий взгляд).</p>
   <p>— Τι συμβαίνει (что происходит); ρώτησε προσταχτικά (спросил /он/ повелительно).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο γυμνασιάρχης προχώρησε αμίλητος, με βήμα αργό και επίσημο, μες στην απόλυτη σιγή που είχε διαδεχτεί την τρικυμία. Στάθηκε ανάμεσα στο πλήθος των παιδιών κ’ έριξε τριγύρω του μια ματιά βαθιά αποδοκιμαστική.</p>
   <p>— Τι συμβαίνει; ρώτησε προσταχτικά.</p>
   <empty-line/>
   <p>Στην αρχή κανείς δεν αποκρίθηκε (в начале никто не ответил; <emphasis>αποκρίνομαι</emphasis>). Ύστερα, ένας μεγάλος και χοντρός μαθητής (потом один большой и толстый ученик), που λεγότανε Μαντούδης (которого звали Мантудис), προχώρησε προς το γυμνασιάρχη (подошел: «прошел вперед» к директору гимназии; <emphasis>προχωρώ</emphasis>) και είπε, δείχνοντας με το δάχτυλο τον όμιλό μας (и сказал, показывая пальцем на нашу группу; <emphasis>δείχνω</emphasis>):</p>
   <p>— Κύριε, αυτοί έχουνε συμμορία (господин, у них банда).</p>
   <p>— Τι έχουνε (что у них: «что имеют»); ρώτησε ο γυμνασιάρχης με αρκετή κατάπληξη (спросил директор гимназии с довольно /большим/ удивлением).</p>
   <p>Τότε πολλοί μαθητές φώναξαν από όλες τις μεριές (тогда много учеников закричало со всех сторон; <emphasis>φωνάζω</emphasis>):</p>
   <p>— Μάλιστα, κύριε, αυτοί έχουνε συμμορία (именно так, господин, у них банда).</p>
   <empty-line/>
   <p>Στην αρχή κανείς δεν αποκρίθηκε. Ύστερα, ένας μεγάλος και χοντρός μαθητής, που λεγότανε Μαντούδης, προχώρησε προς το γυμνασιάρχη και είπε, δείχνοντας με το δάχτυλο τον όμιλό μας:</p>
   <p>— Κύριε, αυτοί έχουνε συμμορία.</p>
   <p>— Τι έχουνε; ρώτησε ο γυμνασιάρχης με αρκετή κατάπληξη.</p>
   <p>Τότε πολλοί μαθητές φώναξαν από όλες τις μεριές:</p>
   <p>— Μάλιστα, κύριε, αυτοί έχουνε συμμορία.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο τετράγωνος άνθρωπος (квадратный человек) δεν κατόρθωνε να μπει στο νόημα των πραγμάτων (не мог постичь: «войти в» смысл вещей). Θα προσπάθησε, υποθέτω, να καταλάβει (/я/ полагаю, /он/ попытался понять) τι σήμαινε άραγε (что же значила; <emphasis>σημαίνω</emphasis>), στην ιδιαίτερη διάλεκτο των μαθητών (на особом диалекте учеников), αυτή η καινούργια και παράξενη έκφραση (эта новая и странная фраза): «έχουνε συμμορία (у них банда)». Μα ήταν φανερό πως δεν καταλάβαινε (но было ясно, что /он/ не понимал).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο τετράγωνος άνθρωπος δεν κατόρθωνε να μπει στο νόημα των πραγμάτων. Θα προσπάθησε, υποθέτω, να καταλάβει τι σήμαινε άραγε, στην ιδιαίτερη διάλεκτο των μαθητών, αυτή η καινούργια και παράξενη έκφραση: «έχουνε συμμορία». Μα ήταν φανερό πως δεν καταλάβαινε.</p>
   <empty-line/>
   <p>Το ζήτημα θα έμεινε (вопрос, /должно быть/, так и остался; <emphasis>μένω</emphasis>) σκοτεινό και ανεξήγητο (темным и необъясненным) στην παιδαγωγική συνείδησή του (в его педагогическом сознании). Δεν ταίριαζε όμως και να δείξει (однако не к лицу было: «не подходило» и показать; <emphasis>ταιριάζω</emphasis>) πως δεν είχε καταλάβει (что /он/ не понял). Και, εξάλλου, ήτανε φανερό (к тому же было ясно) πως η κοινή γνώμη μας καταδίκαζε (что общественное мнение нас осуждало; <emphasis>καταδικάζω</emphasis>) και πως είχαμε ύφος ενόχων (и что у нас был виноватый вид: «вид виноватых»). Ο γυμνασιάρχης μας κατακεραύνωσε (директор гимназии испепелил нас; <emphasis>κατακεραυνώνω — поражать молнией; испепелять</emphasis>) με το πιο τρομερό του βλέμμα (своим самым ужасным взглядом) και πρόσταξε (и приказал; <emphasis>προστάζω</emphasis>):</p>
   <p>— Να τιμωρηθούν παραδειγματικά (примерно наказать: «пусть /они/ будут примерно наказаны»; <emphasis>τιμωρούμαι</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Το ζήτημα θα έμεινε σκοτεινό και ανεξήγητο στην παιδαγωγική συνείδησή του. Δεν ταίριαζε όμως και να δείξει πως δεν είχε καταλάβει. Και, εξάλλου, ήτανε φανερό πως η κοινή γνώμη μας καταδίκαζε και πως είχαμε ύφος ενόχων. Ο γυμνασιάρχης μας κατακεραύνωσε με το πιο τρομερό του βλέμμα και πρόσταξε:</p>
   <p>— Να τιμωρηθούν παραδειγματικά.</p>
   <empty-line/>
   <p>Και τιμωρηθήκαμε παραδειγματικά (и мы были примерно наказаны), χωρίς κανείς από το διδακτικό προσωπικό να ξέρει (хотя никто из преподавательского состава: «персонала» не знал) για ποιόν ακριβώς λόγο (по какой именно причине) είχαμε τιμωρηθεί (нас наказали).</p>
   <empty-line/>
   <p>Και τιμωρηθήκαμε παραδειγματικά, χωρίς κανείς από το διδακτικό προσωπικό να ξέρει για ποιόν ακριβώς λόγο είχαμε τιμωρηθεί.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μια άλλη φορά (в другой раз) πολλοί μαθητές αποφάσισαν πως (много учеников решили, что; <emphasis>αποφασίζω</emphasis>), αφού ήμασταν συμμορίτες και κακούργοι (поскольку мы были членами банды и злодеями), έπρεπε να μας παραπέμψουν σε τακτικό δικαστήριο (/они/ должны были отдать нас под регулярный суд = суд; <emphasis>παραπέμπω</emphasis>). Ήρθαν πλήθος αστυνομικοί (пришла толпа полицейских), ολόκληρο σώμα χωροφυλακής (целый корпус жандармерии), και μας συνέλαβαν (и нас схватили; <emphasis>συλλαμβάνω</emphasis>), μας έδεσαν πισθάγκωνα (связали руки за спиной: «связали сзади локти»; <emphasis>ο αγκώνας — локоть; πίσω — сзади</emphasis>) και μας έσυραν στο Κακουργιοδικείο (и потащили нас в уголовный суд; <emphasis>σέρνω</emphasis>). Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο χοντρός Μαντούδης (председателем суда был толстый Мантудис). Ο πρόεδρος λοιπόν και οι σύνεδροι (итак, председатель и присяжные) άρχισαν και μας έβριζαν (стали нас поносить: «начали и поносили нас»; <emphasis>βρίζω</emphasis>), χωρίς να μας αφήσουν να απολογηθούμε (не позволяя нам оправдаться: «без того, чтобы позволить нам оправдаться»; <emphasis>απολογούμαι</emphasis>), και το ακροατήριο μας γιουχάιζε (публика стала нас освистывать; <emphasis>γιουχαΐζω</emphasis>) κ’ ήθελε να μας πετροβολήσει (и хотела забросать нас камнями; <emphasis>πετροβολώ</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μια άλλη φορά πολλοί μαθητές αποφάσισαν πως, αφού ήμασταν συμμορίτες και κακούργοι, έπρεπε να μας παραπέμψουν σε τακτικό δικαστήριο. Ήρθαν πλήθος αστυνομικοί, ολόκληρο σώμα χωροφυλακής, και μας συνέλαβαν, μας έδεσαν πισθάγκωνα και μας έσυραν στο Κακουργιοδικείο. Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο χοντρός Μαντούδης. Ο πρόεδρος λοιπόν και οι σύνεδροι άρχισαν και μας έβριζαν, χωρίς να μας αφήσουν να απολογηθούμε, και το ακροατήριο μας γιουχάιζε κ’ ήθελε να μας πετροβολήσει.</p>
   <empty-line/>
   <p>Τότε παρουσιάστηκε ένας μαθητής (тогда появился один ученик; <emphasis>παρουσιάζομαι</emphasis>), που λεγότανε Παππάς (которого звали Паппас), και δήλωσε πως ήτανε δικηγόρος (и заявил, что /он/ адвокат) και πως ήθελε να αναλάβει την υπεράσπισή μας (и что хочет принять на себя нашу защиту; <emphasis>αναλαμβάνω</emphasis>). Με πολλή δυσφορία (с большим неудовольствием) ο Μαντούδης του έδωσε την άδεια να μιλήσει (Мантудис дал ему разрешение говорить). Κι ο Παππάς τότε άρχισε να βγάζει λόγο (тогда Паппас стал выступать: «произносить речь») και να κατηγορεί το Μαντούδη και τους συντρόφους του, τόσο πολύ (и обвинять Мантудиса и его товарищей так сильно; <emphasis>κατηγορώ</emphasis>) που κόντεψε να παρασύρει το ακροατήριο με το μέρος του (что был близок /к тому/, чтобы перетянуть аудиторию на свою сторону; <emphasis>κοντεύω; παρασέρνω</emphasis>) (είχε ίσως προσωπικά (возможно, у него были личные счеты: «личное») με τα μέλη του δικαστηρίου (с членами суда; <emphasis>το μέλος</emphasis>). Στο τέλος ο Μαντούδης όρμησε απάνω στον Παππά (под конец Мантудис набросился на Паппаса; <emphasis>ορμώ</emphasis>) και κυλίστηκαν καταγής (и /они/ покатились по земле; <emphasis>κυλιέμαι</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Τότε παρουσιάστηκε ένας μαθητής, που λεγότανε Παππάς, και δήλωσε πως ήτανε δικηγόρος και πως ήθελε να αναλάβει την υπεράσπισή μας. Με πολλή δυσφορία ο Μαντούδης του έδωσε την άδεια να μιλήσει. Κι ο Παππάς τότε άρχισε να βγάζει λόγο και να κατηγορεί το Μαντούδη και τους συντρόφους του, τόσο πολύ που κόντεψε να παρασύρει το ακροατήριο με το μέρος του (είχε ίσως προσωπικά με τα μέλη του δικαστηρίου). Στο τέλος ο Μαντούδης όρμησε απάνω στον Παππά και κυλίστηκαν καταγής.</p>
   <empty-line/>
   <p>Προτού γενικευτεί η συμπλοκή (прежде чем драка стала всеобщей; <emphasis>γενικεύομαι</emphasis>), η χωροφυλακή μας άρπαξε (жандармерия нас схватила; <emphasis>αρπάζω</emphasis>) καθώς και τον Παππά (также, как и Паппаса) και μας φυλάκισε όλους μαζί (и заключила всех нас вместе; <emphasis>φυλακίζω</emphasis>) σ’ ένα σκοτεινό καλύβι (в темной лачуге) και δεν άφηνε το πλήθος να πλησιάσει (и не давала толпе приблизиться; <emphasis>πλησιάζω</emphasis>). Μονάχα οι χωροφύλακες (только жандармы) και οι δικαστές ανέβαιναν στη στέγη του καλυβιού (и судьи поднимались на крышу лачуги; <emphasis>ανεβαίνω</emphasis>) και μας πετούσαν χώματα (и бросали в нас землей; <emphasis>πετώ</emphasis>) από τις χαραμάδες (сквозь щели).</p>
   <empty-line/>
   <p>Προτού γενικευτεί η συμπλοκή, η χωροφυλακή μας άρπαξε καθώς και τον Παππά και μας φυλάκισε όλους μαζί σ’ ένα σκοτεινό καλύβι και δεν άφηνε το πλήθος να πλησιάσει. Μονάχα οι χωροφύλακες και οι δικαστές ανέβαιναν στη στέγη του καλυβιού και μας πετούσαν χώματα από τις χαραμάδες.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ξέσπασαν όμως αρκετοί καβγάδες (однако разразилось довольно /много/ скандалов; <emphasis>ξεσπάω</emphasis>) γι’ αυτό το ζήτημα (по этому поводу: «вопросу»), γιατί πολλοί μαθητές διαμαρτυρόντανε (потому что многие ученики протестовали; <emphasis>διαμαρτυρούμαι</emphasis>) κ’ έλεγαν (и говорили) ότι η δίκη δεν έγινε όπως έπρεπε (что суд прошел не /так/, как следует), ότι οι κατηγορούμενοι τιμωρήθηκαν (что обвиняемые были наказаны; <emphasis>τιμωρούμαι</emphasis>) χωρίς να απολογηθούν (не ответив на обвинения: «не оправдавшись»; <emphasis>απολογούμαι — оправдываться; отвечать на обвинения в суде</emphasis>) και ότι δεν είναι καθόλου σωστό (и что было совершенно неправильным) να συλλαμβάνεται ο δικηγόρος (арестовывать адвоката) και να φυλακίζεται μαζί με τους κακούργους (и заключать его вместе со злодеями). Είχε κιόλας ξυπνήσει (уже проснулся), στο κεφάλι των μικρών αυτών Βυζαντινών (в голове этих маленьких византийцев), το προαιώνιο πνεύμα της δικονομίας (извечный дух правосудия).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ξέσπασαν όμως αρκετοί καβγάδες γι’ αυτό το ζήτημα, γιατί πολλοί μαθητές διαμαρτυρόντανε κ’ έλεγαν ότι η δίκη δεν έγινε όπως έπρεπε, ότι οι κατηγορούμενοι τιμωρήθηκαν χωρίς να απολογηθούν και ότι δεν είναι καθόλου σωστό να συλλαμβάνεται ο δικηγόρος και να φυλακίζεται μαζί με τους κακούργους. Είχε κιόλας ξυπνήσει, στο κεφάλι των μικρών αυτών Βυζαντινών, το προαιώνιο πνεύμα της δικονομίας.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μιαν υγρή, χειμωνιάτικη μέρα (однажды влажным зимним днем), πηγαίνοντας στο σχολείο (по пути в школу: «идя в школу»), είδα από μακριά (/я/ издалека увидел) πως η πλατεία του Ταξιμιού ήτανε γεμάτη κόσμο (что площадь Таксим полна народу). Μέσα από την πρωινή ομίχλη (в утреннем тумане) ξεχώρισα δύο παράξενα μνημεία (/я/ различил два странных сооружения: «памятника»; <emphasis>ξεχωρίζω</emphasis>) σαν πυραμίδες (похожих на пирамиды), που δεσπόζανε το πλήθος (которые возвышались над толпой; <emphasis>δεσπόζω</emphasis>). Ήτανε τωόντι πυραμίδες (/это/ действительно были пирамиды), καμωμένες η καθεμιά (каждая из которых была сделана: «сделанные каждая») από τρία πελώρια δοκάρια (из трех огромных балок). Από τις κορφές τους (с их вершин) κρεμότανε δύο άμορφα πράγματα (свисали два бесформенных предмета; <emphasis>κρέμομαι; η μορφή — форма; άμορφος — бесформенный</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μιαν υγρή, χειμωνιάτικη μέρα, πηγαίνοντας στο σχολείο, είδα από μακριά πως η πλατεία του Ταξιμιού ήτανε γεμάτη κόσμο. Μέσα από την πρωινή ομίχλη ξεχώρισα δύο παράξενα μνημεία σαν πυραμίδες, που δεσπόζανε το πλήθος. Ήτανε τωόντι πυραμίδες, καμωμένες η καθεμιά από τρία πελώρια δοκάρια. Από τις κορφές τους κρεμότανε δύο άμορφα πράγματα.</p>
   <empty-line/>
   <p>Πλησίασα με κάποια νευρική ανησυχία (/я/ приблизился с каким-то нервным беспокойством; <emphasis>πλησιάζω</emphasis>), με το προαίσθημα (с предчувствием) πως συνέβαινε κάτι πολύ δυσάρεστο (что происходит что-то очень неприятное; <emphasis>συμβαίνω</emphasis>), αλλά και εξαιρετικά ενδιαφέρον (но и чрезвычайно интересное). Έπρεπε άλλωστε (должно было, так или иначе), για να πάω στο σχολείο (чтобы мне дойти до школы), να περάσω αναγκαστικά από κει (пройти обязательно там = так или иначе, для того, чтобы дойти до школы, я должен был пройти мимо них). Πλησίασα και ξαφνικά κατάλαβα (/я/ подошел и внезапно понял). Γούρλωσα τα μάτια (/я/ вытаращил глаза; <emphasis>γουρλώνω</emphasis>) και στάθηκα μες στον κόσμο σαν απολιθωμένος (и остановился среди толпы как вкопанный: «как окаменелый»; <emphasis>στέκομαι; ο λίθος — камень</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Πλησίασα με κάποια νευρική ανησυχία, με το προαίσθημα πως συνέβαινε κάτι πολύ δυσάρεστο, αλλά και εξαιρετικά ενδιαφέρον. Έπρεπε άλλωστε, για να πάω στο σχολείο, να περάσω αναγκαστικά από κει. Πλησίασα και ξαφνικά κατάλαβα. Γούρλωσα τα μάτια και στάθηκα μες στον κόσμο σαν απολιθωμένος.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ήτανε κρεμάλες (/это/ были виселицы). Οι εκτελέσεις είχαν γίνει τα ξημερώματα (казнь произошла: «казни произошли» на рассвете), ίσια απέναντι στην κεντρική είσοδο του λυκείου (прямо напротив центрального входа в лицей). Οι δύο κρεμασμένοι (оба повешенных) φορούσανε κόκκινα φέσια (были одеты в красные фески) και μακριές πουκαμίσες (и длинные рубахи). Στα στήθη τους (на груди у них) ήταν καρφιτσωμένα κάτι μεγάλα χαρτιά (были приколоты большие листы бумаги), που γράφανε, υποθέτω (где были перечислены: «написаны», /я/ полагаю), τα κακουργήματά τους (их злодеяния). Τα χέρια τους ήταν δεμένα πισθάγκωνα (руки у них были связаны за спиной), τα πόδια τους όμως ήταν ελεύθερα (ноги, однако, были свободны). Του ενός ήταν ίσια τεντωμένα (у одного они были ровно протянуты = выпрямлены; <emphasis>τεντώνω</emphasis>), ενώ του άλλου (в то время как у другого) ήταν στραβωμένα και τυραννισμένα (скорчены и измучены) σα να είχε συμβεί ο θάνατος (словно бы смерть настала) μες σ’ ένα σπασμό ολόκληρου του κορμιού (во время судороги всего тела). Πότε-πότε (время от времени) ο αέρας κουνούσε ελαφριά τα δύο κουφάρια (ветер немного покачивал оба трупа; <emphasis>κουνώ</emphasis>), τα έστρεφε από τη μια μεριά στην άλλη (поворачивал их то в одну, то в другую сторону; <emphasis>στρέφω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ήτανε κρεμάλες. Οι εκτελέσεις είχαν γίνει τα ξημερώματα, ίσια απέναντι στην κεντρική είσοδο του λυκείου. Οι δύο κρεμασμένοι φορούσανε κόκκινα φέσια και μακριές πουκαμίσες. Στα στήθη τους ήταν καρφιτσωμένα κάτι μεγάλα χαρτιά, που γράφανε, υποθέτω, τα κακουργήματά τους. Τα χέρια τους ήταν δεμένα πισθάγκωνα, τα πόδια τους όμως ήταν ελεύθερα. Του ενός ήταν ίσια τεντωμένα, ενώ του άλλου ήταν στραβωμένα και τυραννισμένα σα να είχε συμβεί ο θάνατος μες σ’ ένα σπασμό ολόκληρου του κορμιού. Πότε-πότε ο αέρας κουνούσε ελαφριά τα δύο κουφάρια, τα έστρεφε από τη μια μεριά στην άλλη.</p>
   <empty-line/>
   <p>Με κατείχε τώρα (тогда мной завладело; <emphasis>κατέχω</emphasis>) ένα ανάμικτο αίσθημα αηδίας και φρίκης (смешанное чувство отвращения и ужаса), μια διπλή διάθεση (двойное желание) να λιγοθυμήσω και να κάνω εμετό (упасть в обморок и рвоты: «сделать рвоту»). Μα ήταν αδύνατο να φύγω (но было невозможно уйти). Ένιωθα τα πόδια μου καρφωμένα στο λιθόστρωτο (/я/ чувствовал, что мои ноги приросли: «прибиты» к мостовой), τα μάτια μου στυλωμένα στο απαίσιο θέαμα (а взор приковался: «мои глаза прикованы» к отвратительному зрелищу). Ήμουν μαγνητισμένος (/я/ был заворожен), καταχτημένος ολόψυχα από το θέαμα (полностью охвачен зрелищем) κι από την πρώτη αυτή μεγάλη συγκίνηση (и первым большим потрясением), που μου χάριζε αναπάντεχα η ζωή (которое мне неожиданно преподносила жизнь; <emphasis>χαρίζω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Με κατείχε τώρα ένα ανάμικτο αίσθημα αηδίας και φρίκης, μια διπλή διάθεση να λιγοθυμήσω και να κάνω εμετό. Μα ήταν αδύνατο να φύγω. Ένιωθα τα πόδια μου καρφωμένα στο λιθόστρωτο, τα μάτια μου στυλωμένα στο απαίσιο θέαμα. Ήμουν μαγνητισμένος, καταχτημένος ολόψυχα από το θέαμα κι από την πρώτη αυτή μεγάλη συγκίνηση, που μου χάριζε αναπάντεχα η ζωή.</p>
   <empty-line/>
   <p>Τριγύρω μου οι άνθρωποι μιλούσαν χαμηλόφωνα (вокруг меня люди говорили вполголоса), ανταλλάσσανε εντυπώσεις (обменивались впечатлениями; <emphasis>ανταλλάσσω</emphasis>), διηγούνταν λεπτομέρειες του θανάτου των δύο καταδίκων (рассказывали подробности смерти двух осужденных). Τους είχανε ανεβάσει, λέγανε, τον καθένα (говорили, что каждого /из/ /них/ поставили: «подняли») σ’ ένα υψηλό σκαμνί (на высокую скамейку) και τους είχανε περάσει τη θελιά στο λαιμό (и надели петли на шею). Κατόπι (после чего) ο αξιωματικός που είχε το πρόσταγμα τους ρώτησε (офицер, у которого был приказ, спросил их) ποιες ήτανε οι τελευταίες θελήσεις τους (каково было их последнее желание: «каковы были их последние желания»). Ο ένας, εκείνος που είχε τα πόδια τεντωμένα (один, тот у которого ноги были выпрямлены), ζήτησε να καπνίσει (попросил покурить; <emphasis>καπνίζω</emphasis>). Του έδωσαν ένα τσιγάρο (ему дали сигарету) και το κάπνισε με το κέφι του (и /он/ выкурил ее в свое удовольствие).</p>
   <empty-line/>
   <p>Τριγύρω μου οι άνθρωποι μιλούσαν χαμηλόφωνα, ανταλλάσσανε εντυπώσεις, διηγούνταν λεπτομέρειες του θανάτου των δύο καταδίκων. Τους είχανε ανεβάσει, λέγανε, τον καθένα σ’ ένα υψηλό σκαμνί και τους είχανε περάσει τη θελιά στο λαιμό. Κατόπι ο αξιωματικός που είχε το πρόσταγμα τους ρώτησε ποιες ήτανε οι τελευταίες θελήσεις τους. Ο ένας, εκείνος που είχε τα πόδια τεντωμένα, ζήτησε να καπνίσει. Του έδωσαν ένα τσιγάρο και το κάπνισε με το κέφι του.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο άλλος με τα στραβά πόδια (другой, с искривленными ногами) ζήτησε να μιλήσει (попросил высказаться). Του έδωσαν το λόγο (ему дали слово) κι αυτός ύψωσε τη φωνή (он повысил голос; <emphasis>υψώνω</emphasis>) κι άρχισε να βρίζει (и стал ругаться). Έβρισε το Κράτος (/он/ ругал государство), την κοινωνία (общество), τους νόμους (законы), τη δικαιοσύνη (правосудие), το Σουλτάνο (султана), όλα τα έβρισε με λόγια αισχρά (/он/ все обругал бесстыдными словами). Έβρισε και τη θρησκεία (обругал и религию). Τον άφησαν να λέει (ему дали выговориться). Η τελευταία επιθυμία του μελλοθάνατου (последнее желание приговоренного к смерти) ήταν σεβαστή (было уважаемым = уважалось). Όταν κουράστηκε σώπασε (когда /он/ устал, /то/ замолчал; <emphasis>κουράζομαι; σωπαίνω</emphasis>). Κι ο άλλος, στο μεταξύ (и другой, тем временем), είχε τελειώσει το τσιγάρο του (выкурил: «закончил» свою сигарету; <emphasis>τελειώνω</emphasis>). Τότε ήρθε ο γύφτος (тогда пришел цыган) (ο θρυλικός (мифический), ο απρόσωπος (безликий), ασύλληπτος (неуловимый) και φευγαλέος (и беглый) και αιώνιος Γύφτος (и вечный Цыган)!), ήρθε κ’ έδωσε από μια κλωτσιά (пришел и дал по пинку = пнул) στο κάθε σκαμνί (каждую скамью) και τα δύο σώματα έμειναν κρεμασμένα στο κενό (и оба тела повисли: «остались висящими» в пустоте)…</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο άλλος με τα στραβά πόδια ζήτησε να μιλήσει. Του έδωσαν το λόγο κι αυτός ύψωσε τη φωνή κι άρχισε να βρίζει. Έβρισε το Κράτος, την κοινωνία, τους νόμους, τη δικαιοσύνη, το Σουλτάνο, όλα τα έβρισε με λόγια αισχρά. Έβρισε και τη θρησκεία. Τον άφησαν να λέει. Η τελευταία επιθυμία του μελλοθάνατου ήταν σεβαστή. Όταν κουράστηκε σώπασε. Κι ο άλλος, στο μεταξύ, είχε τελειώσει το τσιγάρο του. Τότε ήρθε ο γύφτος (ο θρυλικός, ο απρόσωπος, ασύλληπτος και φευγαλέος και αιώνιος Γύφτος!), ήρθε κ’ έδωσε από μια κλωτσιά στο κάθε σκαμνί και τα δύο σώματα έμειναν κρεμασμένα στο κενό…</p>
   <empty-line/>
   <p>Έξαφνα άκουσα θόρυβο (внезапно /я/ услышал шум). Οι θυρωροί κ’ οι παιδονόμοι του λυκείου (привратники и воспитатели лицея), κατά διαταγή του γυμνασιάρχη (по приказу директора гимназии), είχαν κάνει έφοδο μες στο πλήθος (совершали ревизию в толпе) και μάζευαν με τη βία τους μαθητές (и силой собирали учеников; <emphasis>μαζεύω</emphasis>) που, καθώς εγώ (которые, также как и я), καθυστερούσαν γύρω στις κρεμάλες (задержались у: «вокруг» виселиц; <emphasis>καθυστερώ</emphasis>). Ένα δυνατό χέρι (какая-то сильная рука) με άρπαξε κ’ εμένα και με έσυρε (схватила меня и стала тащить).</p>
   <empty-line/>
   <p>Έξαφνα άκουσα θόρυβο. Οι θυρωροί κ’ οι παιδονόμοι του λυκείου, κατά διαταγή του γυμνασιάρχη, είχαν κάνει έφοδο μες στο πλήθος και μάζευαν με τη βία τους μαθητές που, καθώς εγώ, καθυστερούσαν γύρω στις κρεμάλες. Ένα δυνατό χέρι με άρπαξε κ’ εμένα και με έσυρε.</p>
   <empty-line/>
   <p>Το σχολείο ήταν ανάστατο (вся школа была поднята на ноги). Ο γυμνασιάρχης είχε διατάξει (директор гимназии приказал; <emphasis>διατάζω</emphasis>) να κενωθούν όλες οι τάξεις (чтобы были освобождены все классы; <emphasis>κενώνομαι</emphasis>) που έβλεπαν προς την πλατεία (которые выходили: «смотрели» на площадь). Οι μαθητές συνωστιζόντανε στις πίσω κάμαρες (ученики теснились в задних комнатах), παθιασμένοι (страстные), αγριεμένοι (раздраженные), με αστραφτερά μάτια (со сверкающими глазами), και μουγγρίζανε άναρθρα (и нечленораздельно рычали; <emphasis>μουγγρίζω</emphasis>) σαν ένα πλήθος μικροί λύκοι (словно стая: «толпа» маленьких волчат). Ο τετράγωνος, μαυροντυμένος άνθρωπος (квадратный, одетый в черное человек) έτρεχε βιαστικά (бегал торопливо) και άσκοπα (и бесцельно) από τη μια τάξη στην άλλη (из одного класса в другой), ανεβοκατέβαινε σκάλες (поднимался и спускался по лестницам; <emphasis>ανεβαίνω — подниматься; κατεβαίνω — спускаться; ανεβοκατεβαίνω — подниматься и спускаться; ходить вверх и вниз</emphasis>), έδινε οδηγίες αντιφατικές και ασυνάρτητες (давал противоречивые и бессвязные указания). Για πρώτη φορά (в первый раз) είχε χάσει την ψυχραιμία του (/он/ потерял свое хладнокровие).</p>
   <empty-line/>
   <p>Το σχολείο ήταν ανάστατο. Ο γυμνασιάρχης είχε διατάξει να κενωθούν όλες οι τάξεις που έβλεπαν προς την πλατεία. Οι μαθητές συνωστιζόντανε στις πίσω κάμαρες, παθιασμένοι, αγριεμένοι, με αστραφτερά μάτια, και μουγγρίζανε άναρθρα σαν ένα πλήθος μικροί λύκοι. Ο τετράγωνος, μαυροντυμένος άνθρωπος έτρεχε βιαστικά και άσκοπα από τη μια τάξη στην άλλη, ανεβοκατέβαινε σκάλες, έδινε οδηγίες αντιφατικές και ασυνάρτητες. Για πρώτη φορά είχε χάσει την ψυχραιμία του.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο κ. Δημητρακόπουλος χειρονομούσε νευρικά (г-н Димитракопулос нервно жестикулировал; <emphasis>χειρονομώ</emphasis>) μες στους διαδρόμους (в коридорах) και διαμαρτυρόταν εναντίον των αρχών (и протестовал против властей; <emphasis>διαμαρτύρομαι</emphasis>). Δεν επιτρέπεται, έλεγε (не позволено, говорил /он/), να στήνουνε κρεμάλες εμπρός στα εκπαιδευτήρια (устанавливать виселицы перед учебными заведениями; <emphasis>στήνω</emphasis>), το θέαμα αυτό είναι αντιπαιδαγωγικό (это зрелище антипедагогично). Οι άλλοι δάσκαλοι συγκατανεύανε σιωπηλά (другие учителя молча соглашались; <emphasis>συγκατανεύω</emphasis>) με κουνήματα της κεφαλής (кивками головы).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο κ. Δημητρακόπουλος χειρονομούσε νευρικά μες στους διαδρόμους και διαμαρτυρόταν εναντίον των αρχών. Δεν επιτρέπεται, έλεγε, να στήνουνε κρεμάλες εμπρός στα εκπαιδευτήρια, το θέαμα αυτό είναι αντιπαιδαγωγικό. Οι άλλοι δάσκαλοι συγκατανεύανε σιωπηλά με κουνήματα της κεφαλής.</p>
   <empty-line/>
   <p>Οι σύντροφοι μου της συμμορίας και εγώ συναχτήκαμε αυθόρμητα (мои товарищи по банде и я спонтанно собрались; <emphasis>συνάγομαι</emphasis>) και ζαρώσαμε όλοι μαζί σ’ ένα θρανίο (и все вместе съежились за одной партой; <emphasis>ζαρώνω</emphasis>), πελιδνοί από τον τρόμο (мертвенно-бледные от страха), που μας είχε μεταδώσει το θέαμα της πλατείας (который в нас вселило: «нам передало» зрелище на площади; <emphasis>μεταδίδω</emphasis>) και που μόλις τώρα τον συνειδητοποιούσαμε (и которое мы только сейчас осознавали; <emphasis>συνειδητοποιώ</emphasis>), κι από κάποιο ανομολόγητο (и от какого-то непередаваемого) και ανεξήγητο αίσθημα ενοχής (и необъяснимого чувства вины). Κι άλλοι όμως πολλοί (однако и у многих других) είχαν αυτή την εντύπωση (было такое же впечатление) πως η συμμορία έφταιγε σε κάτι (что банда была в чем-то виновата; <emphasis>φταίω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Οι σύντροφοι μου της συμμορίας και εγώ συναχτήκαμε αυθόρμητα και ζαρώσαμε όλοι μαζί σ’ ένα θρανίο, πελιδνοί από τον τρόμο, που μας είχε μεταδώσει το θέαμα της πλατείας και που μόλις τώρα τον συνειδητοποιούσαμε, κι από κάποιο ανομολόγητο και ανεξήγητο αίσθημα ενοχής. Κι άλλοι όμως πολλοί είχαν αυτή την εντύπωση πως η συμμορία έφταιγε σε κάτι.</p>
   <empty-line/>
   <p>Οι εχθροί μας (наши враги) μας κοίταζαν αγριότερα από πάντα (смотрели на нас еще более злобно, чем всегда), είχαν όρεξη να μας ξεσκίσουν μια και καλή (у них было желание: «аппетит» разорвать нас раз и навсегда: «один /раз/ и хороший»; <emphasis>μια και καλή — идиом. раз и навсегда</emphasis>), να τελειώσει οριστικά το ζήτημά μας (чтобы наше дело окончательно прекратилось), όπως είχε τελειώσει οριστικά (как окончательно прекратилось) και το άλλο εκείνο ζήτημα στην πλατεία (и то другое дело на площади). Κι ολόκληρο, εξάλλου, το σχολείο (впрочем, вся школа) ζητούσε αφορμή να κάνει το κακό (искала повода, чтобы причинить зло), να σπάσει (чтобы разбить; <emphasis>σπάω</emphasis>), να χτυπήσει (ударить; <emphasis>χτυπάω</emphasis>), να ματώσει (разбить в кровь; <emphasis>ματώνω</emphasis>). Ένας μεγάλος μαθητής (один взрослый ученик) είχε αρπάξει ένα μικρό (схватил маленького; <emphasis>αρπάζω</emphasis>), τον είχε αναποδογυρίσει σ’ ένα θρανίο (опрокинул его на парту; <emphasis>αναποδογυρίζω</emphasis>) και του έσφιγγε το λαιμό με τα δύο χέρια (и сжимал ему горло обеими руками; <emphasis>σφίγγω</emphasis>).</p>
   <p>— Θα σε πνίξω (/я/ тебя задушу; <emphasis>πνίγω</emphasis>)! ξεφώνιζε (кричал /он/). Θα σε πνίξω (/я/ тебя задушу)!</p>
   <p>Ο μικρός έβγαλε σπαραχτικές τσιριξιές (малыш стал испускать душераздирающий визг).</p>
   <empty-line/>
   <p>Οι εχθροί μας μας κοίταζαν αγριότερα από πάντα, είχαν όρεξη να μας ξεσκίσουν μια και καλή, να τελειώσει οριστικά το ζήτημά μας, όπως είχε τελειώσει οριστικά και το άλλο εκείνο ζήτημα στην πλατεία. Κι ολόκληρο, εξάλλου, το σχολείο ζητούσε αφορμή να κάνει το κακό, να σπάσει, να χτυπήσει, να ματώσει. Ένας μεγάλος μαθητής είχε αρπάξει ένα μικρό, τον είχε αναποδογυρίσει σ’ ένα θρανίο και του έσφιγγε το λαιμό με τα δύο χέρια.</p>
   <p>— Θα σε πνίξω! ξεφώνιζε. Θα σε πνίξω!</p>
   <p>Ο μικρός έβγαλε σπαραχτικές τσιριξιές.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο χοντρός Μαντούδης μας έδειχνε από μακριά (толстый Мантудис указывал на нас издалека):</p>
   <p>— Αυτούς πρέπει να πνίξουμε, αυτούς (/вот/ их следует задушить, их).</p>
   <p>Ένιωθα μια θελιά στο λαιμό μου (я почувствовал петлю на шее). Ο Δημητρός άρχισε να κλαίει (Димитрос начал плакать)…</p>
   <p>Αργότερα ένας δάσκαλος (позже один учитель), εξίσου εκνευρισμένος όσο κ’ εμείς (раздраженный так же, как и мы), νόμισε πως η ευκαιρία ήταν πολύ κατάλληλη (посчитал, что это был очень подходящий случай) για να μας κάνει μια μικρή ηθική διδασκαλία (чтобы прочитать: «сделать» нам небольшое нравоучение: «моральное учение»).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο χοντρός Μαντούδης μας έδειχνε από μακριά:</p>
   <p>— Αυτούς πρέπει να πνίξουμε, αυτούς.</p>
   <p>Ένιωθα μια θελιά στο λαιμό μου. Ο Δημητρός άρχισε να κλαίει…</p>
   <p>Αργότερα ένας δάσκαλος, εξίσου εκνευρισμένος όσο κ’ εμείς, νόμισε πως η ευκαιρία ήταν πολύ κατάλληλη για να μας κάνει μια μικρή ηθική διδασκαλία.</p>
   <empty-line/>
   <p>— Τους είδατε αυτούς τους δύο ανθρώπους στην πλατεία (/вы/ видели тех двух людей на площади), έλεγε (говорил /он/). Λοιπόν, μη νομίζετε (так вот, не думайте) ότι οι άνθρωποι αυτοί γεννήθηκαν κακούργοι (что эти люди родились злодеями; <emphasis>γεννιέμαι</emphasis>). Έγιναν κακούργοι (/они/ стали злодеями). Δε γεννήθηκαν ελεεινοί και απαίσιοι (/они/ не родились жалкими и отвратительными), όπως τους είδατε σήμερα (какими /вы/ их сегодня видели). Έγιναν ελεεινοί και απαίσιοι (/они/ стали жалкими и отвратительными).</p>
   <empty-line/>
   <p>— Τους είδατε αυτούς τους δύο ανθρώπους στην πλατεία, έλεγε. Λοιπόν, μη νομίζετε ότι οι άνθρωποι αυτοί γεννήθηκαν κακούργοι. Έγιναν κακούργοι. Δε γεννήθηκαν ελεεινοί και απαίσιοι, όπως τους είδατε σήμερα. Έγιναν ελεεινοί και απαίσιοι.</p>
   <empty-line/>
   <p>Αλλά προτού γίνουν ό, τι έγιναν (но прежде чем стать тем, чем /они/ стали), ήταν παιδιά σαν κ’ εσάς (/они/ были детьми, как и вы), πήγαιναν στο σχολείο σαν κ’ εσάς (ходили, как и вы, в школу), είχαν δασκάλους σαν κ’ εσάς (как и вы, имели учителей), δασκάλους καλούς και σεβαστούς (учителей хороших и почтенных), που τους μάθαιναν γράμματα (которые учили их наукам: «буквам»), για να γίνουν άνθρωποι ευυπόληπτοι (чтобы /они/ стали людьми почтенными) και χρήσιμοι στην κοινωνία (и полезными обществу), και τους έδιναν συμβουλές (и давали им советы), για να ακολουθήσουν το δρόμο της αρετής (чтобы /они/ следовали дорогой добродетели). Αλλά αυτοί δεν άκουγαν τους δασκάλους τους (но они не слушали своих учителей).</p>
   <empty-line/>
   <p>Αλλά προτού γίνουν ό, τι έγιναν, ήταν παιδιά σαν κ’ εσάς, πήγαιναν στο σχολείο σαν κ’ εσάς, είχαν δασκάλους σαν κ’ εσάς, δασκάλους καλούς και σεβαστούς, που τους μάθαιναν γράμματα, για να γίνουν άνθρωποι ευυπόληπτοι και χρήσιμοι στην κοινωνία, και τους έδιναν συμβουλές, για να ακολουθήσουν το δρόμο της αρετής. Αλλά αυτοί δεν άκουγαν τους δασκάλους τους.</p>
   <empty-line/>
   <p>Περιφρονούσαν τους δασκάλους τους (/они/ презирали своих учителей; <emphasis>περιφρονώ</emphasis>), αμελούσαν τα μαθήματά τους (нерадиво относились к урокам; <emphasis>αμελώ</emphasis>), δεν ήθελαν να ακολουθήσουν καμιά συμβουλή (не хотели последовать ни одному совету; <emphasis>ακολουθώ</emphasis>) κ’ έκαναν ό, τι τους περνούσε από το κεφάλι (и делали то, что взбредет им в голову), όπως κάνετε κ’ εσείς (как делаете и вы), και ατακτούσαν συνεχώς (и постоянно шалили; <emphasis>ατακτώ</emphasis>), όπως κ’ εσείς (как и вы), κι αντί να γίνουν καλά παιδιά (и вместо /того/, чтобы стать хорошими детьми) έγιναν παλιόπαιδα (стали негодниками), όπως γίνατε κ’ εσείς (как стали и вы). Κι από αταξία σε αταξία (и от шалости к шалости) κι από κακία σε κακία (от плохого поступка к плохому поступку), έφτασαν εκεί που τους είδατε σήμερα (/они/ дошли до туда, где /вы/ их сегодня видели). Εκεί μπορείτε να φτάσετε μια μέρα κ’ εσείς (дотуда и вы можете дойти однажды).</p>
   <empty-line/>
   <p>Περιφρονούσαν τους δασκάλους τους, αμελούσαν τα μαθήματά τους, δεν ήθελαν να ακολουθήσουν καμιά συμβουλή κ’ έκαναν ό, τι τους περνούσε από το κεφάλι, όπως κάνετε κ’ εσείς, και ατακτούσαν συνεχώς, όπως κ’ εσείς, κι αντί να γίνουν καλά παιδιά έγιναν παλιόπαιδα, όπως γίνατε κ’ εσείς. Κι από αταξία σε αταξία κι από κακία σε κακία, έφτασαν εκεί που τους είδατε σήμερα. Εκεί μπορείτε να φτάσετε μια μέρα κ’ εσείς.</p>
   <empty-line/>
   <p>Τότε ένας μαθητής σηκώθηκε (тогда один ученик встал) κλαίγοντας με λυγμούς (рыдая: «плача с рыданиями») και τραύλισε (и пробормотал; <emphasis>τραυλίζω — лепетать; бормотать</emphasis>):</p>
   <p>— Γιατί, κύριε, μας τα λέτε αυτά (зачем вы нам это говорите, господин); Γιατί (зачем);</p>
   <p>— Σας τα λέω (/я/ вам это говорю), αποκρίθηκε ο δάσκαλος (ответил учитель), για να παραδειγματιστείτε (чтобы /вы/ учились на примере) και να μη γίνετε κ’ εσείς (чтобы вы не стали /такими же/) σαν κι αυτούς τους κρεμασμένους (как эти повешенные).</p>
   <empty-line/>
   <p>Τότε ένας μαθητής σηκώθηκε κλαίγοντας με λυγμούς και τραύλισε:</p>
   <p>— Γιατί, κύριε, μας τα λέτε αυτά; Γιατί;</p>
   <p>— Σας τα λέω, αποκρίθηκε ο δάσκαλος, για να παραδειγματιστείτε και να μη γίνετε κ’ εσείς σαν κι αυτούς τους κρεμασμένους.</p>
   <empty-line/>
   <p>Τότε ένας άλλος μαθητής σηκώθηκε (тогда встал другой ученик) και φώναξε με αγανάκτηση (и закричал с возмущением):</p>
   <p>— Αυτοί οι κρεμασμένοι (те повешенные), κύριε, είναι χαμάληδες και Τουρκαλάδες (это носильщики = <emphasis>чернорабочие</emphasis> и турки), ενώ εμείς είμαστε Έλληνες (а мы греки)!</p>
   <p>— Δεν έχει σημασία (не имеет значения), είπε ο δάσκαλος (сказал учитель). Όλα τα έθνη βγάζουν κακούργους (все народы порождают преступников: «злодеев»).</p>
   <p>Ο μαθητής ανέβηκε απάνω στο θρανίο (ученик забрался на парту) κατακόκκινος και άγριος (красный и злой) και φώναξε ακόμα δυνατότερα (и закричал еще громче):</p>
   <p>— Εμάς, κύριε (у нас, господин), οι πατέρες μας (наши отцы) είναι τίμιοι άνθρωποι (это люди почтенные) κ’ εμείς είμαστε (и мы такие же) σαν τους πατέρες μας (как и наши отцы).</p>
   <empty-line/>
   <p>Τότε ένας άλλος μαθητής σηκώθηκε και φώναξε με αγανάκτηση:</p>
   <p>— Αυτοί οι κρεμασμένοι, κύριε, είναι χαμάληδες και Τουρκαλάδες, ενώ εμείς είμαστε Έλληνες!</p>
   <p>— Δεν έχει σημασία, είπε ο δάσκαλος. Όλα τα έθνη βγάζουν κακούργους.</p>
   <p>Ο μαθητής ανέβηκε απάνω στο θρανίο κατακόκκινος και άγριος και φώναξε ακόμα δυνατότερα:</p>
   <p>— Εμάς, κύριε, οι πατέρες μας είναι τίμιοι άνθρωποι κ’ εμείς είμαστε σαν τους πατέρες μας.</p>
   <empty-line/>
   <p>Κ’ ενώ ο δάσκαλος άρχιζε τη διαλογική συζήτηση (и пока учитель начинал диалог: «диалогический разговор») και τις επιχειρηματολογίες (и доводы) κάποιος άλλος φώναξε (кто-то другой закричал) δείχνοντας εμάς (указывая на нас):</p>
   <p>— Να τα πείτε σ’ αυτούς (скажите это им) που έχουν συμμορία (у которых банда)!</p>
   <p>Κανένα μάθημα δεν έγινε εκείνο το πρωί (в то утро не было проведено: «не произошло» ни одного урока) κι ούτε ήτανε δυνατό να γίνει (да и не было возможно, чтобы было проведено).</p>
   <empty-line/>
   <p>Κ’ ενώ ο δάσκαλος άρχιζε τη διαλογική συζήτηση και τις επιχειρηματολογίες κάποιος άλλος φώναξε δείχνοντας εμάς:</p>
   <p>— Να τα πείτε σ’ αυτούς που έχουν συμμορία!</p>
   <p>Κανένα μάθημα δεν έγινε εκείνο το πρωί κι ούτε ήτανε δυνατό να γίνει.</p>
   <empty-line/>
   <p>Φύγαμε το μεσημέρι να πάμε στα σπίτια μας (в полдень мы отправились по домам: «мы ушли, чтобы пойти по своим домам»). Η πλατεία του Ταξιμιού είχε αδειάσει από τον κόσμο (площадь Таксим опустела: «опустела от народа»; <emphasis>αδειάζω</emphasis>), οι κρεμάλες είχαν σηκωθεί (виселицы убрали: «были подняты»). Μονάχα μερικοί λάκκοι (только несколько ямок) φανέρωναν τη θέση (указывали на место) όπου είχανε στηθεί (где были установлены; <emphasis>στήνομαι</emphasis>) τα εργαλεία της δικαιοσύνης (инструменты правосудия). Μερικοί σαστισμένοι άνθρωποι (несколько растерянных людей) στέκονταν και χάζευαν τους λάκκους (стояли и глазели на ямки) και δεν είχαν όρεξη να απομακρυνθούν (и не собирались: «у них не было аппетита» уходить). Στάθηκα κ’ εγώ εκεί μερικά λεπτά (/я/ тоже постоял там несколько минут) κ’ ύστερα με ξανάπιασε η τρομάρα (потом меня опять охватил ужас) και πήρα δρόμο (и /я/ пошел: «взял» своим путем).</p>
   <empty-line/>
   <p>Φύγαμε το μεσημέρι να πάμε στα σπίτια μας. Η πλατεία του Ταξιμιού είχε αδειάσει από τον κόσμο, οι κρεμάλες είχαν σηκωθεί. Μονάχα μερικοί λάκκοι φανέρωναν τη θέση όπου είχανε στηθεί τα εργαλεία της δικαιοσύνης. Μερικοί σαστισμένοι άνθρωποι στέκονταν και χάζευαν τους λάκκους και δεν είχαν όρεξη να απομακρυνθούν. Στάθηκα κ’ εγώ εκεί μερικά λεπτά κ’ ύστερα με ξανάπιασε η τρομάρα και πήρα δρόμο.</p>
   <empty-line/>
   <p>Πέρασα μια πολύ άσκημη νύχτα (/я/ провел чрезвычайно скверную ночь). Το απαίσιο όραμα με καταδίωκε (отвратительное зрелище преследовало меня; <emphasis>καταδιώκω</emphasis>) στον ύπνο και τον ξύπνο (во сне и наяву), ανακατωμένο με τα συγκεχυμένα ονειροπολήματα της συμμορίας (вперемешку: «перемешанное» со спутанными фантазиями о банде) — μάσκες (маски), περίστροφα (револьверы), κρυψώνες (тайники), σκαρφαλώματα τοίχων (лазанье по стенам), τρεχάματα στις στέγες της πολιτείας (беготня по крышам города) μες στο σκοτάδι (в темноте), κ’ ύστερα, ξαφνικά (а потом, внезапно), τα δύο κουφάρια με τα φεσάκια (два трупа в фесках) και τις πουκαμίσες (и рубахах) που αργοκουνιόντανε μες στην ομίχλη (которые медленно покачивались в тумане). Και κάποτε οι δύο κρεμασμένοι μεγάλωναν (время от времени два повешенных росли), μεγάλωναν, σκέπαζαν τον κόσμο (росли, заслоняя /собою/ весь мир; <emphasis>σκεπάζω</emphasis>). Κ’ ένιωθα πάλι μια θελιά στο λαιμό (и /я/ опять чувствовал петлю на шее).</p>
   <empty-line/>
   <p>Πέρασα μια πολύ άσκημη νύχτα. Το απαίσιο όραμα με καταδίωκε στον ύπνο και τον ξύπνο, ανακατωμένο με τα συγκεχυμένα ονειροπολήματα της συμμορίας — μάσκες, περίστροφα, κρυψώνες, σκαρφαλώματα τοίχων, τρεχάματα στις στέγες της πολιτείας μες στο σκοτάδι, κ’ ύστερα, ξαφνικά, τα δύο κουφάρια με τα φεσάκια και τις πουκαμίσες που αργοκουνιόντανε μες στην ομίχλη. Και κάποτε οι δύο κρεμασμένοι μεγάλωναν, μεγάλωναν, σκέπαζαν τον κόσμο. Κ’ ένιωθα πάλι μια θελιά στο λαιμό.</p>
   <empty-line/>
   <p>Την επόμενη (на следующий /день/), σαν ξαναβρήκα τους συντρόφους μου στο σχολείο (когда /я/ опять встретился со своими товарищами в школе), δε μιλήσαμε καθόλου για τη συμμορία (/мы/ и слова не промолвили о банде: «мы совсем не говорили о банде»). Πέρασαν μέρες και εβδομάδες (прошли дни и недели) και δεν έγινε πια κανένας λόγος γι’ αυτήν (но речь о ней больше не заходила: «но больше не случалось речи о ней»). Η ιδεατή προσωπικότητά της (ее воображаемый образ) είχε σβήσει για πάντα (угас навсегда).</p>
   <empty-line/>
   <p>Την επόμενη, σαν ξαναβρήκα τους συντρόφους μου στο σχολείο, δε μιλήσαμε καθόλου για τη συμμορία. Πέρασαν μέρες και εβδομάδες και δεν έγινε πια κανένας λόγος γι’ αυτήν. Η ιδεατή προσωπικότητά της είχε σβήσει για πάντα.</p>
   <empty-line/>
   <empty-line/>
   <empty-line/>
  </section>
  <section>
   <title>
    <p>Η λίμνη</p>
   </title>
   <subtitle>(Озеро)</subtitle>
   <p>Στα 1912 ο Πέτρος Χαλκιάς ήταν είκοσι δύο χρονών (в 1912 Петросу Халкиасу было двадцать два года). Πήγε στον πόλεμο (/он/ ушел на войну; <emphasis>πηγαίνω</emphasis>) με την πρώτη φουρνιά (в первых рядах: «с первой партией»; <emphasis>η φουρνιά — партия выпечки; партия, группа; ο φούρνος — печь</emphasis>), συνεπαρμένος από τον ενθουσιασμό του έθνους (охваченный национальным энтузиазмом; <emphasis>συνεπαίρνω, το έθνος</emphasis>), χωρίς βέβαια να φαντάζεται (не представляя себе, конечно: «без того, чтобы, конечно, представлял»; <emphasis>φαντάζομαι</emphasis>) πως έμελλε να φορεί (что ему предстояло носить; <emphasis>μέλλω, φορώ</emphasis>), περίπου ακατάπαυστα (почти непрерывно), τη στολή εκστρατείας (походный мундир; <emphasis>η εκστρατεία — военная кампания, поход</emphasis>) απάνω από δέκα χρόνια (более десяти лет).</p>
   <empty-line/>
   <p>Στα 1912 ο Πέτρος Χαλκιάς ήταν είκοσι δύο χρονών. Πήγε στον πόλεμο με την πρώτη φουρνιά, συνεπαρμένος από τον ενθουσιασμό του έθνους, χωρίς βέβαια να φαντάζεται πως έμελλε να φορεί, περίπου ακατάπαυστα, τη στολή εκστρατείας απάνω από δέκα χρόνια.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ως τότε (до того) δεν είχε νιώσει πολλά πράγματα (/он/ не испытал многого: «многих вещей»; <emphasis>νιώθω — чувствовать, испытывать</emphasis>) από τη ζωή (в жизни). Είχε περάσει τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια (/он/ провел детские и юношеские годы; <emphasis>περνώ</emphasis>) ασυνείδητα και σκυθρωπά (бессознательно и мрачно), δίχως χαρά (без радости), μα και δίχως μέριμνες (но и без забот), ανάμεσα σε γονείς ηλικιωμένους (с родителями пожилыми: «среди…»; <emphasis>ο γονέας</emphasis>), αυστηρούς (строгими) και λιγομίλητους (и немногословными). Δεν είχε αδέλφια (у него не было братьев и сестер). Ήταν παραδεγμένο σιωπηρά μες στην οικογένεια (в семье существовал молчаливый уговор: «было молча принято в семье»; <emphasis>παραδέχομαι — παραδεγμένο = παραδεδεγμένο /более распространено/</emphasis>) πως ο νέος δεν είχε ανάγκη να δουλέψει (что у юноши не было необходимости работать; <emphasis>δουλεύω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ως τότε δεν είχε νιώσει πολλά πράγματα από τη ζωή. Είχε περάσει τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια ασυνείδητα και σκυθρωπά, δίχως χαρά, μα και δίχως μέριμνες, ανάμεσα σε γονείς ηλικιωμένους, αυστηρούς και λιγομίλητους. Δεν είχε αδέλφια. Ήταν παραδεγμένο σιωπηρά μες στην οικογένεια πως ο νέος δεν είχε ανάγκη να δουλέψει.</p>
   <empty-line/>
   <p>Εκείνον τον καιρό (в то время) οι οικογενειακές περιουσίες (семейные состояния) ήταν πράγματα σίγουρα και ασάλευτα (были вещами верными и неколебимыми; <emphasis>σαλεύω — качаться, колебаться; ασάλευτος</emphasis>), που χρειαζόταν κόπος (/так/, что требовался труд; <emphasis>χρειάζομαι</emphasis>) για να τα καταστρέψει κανείς (чтобы их разрушить: «чтобы их кто-нибудь разрушил»; <emphasis>καταστρέφω</emphasis>). Δε διαλύονταν από μόνες τους (/они/ не растворялись сами по себе; <emphasis>διαλύομαι</emphasis>), όπως συνέβηκε αργότερα (как это произошло позже; <emphasis>συμβαίνω</emphasis>). Για τούτο και κανείς δε φρόντισε (поэтому никто и не позаботился; <emphasis>φροντίζω</emphasis>) να προετοιμάσει τον Πέτρο Χαλκιά (подготовить Петроса Халкиаса; <emphasis>προετοιμάζω</emphasis>) για μια οποιαδήποτε σταδιοδρομία (к какой-нибудь карьере), απ’ αυτές που ακολουθούσαν τότε (из тех, которым следовали тогда; <emphasis>ακολουθώ</emphasis>) οι νέοι της τάξης του (молодые люди его круга; <emphasis>η τάξη — класс; круг /общественный/</emphasis>), για την πολιτική λ.χ. (к политике, например; <emphasis>λόγου χάρη = παραδείγματος χάρη — например</emphasis>) ή για τη διπλωματία (или к дипломатии) ή για το στρατό (или к армии) ή το πολεμικό ναυτικό (или к военно-морскому флоту; <emphasis>πολεμικός — военный; το ναυτικό — морской флот; το πολεμικό ναυτικό — военно-морской флот</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Εκείνον τον καιρό οι οικογενειακές περιουσίες ήταν πράγματα σίγουρα και ασάλευτα, που χρειαζόταν κόπος για να τα καταστρέψει κανείς. Δε διαλύονταν από μόνες τους, όπως συνέβηκε αργότερα. Για τούτο και κανείς δε φρόντισε να προετοιμάσει τον Πέτρο Χαλκιά για μια οποιαδήποτε σταδιοδρομία, απ’ αυτές που ακολουθούσαν τότε οι νέοι της τάξης του, για την πολιτική λ.χ. ή για τη διπλωματία ή για το στρατό ή το πολεμικό ναυτικό.</p>
   <empty-line/>
   <p>Κι ο ίδιος (да и сам /он/) δεν είχε δείξει κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον (не выказал никакого особого интереса; <emphasis>δείχνω</emphasis>) για τίποτα απολύτως (совершенно ни к чему), ούτε είχε θέσει ποτέ στον εαυτό του το ερώτημα (и никогда не ставил перед собой вопроса; <emphasis>θέτω</emphasis>) ποιός ήταν ο σκοπός της ζωής του (/о том/, какова цель его жизни). Δεν είχε ανάγκη ενός σκοπού (цель ему была не нужна). Έπαιζε μπιλιάρδο ή χαρτιά (/он/ играл в билиард или карты; <emphasis>παίζω</emphasis>), γυρνούσε τα σπίτια ανοχής (шатался по домам терпимости; <emphasis>γυρνώ</emphasis>), διάβαζε κάποτε τις εφημερίδες (иногда читал газеты; <emphasis>διαβάζω</emphasis>) ή, ξαπλωμένος στις καρέκλες της πλατείας του Συντάγματος (или, развалившись на стульях на площади Синтагма; <emphasis>ξαπλώνω — ложиться; разваливаться; η Πλατεία Συντάγματος — площадь Конституции /το σύνταγμα — конституция/, одна из центральных площадей Афин</emphasis>), μικρολογούσε άκεφα ολόκληρες νύχτες με ανθρώπους (ночи напролет: «целыми ночами» неохотно вел пустые разговоры с людьми; <emphasis>μικρολογώ — вести пустые разговоры; размениваться по мелочам</emphasis>) που, σαν κι αυτόν (которые, как и он), δεν σκοτίζονταν για τίποτα στον κόσμο (не беспокоились ни о чем на свете; <emphasis>σκοτίζομαι</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Κι ο ίδιος δεν είχε δείξει κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τίποτα απολύτως, ούτε είχε θέσει ποτέ στον εαυτό του το ερώτημα ποιός ήταν ο σκοπός της ζωής του. Δεν είχε ανάγκη ενός σκοπού. Έπαιζε μπιλιάρδο ή χαρτιά, γυρνούσε τα σπίτια ανοχής, διάβαζε κάποτε τις εφημερίδες ή, ξαπλωμένος στις καρέκλες της πλατείας του Συντάγματος, μικρολογούσε άκεφα ολόκληρες νύχτες με ανθρώπους που, σαν κι αυτόν, δεν σκοτίζονταν για τίποτα στον κόσμο.</p>
   <empty-line/>
   <p>Είχε παραδεχτεί μέσα του (про себя /он/ смирился: «принял»; <emphasis>παραδέχομαι — принимать; решать</emphasis>) πως έτσι θα περνούσε όλη η ζωή (что так пройдет вся жизнь) και πως αυτή η μέθοδος τελικά (и что этот способ, в конце концов) δεν ήταν χειρότερη από καμιάν άλλη (был не хуже любого другого; <emphasis>κακός — χειρότερος</emphasis>). Σαν κηρύχτηκε ο πρώτος βαλκανικός πόλεμος (когда была объявлена первая балканская война) του φάνηκε (ему показалось; <emphasis>φαίνομαι</emphasis>) πως πήγαινε για διακοπές (что он едет на каникулы), λίγο καιρό (ненадолго), για μια μικρή αλλαγή (для маленького изменения = для разнообразия).</p>
   <empty-line/>
   <p>Είχε παραδεχτεί μέσα του πως έτσι θα περνούσε όλη η ζωή και πως αυτή η μέθοδος τελικά δεν ήταν χειρότερη από καμιάν άλλη. Σαν κηρύχτηκε ο πρώτος βαλκανικός πόλεμος του φάνηκε πως πήγαινε για διακοπές, λίγο καιρό, για μια μικρή αλλαγή.</p>
   <empty-line/>
   <p>Όλη αυτή η γκρίζα νιότη (все это серое отрочество) του είχε αφήσει (оставило у него; <emphasis>αφήνω</emphasis>) μονάχα μιαν ανάμνηση ομορφιάς (только одно воспоминание о красоте). Σαν ήταν ακόμη παιδί (когда он был еще ребенком), ως δώδεκα ή δεκατριών χρονών (примерно двенадцати или тринадцати лет), οι γονείς του τον είχαν πάει στη Βιέννη (его родители повезли его в Вену), όπου ο πατέρας Χαλκιάς (где у отца Халкиаса) είχε άλλοτε σημαντικές υποθέσεις (прежде были важные дела). Μ’ αυτήν την ευκαιρία (благодаря этому удобному случаю) είχαν γυρίσει κάμποσο (/они/ довольно /много/ поездили; <emphasis>γυρίζω</emphasis>) στα εδάφη της τότε Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας (по территории тогдашней Австро-Венгерской Империи) κ’ είχαν σταματήσει λίγες μέρες, για ξεκούραση (и остановились на несколько дней отдохнуть: «на отдых»; <emphasis>σταματώ</emphasis>), στις όχθες μιας λίμνης των αυστριακών Άλπεων (на берегах озера в австрийских Альпах).</p>
   <empty-line/>
   <p>Όλη αυτή η γκρίζα νιότη του είχε αφήσει μονάχα μιαν ανάμνηση ομορφιάς. Σαν ήταν ακόμη παιδί, ως δώδεκα ή δεκατριών χρονών, οι γονείς του τον είχαν πάει στη Βιέννη, όπου ο πατέρας Χαλκιάς είχε άλλοτε σημαντικές υποθέσεις. Μ’ αυτήν την ευκαιρία είχαν γυρίσει κάμποσο στα εδάφη της τότε Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας κ’ είχαν σταματήσει λίγες μέρες, για ξεκούραση, στις όχθες μιας λίμνης των αυστριακών Άλπεων.</p>
   <empty-line/>
   <p>Τι ξεχωριστό είχε αυτή η λίμνη (что особенного было в этом озере) ο Πέτρος Χαλκιάς δε θυμόταν πια (Петрос Халкиас уже не помнил; <emphasis>θυμάμαι</emphasis>). Θυμόταν μονάχα τη γοητεία της (/он/ помнил только его притягательность), που τον είχε κατακτήσει αλλόκοτα (которая странным образом овладела им; <emphasis>κατακτώ</emphasis>) μόλις αντίκρισε (как только он увидел; <emphasis>αντικρίζω — видеть, различать</emphasis>) τη γαλήνια έκταση του πράσινου νερού (спокойную гладь зеленой воды), κλεισμένη μες στην άγρια μεγαλοπρέπεια (заключенную в диком великолепии; <emphasis>κλείνω</emphasis>) των βουνών και των δασών (гор и лесов), μόλις αισθάνθηκε εκεί (как только /он/ ощутил там; <emphasis>αισθάνομαι</emphasis>), για πρώτη φορά (в первый раз), το δέος και την έξαρση της σιγής της φύσης (страх и восторг от молчания природы). Δεν είχε αισθανθεί κάτι παρόμοιο ποτέ πια (никогда раньше /он/ не испытывал ничего подобного). Ήταν σα να πέρασε απάνω του μια πνοή μαγείας (словно бы над ним пронеслось дуновение волшебства; <emphasis>περνώ</emphasis>), ξανοίγοντάς του (открыв ему; <emphasis>ξανοίγω</emphasis>), για μια στιγμή (на миг), έναν κόσμο εξωτικό (мир экзотический), παραμυθένιο (сказочный), που δεν του άνηκε (который ему не принадлежал; <emphasis>ανήκω</emphasis>), που δεν είχε γίνει γι’ αυτόν (который не был создан: «стал» для него; <emphasis>γίνομαι</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Τι ξεχωριστό είχε αυτή η λίμνη ο Πέτρος Χαλκιάς δε θυμόταν πια. Θυμόταν μονάχα τη γοητεία της, που τον είχε κατακτήσει αλλόκοτα μόλις αντίκρισε τη γαλήνια έκταση του πράσινου νερού, κλεισμένη μες στην άγρια μεγαλοπρέπεια των βουνών και των δασών, μόλις αισθάνθηκε εκεί, για πρώτη φορά, το δέος και την έξαρση της σιγής της φύσης. Δεν είχε αισθανθεί κάτι παρόμοιο ποτέ πια. Ήταν σα να πέρασε απάνω του μια πνοή μαγείας, ξανοίγοντάς του, για μια στιγμή, έναν κόσμο εξωτικό, παραμυθένιο, που δεν του άνηκε, που δεν είχε γίνει γι’ αυτόν.</p>
   <empty-line/>
   <p>Όσες νύχτες έμειναν εκεί (все ночи, которые они там провели: «сколько ночей /они/ там провели»; <emphasis>μένω</emphasis>) δεν είχε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου (/он/ почти совсем не спал; <emphasis>κοιμάμαι</emphasis>). Περίμενε να αποκοιμηθούν οι γονείς του (/он/ ждал, пока уснут его родители; <emphasis>περιμένω; αποκοιμάμαι</emphasis>) κ’ ύστερα έβγαινε στα κλεφτά (а затем выходил украдкой; <emphasis>ο κλέφτης — вор; στα κλεφτά — тайком, украдкой</emphasis>) στο μπαλκόνι της κάμαράς του (на балкон своей комнаты) και ξεχνιότανε εκεί ολόκληρες ώρες (и забывался там целыми часами; <emphasis>ξεχνιέμαι</emphasis>), στο σεληνόφωτο (в лунном свете), σα μαγνητισμένος (словно завороженный; <emphasis>μαγνητίζω — намагничивать; завораживать</emphasis>), κοιτάζοντας εκστατικά το όραμα (глядя в экстазе на видение; <emphasis>κοιτάζω</emphasis>) και προσπαθώντας να ακούσει (и пытаясь услышать; <emphasis>προσπαθώ, ακούω</emphasis>), μέσα από τη βαριά σιγή (в глубоком молчании: «тяжелом молчании»), την υγρή ανατριχίλα των φυλλωμάτων (влажную дрожь листвы). Κι ο ίδιος, αργότερα, δεν ήξερε (позже, он и сам не знал) τι ακριβώς του είχε συμβεί (что именно с ним произошло; <emphasis>συμβαίνω</emphasis>), αν τα είχε δει όλα αυτά (увидел ли он все это; <emphasis>βλέπω</emphasis>) σε κανένα όνειρο (в каком-нибудь сне) ή αν είχε ερωτευτεί κανένα φάντασμα (или влюбился в какой-то призрак; <emphasis>ερωτεύομαι</emphasis>). Ούτε μίλησε ποτέ (да /он/ и не говорил никогда; <emphasis>μιλώ</emphasis>) γι’ αυτά σε κανέναν (ни с кем об этом).</p>
   <empty-line/>
   <p>Όσες νύχτες έμειναν εκεί δεν είχε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου. Περίμενε να αποκοιμηθούν οι γονείς του κ’ ύστερα έβγαινε στα κλεφτά στο μπαλκόνι της κάμαράς του και ξεχνιότανε εκεί ολόκληρες ώρες, στο σεληνόφωτο, σα μαγνητισμένος, κοιτάζοντας εκστατικά το όραμα και προσπαθώντας να ακούσει, μέσα από τη βαριά σιγή, την υγρή ανατριχίλα των φυλλωμάτων. Κι ο ίδιος, αργότερα, δεν ήξερε τι ακριβώς του είχε συμβεί, αν τα είχε δει όλα αυτά σε κανένα όνειρο ή αν είχε ερωτευτεί κανένα φάντασμα. Ούτε μίλησε ποτέ γι’ αυτά σε κανέναν.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο πόλεμος σκέπασε (война приглушила: «накрыла»; <emphasis>σκεπάζω</emphasis>) κι αυτήν την ανάμνηση (и это воспоминание), μαζί μ’ όλες τις άλλες (вместе со всеми другими), κάτω από ένα ξεχείλισμα (под избытком; <emphasis>ξεχειλίζω — выливаться, переполнять</emphasis>) πρωτόγονης και αχρησιμοποίητης ζωικής ορμής (первородного и неиспользованного животного порыва). Στην πρώτη μάχη του (в своем первом сражении), ο Πέτρος Χαλκιάς ανακάλυψε απότομα (Петрос Халкиас внезапно обнаружил; <emphasis>ανακαλύπτω</emphasis>) πως ήταν γεννημένος πολεμιστής (что /он/ был прирожденным воином; <emphasis>γεννιέμαι</emphasis>), πως αυτή ήταν η φυσικότερη και εντονότερη κλίση του (что его самой естественной и сильной склонностью было; <emphasis>φυσικός; έντονος</emphasis>), να διακινδυνεύει τη ζωή του (рисковать своей жизнью) και να σκοτώνει εχθρούς (и убивать врагов) νέους σαν κι αυτόν (молодых, как и он), δυνατούς (сильных) και άγριους (и свирепых; <emphasis>άγριος — дикий; свирепый</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο πόλεμος σκέπασε κι αυτήν την ανάμνηση, μαζί μ’ όλες τις άλλες, κάτω από ένα ξεχείλισμα πρωτόγονης και αχρησιμοποίητης ζωικής ορμής. Στην πρώτη μάχη του, ο Πέτρος Χαλκιάς ανακάλυψε απότομα πως ήταν γεννημένος πολεμιστής, πως αυτή ήταν η φυσικότερη και εντονότερη κλίση του, να διακινδυνεύει τη ζωή του και να σκοτώνει εχθρούς νέους σαν κι αυτόν, δυνατούς και άγριους. </p>
   <empty-line/>
   <p>Το παιχνίδι του άρεσε (игра ему понравилась; <emphasis>αρέσω</emphasis>). Δεν τον έσπρωχνε πια ένα ιδανικό (его более не толкал /ни/ идеал; <emphasis>σπρώχνω</emphasis>) ούτε η ανία μιας άδειας ζωής (ни скука от пустой жизни). Ο πόλεμος του έδινε (война приносила: «давала» ему) μια βάρβαρη ευχαρίστηση (какое-то варварское удовольствие). Ένα πλεόνασμα θέλησης (избыток воли), ενεργητικότητας (активности), σκληρότητας (жестокости) και ερωτισμού (и эротизма), άγνωστο μέσα του ως τότε (до этого ему незнакомый), ξυπνούσε ακατάσχετο (просыпался в нем неудержимый; <emphasis>ξυπνώ</emphasis>) και τον κυριαρχούσε (и овладевал им; <emphasis>κυριαρχώ</emphasis>). Ποτέ του δεν είχε νιώσει (никогда он не чувствовал; <emphasis>νιώθω</emphasis>) τόση ακμή (столько приподнятости; <emphasis>η ακμή — расцвет; кульминация</emphasis>), τόσο σφρίγος (столько бодрости), τόση χαρά ζωής (столько радости жизни), όσο τώρα στους κάμπους του θανάτου (сколько теперь на полях смерти). Ούτε και τόση περηφάνια (ни столько гордости). Του φαινόταν κιόλας (ему даже казалось; <emphasis>φαίνομαι</emphasis>) πως ένας άντρας (что мужчина), που ποτέ δε σκότωσε πολεμώντας (который никогда не убивал, воюя: <emphasis>σκοτώνω; πολεμώ</emphasis>), ήταν ανάξιος να λέγεται άντρας (был недостоин называться мужчиной; <emphasis>άξιος — достойный; ανάξιος — недостойный</emphasis>), όπως κ’ ένας (как и тот) που ποτέ δεν απόκτησε μια γυναίκα (который никогда не овладел женщиной; <emphasis>αποκτώ — аорист: απόκτησε = απέκτησε</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Το παιχνίδι του άρεσε. Δεν τον έσπρωχνε πια ένα ιδανικό ούτε η ανία μιας άδειας ζωής. Ο πόλεμος του έδινε μια βάρβαρη ευχαρίστηση. Ένα πλεόνασμα θέλησης, ενεργητικότητας, σκληρότητας και ερωτισμού, άγνωστο μέσα του ως τότε, ξυπνούσε ακατάσχετο και τον κυριαρχούσε. Ποτέ του δεν είχε νιώσει τόση ακμή, τόσο σφρίγος, τόση χαρά ζωής, όσο τώρα στους κάμπους του θανάτου. Ούτε και τόση περηφάνια. Του φαινόταν κιόλας πως ένας άντρας, που ποτέ δε σκότωσε πολεμώντας, ήταν ανάξιος να λέγεται άντρας, όπως κ’ ένας που ποτέ δεν απόκτησε μια γυναίκα.</p>
   <empty-line/>
   <p>Έτσι γύρισε απάνω-κάτω τη μακεδονική ζούγκλα (так он обошел сверху вниз = <emphasis>полностью</emphasis> македонские джунгли; <emphasis>γυρίζω</emphasis>), σαν ένα νέο (словно молодой), ασυγκράτητο αγρίμι (безудержный зверь), σκοτώνοντας οπλισμένους εχθρούς (убивая вооруженных врагов; <emphasis>σκοτώνω</emphasis>) και παίρνοντας τις γυναίκες (и овладевая женщинами) όπου τις εύρισκε (где их находил; <emphasis>βρίσκω</emphasis>), με την ευκολία του πολεμιστή (с легкостью воина) και του νικητή (и победителя), Τουρκάλες (турчанками), Σλάβες (славянками), Εβραίες (еврейками), Ελληνίδες (гречанками).</p>
   <empty-line/>
   <p>Έτσι γύρισε απάνω-κάτω τη μακεδονική ζούγκλα, σαν ένα νέο, ασυγκράτητο αγρίμι, σκοτώνοντας οπλισμένους εχθρούς και παίρνοντας τις γυναίκες όπου τις εύρισκε, με την ευκολία του πολεμιστή και του νικητή, Τουρκάλες, Σλάβες, Εβραίες, Ελληνίδες.</p>
   <empty-line/>
   <p>Όταν κόπασε κάπως (когда унялся немного; <emphasis>κοπάζω — стихать; успокаиваться</emphasis>), με την κούραση και τις κακουχίες του πολέμου (из-за усталости и военных невзгод), ο πρώτος οργασμός των πρωτόγονων ενστίκτων του (первый всплеск его первобытных инстинктов), εξακολούθησε να μάχεται (/он/ продолжал воевать; <emphasis>εξακολουθώ; μάχομαι</emphasis>) και να αποκτά (и овладевать; <emphasis>αποκτώ</emphasis>), με τη χαρά του κυνηγού (с радостью охотника), που δεν σκοτίζεται (который не заботится) για τη χρησιμότητα του παιχνιδιού (о пользе игры), ούτε έχει όρεξη (и у которого нет аппетита) να φάει όλα τα θηράματά του (съесть всю свою добычу: «добычи»; <emphasis>τρώω</emphasis>), μα απολαμβάνει (но /который/ наслаждается /тем/; <emphasis>απολαμβάνω</emphasis>) να τα καταδιώκει (/что/ преследует ее; <emphasis>καταδιώκω</emphasis>), να τα σημαδεύει (целится в нее; <emphasis>σημαδεύω</emphasis>) και να τα βλέπει καταγής (и видит /распростертой/ на земле), ζεστά ακόμα (еще горячую), να χτυπούν απελπισμένα τις φτερούγες τους (как /она/ хлопает отчаянно крыльями) — απολαμβάνει, θα έλεγα (наслаждается, /я/ бы сказал), σαν από μια θανατηφόρα αγάπη (словно движимый какой-то смертоносной любовью: «словно из-за какой-то смертоносной любви»).</p>
   <empty-line/>
   <p>Όταν κόπασε κάπως, με την κούραση και τις κακουχίες του πολέμου, ο πρώτος οργασμός των πρωτόγονων ενστίκτων του, εξακολούθησε να μάχεται και να αποκτά, με τη χαρά του κυνηγού, που δεν σκοτίζεται για τη χρησιμότητα του παιχνιδιού, ούτε έχει όρεξη να φάει όλα τα θηράματά του, μα απολαμβάνει να τα καταδιώκει, να τα σημαδεύει και να τα βλέπει καταγής, ζεστά ακόμα, να χτυπούν απελπισμένα τις φτερούγες τους — απολαμβάνει, θα έλεγα, σαν από μια θανατηφόρα αγάπη. </p>
   <empty-line/>
   <p>Κάποτε, στην Αθήνα (однажды, в Афинах), ανάμεσα σε δύο εκστρατείες (между двумя походами), αντάμωσε την Κλεοπάτρα (/он/ встретил Клеопатру; <emphasis>ανταμώνω</emphasis>). Από την πρώτη στιγμή (с первого момента) την πόθησε δυνατότερα (/он/ возжелал ее сильнее; <emphasis>ποθώ</emphasis>) από κάθε άλλη γυναίκα (чем какую-нибудь другую женщину) που είχε γνωρίσει ως τότε (с которой /он/ познакомился до этого; <emphasis>γνωρίζω</emphasis>). Ήταν ίσως ανάγκη (возможно, нужно было: «была необходимость») να περάσει μέσα από τη ζούγκλα (пройти через джунгли; <emphasis>περνώ</emphasis>), να ξεθυμάνει κάπως και με τον πιο βάρβαρο τρόπο (немного и по-варварски: «самым варварским способом» утихомириться; <emphasis>ξεθυμαίνω</emphasis>), για να μπορέσει να αισθανθεί (чтобы суметь почувствовать; <emphasis>μπορώ; αισθάνομαι</emphasis>) μια τέτοια γοητεία (такого рода очарование).</p>
   <empty-line/>
   <p>Κάποτε, στην Αθήνα, ανάμεσα σε δύο εκστρατείες, αντάμωσε την Κλεοπάτρα. Από την πρώτη στιγμή την πόθησε δυνατότερα από κάθε άλλη γυναίκα που είχε γνωρίσει ως τότε. Ήταν ίσως ανάγκη να περάσει μέσα από τη ζούγκλα, να ξεθυμάνει κάπως και με τον πιο βάρβαρο τρόπο, για να μπορέσει να αισθανθεί μια τέτοια γοητεία.</p>
   <empty-line/>
   <p>Η Κλεοπάτρα ήταν μια κοπέλα αδύνατη (Клеопатра была девушкой слабой), ασθενική (болезненной), λεπτή (стройной) και ευκολόθραυστη (и хрупкой), με μεγάλα (с большими), ρεμβώδη μάτια (мечтательными глазами), χαμένα και ξεχασμένα (потерянными и забытыми; <emphasis>χάνω; ξεχνώ</emphasis>), πέρα από όλες τις πραγματικότητες (за пределами всех реальностей), στους γαλάζιους κόσμους (в голубых мирах) των κοριτσίστικων ονείρων (девичьих мечтаний). Περνούσε στο θάμπος του αθηναϊκού μεσημεριού (/она/ шла в сиянии афинского полудня), ολόδροση (свежая), γοργή (быстрая) και μακρινή (и отстраненная: «далекая»), σα να μην έβλεπε τίποτα τριγύρω της (словно не видела ничего вокруг себя) και τόσο ελαφριά (и такая легкая) σα να μην πατούσε τη γη (словно не ступала по земле; <emphasis>πατώ</emphasis>). Ήταν σαν καμωμένη (/она/ была словно сделана) από την άχνη της Αττικής (из марева Аттики) κι από το άρωμα των μενεξέδων (и аромата фиалок; <emphasis>ο μενεξές — οι μενεξέδες</emphasis>). Μονάχα τα μάτια (только глаза) της έδιναν έντονα (явственно ей придавали) το αίσθημα της γυναικείας παρουσίας της (ощущение женского присутствия) και πρόδιδαν (и выдавали; <emphasis>προδίδω</emphasis>), στον εξασκημένο παρατηρητή (опытному наблюдателю; <emphasis>εξασκώ</emphasis>), μελλοντικά, ασχημάτιστα ακόμα πάθη (будущие, несформировавшиеся еще, страсти; <emphasis>σχηματίζω</emphasis>), που κ’ η ίδια δε θα ήξερε τη δύναμή τους (силы которых она и сама не знала; <emphasis>ξέρω</emphasis>). Το βλέμμα της τον σκλάβωσε (ее взгляд поработил его; <emphasis>σκλαβώνω; ο σκλάβος — раб</emphasis>) βίαια, άθελά της (насильно, против ее воли).</p>
   <empty-line/>
   <p>Η Κλεοπάτρα ήταν μια κοπέλα αδύνατη, ασθενική, λεπτή και ευκολόθραυστη, με μεγάλα, ρεμβώδη μάτια, χαμένα και ξεχασμένα, πέρα από όλες τις πραγματικότητες, στους γαλάζιους κόσμους των κοριτσίστικων ονείρων. Περνούσε στο θάμπος του αθηναϊκού μεσημεριού, ολόδροση, γοργή και μακρινή, σα να μην έβλεπε τίποτα τριγύρω της και τόσο ελαφριά σα να μην πατούσε τη γη. Ήταν σαν καμωμένη από την άχνη της Αττικής κι από το άρωμα των μενεξέδων. Μονάχα τα μάτια της έδιναν έντονα το αίσθημα της γυναικείας παρουσίας της και πρόδιδαν, στον εξασκημένο παρατηρητή, μελλοντικά, ασχημάτιστα ακόμα πάθη, που κ’ η ίδια δε θα ήξερε τη δύναμή τους. Το βλέμμα της τον σκλάβωσε βίαια, άθελά της.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Πέτρος Χαλκιάς ανακάλυπτε για πρώτη φορά (Петрос Халкиас в первый раз открывал; <emphasis>ανακαλύπτω</emphasis>) τη διαφορά της ράτσας (разницу в породе) των ερωτικών θηραμάτων (любовных жертв). Το κυνήγι έπαιρνε μιαν άλλη αξία (охота обретала другую ценность), ένα νέο νόημα (новый смысл). Γινόταν εκλεκτικό και ευγενικό (становилась разборчивой благородной).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Πέτρος Χαλκιάς ανακάλυπτε για πρώτη φορά τη διαφορά της ράτσας των ερωτικών θηραμάτων. Το κυνήγι έπαιρνε μιαν άλλη αξία, ένα νέο νόημα. Γινόταν εκλεκτικό και ευγενικό.</p>
   <empty-line/>
   <p>Για να αποκτηθεί όμως ένα τέτοιο πλάσμα (чтобы, однако, завладеть таким существом: «чтобы такое существо было приобретено»; <emphasis>αποκτούμαι</emphasis>), χρειάζονταν ορισμένες διατυπώσεις (требовались определенные формальности; <emphasis>χρειάζομαι; η διατύπωση — формулировка; формальность</emphasis>). Ο Πέτρος Χαλκιάς, ανίκανος να αντισταθεί στο ένστικτό του (Петрос Халкиас, неспособный противостоять своему инстинкту; <emphasis>αντιστέκομαι</emphasis>), αποφάσισε να παντρευτεί (решил жениться; <emphasis>αποφασίζω; παντρεύομαι</emphasis>). Μα οι γονείς της κόρης (но родители девушки) του δημιούργησαν δυσκολίες (создавали ему трудности; <emphasis>δημιουργώ</emphasis>) και, στο τέλος, (и, наконец) επέτρεψαν τον αρραβώνα (разрешили помолвку; <emphasis>επιτρέπω</emphasis>) υπό τον όρο (с условием) να γίνει ο γάμος ύστερα από την οριστική ειρήνη (что брак состоится после окончательного мира). Ο Πέτρος Χαλκιάς δέχτηκε τον όρο (Петрос Халкиас принял условие; <emphasis>δέχομαι</emphasis>), μα δεν πίστευε στην ειρήνη (но в мир не верил; <emphasis>πιστεύω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Για να αποκτηθεί όμως ένα τέτοιο πλάσμα, χρειάζονταν ορισμένες διατυπώσεις. Ο Πέτρος Χαλκιάς, ανίκανος να αντισταθεί στο ένστικτό του, αποφάσισε να παντρευτεί. Μα οι γονείς της κόρης του δημιούργησαν δυσκολίες και, στο τέλος, επέτρεψαν τον αρραβώνα υπό τον όρο να γίνει ο γάμος ύστερα από την οριστική ειρήνη. Ο Πέτρος Χαλκιάς δέχτηκε τον όρο, μα δεν πίστευε στην ειρήνη.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ήταν έφεδρος ανθυπολοχαγός (/он/ был младшим лейтенантом запаса; <emphasis>έφεδρος — резервный, запасной; в запасе</emphasis>), είχε κάνει δύο πολέμους (прошел: «сделал» две войны) κ’ ετοιμαζόταν για τον τρίτο (и готовился к третьей; <emphasis>ετοιμάζομαι</emphasis>). Οι σύντροφοί του είχαν επαναστατήσει στη Θεσσαλονίκη (его товарищи взбунтовались в Салониках; <emphasis>επαναστατώ</emphasis>), οργάνωναν το στρατό της Εθνικής Άμυνας (организовывали армию национальной обороны; <emphasis>οργανώνω</emphasis>), χτυπούσαν κιόλας τους Βουλγάρους (уже наносили удары по болгарам) και τους Γερμανούς (и немцам) με καινούργιες μεθόδους σκοτωμού (при помощи новых методов уничтожения). Η Μακεδονία τον καλούσε ξανά (Македония звала его опять) μέσα από τη φωτιά του παγκόσμιου πολέμου (сквозь огонь мировой войны). Κι αυτήν την φορά (и на этот раз) υπήρχαν λιγότερες ελπίδες να γυρίσει (было меньше надежд, что /он/ возвратится; <emphasis>λίγος — λιγότερος; γυρίζω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ήταν έφεδρος ανθυπολοχαγός, είχε κάνει δύο πολέμους κ’ ετοιμαζόταν για τον τρίτο. Οι σύντροφοί του είχαν επαναστατήσει στη Θεσσαλονίκη, οργάνωναν το στρατό της Εθνικής Άμυνας, χτυπούσαν κιόλας τους Βουλγάρους και τους Γερμανούς με καινούργιες μεθόδους σκοτωμού. Η Μακεδονία τον καλούσε ξανά μέσα από τη φωτιά του παγκόσμιου πολέμου. Κι αυτήν την φορά υπήρχαν λιγότερες ελπίδες να γυρίσει.</p>
   <empty-line/>
   <p>Προτού φύγει (прежде чем уехать; <emphasis>φεύγω</emphasis>), ζήτησε από την Κλεοπάτρα μια θυσία (он попросил у Клеопатры жертву; <emphasis>ζητώ</emphasis>), στο όνομα της δικής του αυτοθυσίας (во имя его собственного самопожертвования; <emphasis>ο δικός μου /σου, του…/ — мой /твой, его.../ собственный</emphasis>) προς το έθνος (своему народу). Το ευγενικό θήραμα έπεσε απαλά (благородная добыча пала кротко; <emphasis>πέφτω</emphasis>), σιγανά (молча), μες σ’ ένα ξεχείλισμα δροσιάς (во всплеске свежести), στοργής και δακρυσμένης χαράς (нежности и радости сквозь слезы: «заплаканной радости»), ανάμεσα στους μενεξέδες της Αθήνας (среди афинских фиалок), στο ανάλαφρο χάδι (в легкой ласке) της βραδινής αύρας του Σαρωνικού (вечернего ветерка с Саронического залива). Οι σκιασμένες κολόνες (затемненные колоны), ολόχρυσες (все в золоте: «полностью золотые»), αποχαιρετούσαν άλλη μια μέρα (прощались с еще одним днем; <emphasis>αποχαιρετώ</emphasis>). Το βράδυ κατέβαινε μαλακά (вечер мягко спускался; <emphasis>κατεβαίνω</emphasis>) στις αέρινες πτυχές των βουνών (на прозрачные горные изгибы; <emphasis>η πτυχή — складка; изгиб</emphasis>). Το φως διαλυόταν ανεπαίσθητα (свет незаметно рассеивался; <emphasis>διαλύομαι; το φως</emphasis>), μαζί με τους πόθους τους (вместе с их страстями), μες σε μιαν απέραντη και ανέκφραστη λύπη (в безбрежной и невыразимой печали; <emphasis>εκφράζω — выражать; ανέκφραστος — невыразимый</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Προτού φύγει, ζήτησε από την Κλεοπάτρα μια θυσία, στο όνομα της δικής του αυτοθυσίας προς το έθνος. Το ευγενικό θήραμα έπεσε απαλά, σιγανά, μες σ’ ένα ξεχείλισμα δροσιάς, στοργής και δακρυσμένης χαράς, ανάμεσα στους μενεξέδες της Αθήνας, στο ανάλαφρο χάδι της βραδινής αύρας του Σαρωνικού. Οι σκιασμένες κολόνες, ολόχρυσες, αποχαιρετούσαν άλλη μια μέρα. Το βράδυ κατέβαινε μαλακά στις αέρινες πτυχές των βουνών. Το φως διαλυόταν ανεπαίσθητα, μαζί με τους πόθους τους, μες σε μιαν απέραντη και ανέκφραστη λύπη.</p>
   <empty-line/>
   <p>Οι δύο εραστές δε μίλησαν σχεδόν καθόλου (оба любовника почти совсем не говорили; <emphasis>μιλώ</emphasis>). Έκλαψαν μερικές στιγμές (/они/ поплакали немного: «несколько моментов»; <emphasis>κλαίω</emphasis>). Ύστερα ο Πέτρος Χαλκιάς σκούπισε τα μάτια του (затем Петрос Халкиас вытер глаза; <emphasis>σκουπίζω</emphasis>), μάζεψε μερικούς μενεξέδες (собрал несколько фиалок; <emphasis>μαζεύω</emphasis>) και έφυγε (и ушел). Δεν την ξαναείδε ποτέ πια (/он/ ее больше никогда не видел: «не увидел вновь»; <emphasis>ξαναβλέπω — видеть вновь; ξανά — вновь; опять</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Οι δύο εραστές δε μίλησαν σχεδόν καθόλου. Έκλαψαν μερικές στιγμές. Ύστερα ο Πέτρος Χαλκιάς σκούπισε τα μάτια του, μάζεψε μερικούς μενεξέδες και έφυγε. Δεν την ξαναείδε ποτέ πια.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ένα μήνα αργότερα (месяцем позже), στη Θεσσαλονίκη (в Салониках), ζούσε με μιαν άλλη γυναίκα (/он/ жил с другой женщиной; <emphasis>ζω</emphasis>). Μόλις ξαναμπήκε στο στοιχείο του (как только он опять оказался в своей стихии), μόλις ξαναβρήκε τους ανθρώπους του (как только он опять встретил своих людей), τους συντρόφους του (своих товарищей), τους αρχηγούς του (своих командиров) και τους κατώτερους του (и своих подчиненных), μόλις ανάσανε πάλι (как только он опять вдохнул; <emphasis>ανασαίνω</emphasis>) την άγρια μυρωδιά του πολέμου (грозный аромат войны), τα ξέχασε σχεδόν όλα (он почти все забыл; <emphasis>ξεχνώ</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ένα μήνα αργότερα, στη Θεσσαλονίκη, ζούσε με μιαν άλλη γυναίκα. Μόλις ξαναμπήκε στο στοιχείο του, μόλις ξαναβρήκε τους ανθρώπους του, τους συντρόφους του, τους αρχηγούς του και τους κατώτερους του, μόλις ανάσανε πάλι την άγρια μυρωδιά του πολέμου, τα ξέχασε σχεδόν όλα.</p>
   <empty-line/>
   <p>Του έμεινε, σαν από μιαν άλλη ζωή (у него осталось, словно бы из другой жизни; <emphasis>μένω</emphasis>), ένα γλυκύπικρο αίσθημα (горько-сладкое чувство) πολύ διαλεχτής και μελαγχολικής ηδονής (очень избранного и меланхолического наслаждения), του ξαναέρχονταν κάποτε στη θύμηση (ему иногда приходили на память) μερικές θολές εικόνες (какие-то туманные образы) λεπτότατης ομορφιάς (тончайшей красоты) και μενεξεδένιων τοπίων (и пейзажей с фиалками), σαν αναμνήσεις μακρινών ονείρων (словно воспоминания из далеких мечтаний), σα να μην ανήκαν σε τούτον τον κόσμο (словно бы не принадлежали этому миру) η κόρη της Αθήνας (афинская дева) και η φύση της Αττικής (и природа Аттики) και η αιθέρια γοητεία τους (и их эфирное очарование), που τον είχε σκλαβώσει για μια στιγμή (которые на миг поработили его; <emphasis>σκλαβώνω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Του έμεινε, σαν από μιαν άλλη ζωή, ένα γλυκύπικρο αίσθημα πολύ διαλεχτής και μελαγχολικής ηδονής, του ξαναέρχονταν κάποτε στη θύμηση μερικές θολές εικόνες λεπτότατης ομορφιάς και μενεξεδένιων τοπίων, σαν αναμνήσεις μακρινών ονείρων, σα να μην ανήκαν σε τούτον τον κόσμο η κόρη της Αθήνας και η φύση της Αττικής και η αιθέρια γοητεία τους, που τον είχε σκλαβώσει για μια στιγμή.</p>
   <empty-line/>
   <p>Τα έδιωχνε βάναυσα όλα αυτά από το νου του (/он/ грубо гнал все это из мыслей: «из ума»). Ξαναγινόταν τραχύς και σκληρός (/он/ опять становился резким и жестоким) και μάλιστα με περισσότερη πείρα (и, к тому же, более опытным: «с большим опытом»). Η κόρη της Αθήνας (афинская дева) ήταν ένα μεγάλο απόκτημα στη ζωή του (была большим достижением: «приобретением» в его жизни) και στη γνώση του του έρωτα (и в его познаниях о любви), μα ένα απόκτημα ξεπερασμένο (но достижением, отжившим /свой век/; <emphasis>ξεπερνώ — преодолеть</emphasis>), αχρηστεμένο (бесполезным). Φτάνει (хватит)!</p>
   <empty-line/>
   <p>Τα έδιωχνε βάναυσα όλα αυτά από το νου του. Ξαναγινόταν τραχύς και σκληρός και μάλιστα με περισσότερη πείρα. Η κόρη της Αθήνας ήταν ένα μεγάλο απόκτημα στη ζωή του και στη γνώση του του έρωτα, μα ένα απόκτημα ξεπερασμένο, αχρηστεμένο. Φτάνει!</p>
   <empty-line/>
   <p>Η καινούργια φίλη του ήταν Ρωσίδα (его новая подруга была русской), κι αυτή από ράτσα (и она — породистая: «из породы»), αλλά μια ράτσα πολύ διαφορετική από της Αθηναίας (но породы совершенно другой, чем афинянка). Ήταν μια γυναίκα ως τριάντα χρονών (это была женщина лет тридцати), ωραιότατη (очень красивая), με μια πλούσια (богатой: «с богатой»), γλυκιά (сладкой) και επιβλητική ομορφιά (и величественной красотой), σαν Παναγία της ακμής της Αναγέννησης (словно Мадонна расцвета Возрождения), πολυάσχολη (очень занятая) και πολύ ζωντανή (и очень живая), έξαλλη τις ώρες του πάθους (безумная в часы страсти) και αρκετά μυστηριακή (и довольно таинственная). Διηγούταν τις πιο απίθανες ιστορίες (/она/ рассказывала самые невероятные истории; <emphasis>διηγούμαι</emphasis>) για την καταγωγή της και τη ζωή της (о своем происхождении и о своей жизни), προφασιζόταν πως ήταν δημοσιογράφος (ссылалась на то, что /она/ была журналисткой) και μπαινόβγαινε παντού (и сновала: «входила и выходила» повсюду; <emphasis>μπαίνω — входить; βγαίνω — выходить; μπαινοβγαίνω — входить и выходить</emphasis>) με τη μεγαλύτερη ευκολία (с большей легкостью).</p>
   <empty-line/>
   <p>Η καινούργια φίλη του ήταν Ρωσίδα, κι αυτή από ράτσα, αλλά μια ράτσα πολύ διαφορετική από της Αθηναίας. Ήταν μια γυναίκα ως τριάντα χρονών, ωραιότατη, με μια πλούσια, γλυκιά και επιβλητική ομορφιά, σαν Παναγία της ακμής της Αναγέννησης, πολυάσχολη και πολύ ζωντανή, έξαλλη τις ώρες του πάθους και αρκετά μυστηριακή. Διηγούταν τις πιο απίθανες ιστορίες για την καταγωγή της και τη ζωή της, προφασιζόταν πως ήταν δημοσιογράφος και μπαινόβγαινε παντού με τη μεγαλύτερη ευκολία.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Πέτρος Χαλκιάς δεν την έβλεπε πολύ (Петрос Халкиас видел ее нечасто: «немного») και της μιλούσε ελάχιστα (и редко с ней разговаривал). Συναντιόνταν στην κάμαρά τους (/они/ встречались в своей: «их» комнате) αργά τη νύχτα (поздно вечером), κατάκοποι (очень уставшие; <emphasis>ο κόπος — тяжелый труд; усталость; приставка κατα- у прилагательных имеет значение «полностью, совершенно, абсолютно»; κατάκοπος — очень уставший</emphasis>) και εκνευρισμένοι (и раздраженные), εκτελούσαν την ερωτική πράξη (совершали любовный акт; <emphasis>εκτελώ</emphasis>) ορμητικά και φουριόζικα (стремительно и поспешно) κ’ ύστερα κοιμόντανε βαριά (а потом тяжело засыпали) λίγες ώρες (на несколько часов) πλάι-πλάι (бок о бок). Έξω γινόταν ο Μεγάλος Πόλεμος (снаружи шла Великая война), που απορροφούσε όλους τους λογισμούς τους (которая поглощала все их размышления; <emphasis>απορροφώ</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Πέτρος Χαλκιάς δεν την έβλεπε πολύ και της μιλούσε ελάχιστα. Συναντιόνταν στην κάμαρά τους αργά τη νύχτα, κατάκοποι και εκνευρισμένοι, εκτελούσαν την ερωτική πράξη ορμητικά και φουριόζικα κ’ ύστερα κοιμόντανε βαριά λίγες ώρες πλάι-πλάι. Έξω γινόταν ο Μεγάλος Πόλεμος, που απορροφούσε όλους τους λογισμούς τους.</p>
   <empty-line/>
   <p>Το μυστήριο της Ρωσίδας δεν βγήκε σε καλό (тайна/таинственность русской к добру не привела). Μια μέρα (однажды) οι Σύμμαχοι την πήραν ξαφνικά (союзники ее внезапно схватили), τη δίκασαν (судили ее; <emphasis>δικάζω</emphasis>), τη καταδίκασαν ως κατάσκοπο (осудили как шпионку) και την τουφέκισαν στο άψε-σβήσε (и расстреляли в два счета; <emphasis>τουφεκίζω; στο άψε-σβήσε — в два счета; сразу, мгновенно</emphasis>). Ο Πέτρος Χαλκιάς δεν πρόφτασε (Петрос Халкиас не успел; <emphasis>προφτάνω</emphasis>) να την αποχαιρετήσει (с ней попрощаться; <emphasis>αποχαιρετώ</emphasis>). Κ’ η θέση του, άλλωστε (его положение, к тому же), δεν ήταν πολύ εύκολη (было нелегким) κ’ έπρεπε να δώσει λόγο (и он должен был давать объяснения) για τις σχέσεις του μαζί της (о своих с ней отношениях).</p>
   <empty-line/>
   <p>Το μυστήριο της Ρωσίδας δεν βγήκε σε καλό. Μια μέρα οι Σύμμαχοι την πήραν ξαφνικά, τη δίκασαν, τη καταδίκασαν ως κατάσκοπο και την τουφέκισαν στο άψε-σβήσε. Ο Πέτρος Χαλκιάς δεν πρόφτασε να την αποχαιρετήσει. Κ’ η θέση του, άλλωστε, δεν ήταν πολύ εύκολη κ’ έπρεπε να δώσει λόγο για τις σχέσεις του μαζί της.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μια μέρα (однажды), αφού τους έφεραν σε αντιπαράσταση (когда их вели на очную ставку) σ’ ένα ανακριτικό γραφείο (в следственную часть: «кабинет»), την περίμενε στο διάδρομο (/он/ поджидал ее в коридоре) για να της μιλήσει (чтобы поговорить с ней). Εκείνη πρόβαλε (она появилась; <emphasis>προβάλλω</emphasis>) ανάμεσα σε δύο Γάλλους στρατιώτες (между двумя французскими военными), στάθηκε μια στιγμή μπροστά του (остановилась перед ним на миг; <emphasis>στέκομαι</emphasis>), ωραιότερη από πάντα (еще прекраснее, чем всегда), πυρωμένη (горящая), αστραφτερή (сияющая), τον κοίταξε βαθιά στα μάτια (посмотрела ему пристально: «глубоко» в глаза) και τον έφτυσε καταπρόσωπο (и плюнула ему прямо в лицо; <emphasis>φτύνω; το πρόσωπο — лицо; καταπρόσωπο — прямо в лицо</emphasis>). Νόμιζε, φαίνεται (по всей видимости, /она/ считала), πως αυτός την κατάδωσε (что он ее выдал; <emphasis>καταδίνω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μια μέρα, αφού τους έφεραν σε αντιπαράσταση σ’ ένα ανακριτικό γραφείο, την περίμενε στο διάδρομο για να της μιλήσει. Εκείνη πρόβαλε ανάμεσα σε δύο Γάλλους στρατιώτες, στάθηκε μια στιγμή μπροστά του, ωραιότερη από πάντα, πυρωμένη, αστραφτερή, τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και τον έφτυσε καταπρόσωπο. Νόμιζε, φαίνεται, πως αυτός την κατάδωσε.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο ανθυπολοχαγός δεν αποκρίθηκε τίποτα (младший лейтенант ничего не ответил; <emphasis>αποκρίνομαι</emphasis>). Σε τι χρησίμευαν οι συζητήσεις (какая польза была от разговоров: «для чего были нужны разговоры»; <emphasis>χρησιμεύω</emphasis>) στον ίσκιο του θανάτου (в тени смерти), που τα σκέπαζε ήδη όλα (которая уже все покрывала) για πάντα (навсегда); Σκούπισε το φτύσιμο (/он/ вытер плевок; <emphasis>σκουπίζω</emphasis>), όπως είχε σκουπίσει την προηγούμενη φορά τα δάκρυα (так же, как вытер в прошлый раз слезы), κ’ έφυγε ψυχρός και αλύγιστος (и ушел равнодушный и непреклонный; <emphasis>ψυχρός — холодный, равнодушный</emphasis>). Φρόντισε να αποδείξει (/он/ позаботился /о том/, чтобы доказать; <emphasis>αποδεικνύω</emphasis>) την αθωότητά του (свою невиновность) και ζήτησε φύλλο πορείας (и попросил командировочное предписание: «путевой лист») για τα χαρακώματα (в траншеи).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο ανθυπολοχαγός δεν αποκρίθηκε τίποτα. Σε τι χρησίμευαν οι συζητήσεις στον ίσκιο του θανάτου, που τα σκέπαζε ήδη όλα για πάντα; Σκούπισε το φτύσιμο, όπως είχε σκουπίσει την προηγούμενη φορά τα δάκρυα, κ’ έφυγε ψυχρός και αλύγιστος. Φρόντισε να αποδείξει την αθωότητά του και ζήτησε φύλλο πορείας για τα χαρακώματα.</p>
   <empty-line/>
   <p>Έκανε το πόλεμο των χαρακωμάτων (он прошел: «сделал» траншейную войну) ως το τέλος (до конца). Ξεκουράστηκε λίγο καιρό στην Πόλη (немного времени отдохнул в Городе; <emphasis>Город — с загл. буквы — имеется в виду Константинополь /Стамбул/; ξεκουράζομαι</emphasis>), μες στην ομαδική τρέλα των επινίκιων (в коллективном: «групповом» сумасшествии победных празднований) και στην πρόσκαιρη πραγματοποίηση των βυζαντινών θρύλων (и мимолетном осуществлении византийских легенд), χάρηκε ό, τι πρόφτασε να χαρεί (насладился тем, чем успел насладиться) στις όχθες του Κερατίου και του Βοσπόρου (на берегах Золотого Рога и Босфора; <emphasis>ο Κεράτιος Κόλπος — залив Золотой Рог в Босфорском проливе, на берегах которого расположен Стамбул</emphasis>). Στην τρέλα των Ελλήνων (к сумасшествию греков) είχε κιόλας προστεθεί η τρέλα (прибавилось к тому же сумасшествие; <emphasis>προστίθεμαι</emphasis>) των πρώτων Ρώσων εξόριστων (первых русских изгнанников), που φεύγανε από τη φωτιά της Επανάστασης (которые бежали от пламени Революции) σα λυσσασμένα κοπάδια (словно обезумевшие стада) και ρίχνονταν μες στην Πόλη (бросались в Город) πανικόβλητοι (охваченные паникой), χαμένοι (потерянные), απένταροι (без гроша /в кармане/) και παθιασμένοι για έρωτα (и страстно жаждущие любви) και για γλέντι (и кутежей).</p>
   <empty-line/>
   <p>Έκανε το πόλεμο των χαρακωμάτων ως το τέλος. Ξεκουράστηκε λίγο καιρό στην Πόλη, μες στην ομαδική τρέλα των επινίκιων και στην πρόσκαιρη πραγματοποίηση των βυζαντινών θρύλων, χάρηκε ό, τι πρόφτασε να χαρεί στις όχθες του Κερατίου και του Βοσπόρου. Στην τρέλα των Ελλήνων είχε κιόλας προστεθεί η τρέλα των πρώτων Ρώσων εξόριστων, που φεύγανε από τη φωτιά της Επανάστασης σα λυσσασμένα κοπάδια και ρίχνονταν μες στην Πόλη πανικόβλητοι, χαμένοι, απένταροι και παθιασμένοι για έρωτα και για γλέντι.</p>
   <empty-line/>
   <p>Στα 1919 ο Πέτρος Χαλκιάς έκανε την εκστρατεία της Ρωσίας (в 1919 Петрос Халкиас участвовал в походе на Россию: «делал поход…»), πολέμησε τους μπολσεβίκους (воевал с большевиками; <emphasis>πολεμώ</emphasis>), χωρίς να ξέρει γιατί (не зная зачем), και τελικά βρέθηκε στη Σμύρνη (и наконец оказался в Смирне; <emphasis>βρίσκομαι</emphasis>), ελευθερωτής και τροπαιούχος (освободителем и триумфатором), με βαθμό λοχαγού (в звании капитана).</p>
   <empty-line/>
   <p>Στα 1919 ο Πέτρος Χαλκιάς έκανε την εκστρατεία της Ρωσίας, πολέμησε τους μπολσεβίκους, χωρίς να ξέρει γιατί, και τελικά βρέθηκε στη Σμύρνη, ελευθερωτής και τροπαιούχος, με βαθμό λοχαγού.</p>
   <empty-line/>
   <p>Εκεί έμαθε το θάνατο της Κλεοπάτρας (там /он/ узнал о смерти Клеопатры; <emphasis>μαθαίνω</emphasis>), που είχε συμβεί (которая произошла; <emphasis>συμβαίνω</emphasis>) μες στην πρώτη μεγάλη επιδημία της γρίπης (во время первой большой эпидемии гриппа). Δεν την έκλαψε (/он/ее не оплакивал). Τι νόημα είχαν τα κλάματα (какой смысл был в рыданиях) ύστερα από όσα είχε δει (после /всего/ того, что /он/ видел); Κ’ οι γονείς του είχαν πεθάνει στο μεταξύ (тем временем умерли и его родители) και δεν τους είχε κλάψει (их /он/ не оплакивал тоже). Ζήτησε πάλι φύλλο πορείας για το μέτωπο (он снова попросил командировочное предписание на фронт).</p>
   <empty-line/>
   <p>Εκεί έμαθε το θάνατο της Κλεοπάτρας, που είχε συμβεί μες στην πρώτη μεγάλη επιδημία της γρίπης. Δεν την έκλαψε. Τι νόημα είχαν τα κλάματα ύστερα από όσα είχε δει; Κ’ οι γονείς του είχαν πεθάνει στο μεταξύ και δεν τους είχε κλάψει. Ζήτησε πάλι φύλλο πορείας για το μέτωπο.</p>
   <empty-line/>
   <p>Έκανε και τη μικρασιατική εκστρατεία (/он/ участвовал в малоазийском походе) με την ίδια ένταση όλων των δυνάμεών του (с тем же напряжением всех своих сил), ολοένα πιο τραχύς (еще более жестокий), πιο αρπαχτικός (более хищный), πιο αναίσθητος (более бесчувственный) εμπρός στον πόνο των ανθρώπων (перед человеческой болью). Μπήκε στην Προύσα απάνω στο άλογο (он въехал в Бурсу на коне). Πολέμησε γερά στο Εσκί-Σεχίρ (с рвением воевал в Эскишехире). Πέρασε την Αλμυρή Έρημο και το Σαγγάριο (прошел через Соляную Пустынь <emphasis>/имеется в виду южная часть древней Ликаонии в Малой Азии/</emphasis> и Сакарью), έφτασε ως τα πρόθυρα της Άγκυρας (дошел до подступов к Анкаре).</p>
   <empty-line/>
   <p>Έκανε και τη μικρασιατική εκστρατεία με την ίδια ένταση όλων των δυνάμεών του, ολοένα πιο τραχύς, πιο αρπαχτικός, πιο αναίσθητος εμπρός στον πόνο των ανθρώπων. Μπήκε στην Προύσα απάνω στο άλογο. Πολέμησε γερά στο Εσκί-Σεχίρ. Πέρασε την Αλμυρή Έρημο και το Σαγγάριο, έφτασε ως τα πρόθυρα της Άγκυρας.</p>
   <empty-line/>
   <p>Στα 1922, η διαταγή της υποχώρησης (в 1922 приказ об отступлении) τον βρήκε (застал его: «нашел его») στρατοπεδευμένο κοντά στο Αφιόν-Καραχισάρ (стоящим лагерем рядом с Афьон-Карахисаром). Το σύνταγμά του έφτασε οπωσδήποτε πειθαρχημένο (его полк дошел непременно дисциплинированным) ως το Ουσάκ (до Ушака), μα εκεί άρχισε να διαλύεται (но там начал распадаться). Ο τούρκικος πληθυσμός είχε πάρει τα όπλα (турецкое население взяло оружие) και χτυπούσε το ελληνικό στρατό (и стало наносить удары: «било» по греческому войску; <emphasis>χτυπώ</emphasis>) από όλες τις μεριές (со всех сторон). Η μισή πόλη καιγόταν (полгорода горело; <emphasis>καίγομαι</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Στα 1922, η διαταγή της υποχώρησης τον βρήκε στρατοπεδευμένο κοντά στο Αφιόν-Καραχισάρ. Το σύνταγμά του έφτασε οπωσδήποτε πειθαρχημένο ως το Ουσάκ, μα εκεί άρχισε να διαλύεται. Ο τούρκικος πληθυσμός είχε πάρει τα όπλα και χτυπούσε το ελληνικό στρατό από όλες τις μεριές. Η μισή πόλη καιγόταν.</p>
   <empty-line/>
   <p>Πολλές ελληνικές μονάδες (многие греческие подразделения) είχαν σκορπιστεί στους κάμπους (рассеялись по равнинам; <emphasis>σκορπίζομαι</emphasis>) φεύγοντας άταχτα προς τη θάλασσα (убегая беспорядочно по направлению к морю). Αρκετοί στρατιώτες λεηλατούσαν (многие воины занимались разбоем; <emphasis>λεηλατώ</emphasis>). Η διαταγή της Στρατιάς έλεγε ρητά (приказ Армии говорил совершенно определенно) πως κάθε ανώτερος (что каждый командир) είχε το δικαίωμα (имел право) να σκοτώνει στον τόπο (убивать на месте) κάθε κατώτερο που δεν πειθαρχούσε (всякого подчиненного, который не повиновался; <emphasis>πειθαρχώ</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Πολλές ελληνικές μονάδες είχαν σκορπιστεί στους κάμπους φεύγοντας άταχτα προς τη θάλασσα. Αρκετοί στρατιώτες λεηλατούσαν. Η διαταγή της Στρατιάς έλεγε ρητά πως κάθε ανώτερος είχε το δικαίωμα να σκοτώνει στον τόπο κάθε κατώτερο που δεν πειθαρχούσε.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ενώ ο Πέτρος Χαλκιάς γυρνούσε στο Ουσάκ (пока Петрос Халкиас возвращался в Ушак), περισυλλέγοντας τους στρατιώτες του (собирая своих воинов; <emphasis>περισυλλέγω</emphasis>) με το περίστροφο στο χέρι (с револьвером в руке), βρέθηκε, χωρίς να το καταλάβει (/он/ оказался, сам того не поняв), απομονωμένος, σ’ ένα στενό πλακόστρωτο (в одиночестве, на узкой мощеной улочке; <emphasis>το πλακόστρωτο — мощеная улица; η πλάκα — плита; плитка; στρώνω — стелить; выстилать; мостить</emphasis>). Στάθηκε μια στιγμή (/он/ остановился на миг) να προσανατολιστεί (чтобы сориентироваться; <emphasis>προσανατολίζομαι</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ενώ ο Πέτρος Χαλκιάς γυρνούσε στο Ουσάκ, περισυλλέγοντας τους στρατιώτες του με το περίστροφο στο χέρι, βρέθηκε, χωρίς να το καταλάβει, απομονωμένος, σ’ ένα στενό πλακόστρωτο. Στάθηκε μια στιγμή να προσανατολιστεί.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο δρομάκος, σκιερός (улочка, тенистая), δροσόλουστος (прохладная: «купающаяся в прохладе»; <emphasis>η δροσιά — прохлада; λούζομαι — купаться; δροσόλουστος — купающийся в прохладе/овеянный прохладой</emphasis>), φορτωμένος βαριά πρασινάδα (заросшая густой зеленью: «нагруженная тяжелой зеленью»), έμοιαζε ακατοίκητος (казалась нежилой). Τα σπίτια, κλειστά (дома, запертые), βουβά (немые), νεκρικά (мертвые). Από μακριά, μες σ’ έναν άναρθρο αλαλαγμό (издалека, нечленораздельным шумом), έρχονταν ανακατωμένοι οι θόρυβοι (доносились: «доходили» вперемешку звуки: «смешанные звуки») της άταχτης μάχης (беспорядочной битвы), του πανικού (паники) και της πυρκαγιάς (и пожара).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο δρομάκος, σκιερός, δροσόλουστος, φορτωμένος βαριά πρασινάδα, έμοιαζε ακατοίκητος. Τα σπίτια, κλειστά, βουβά, νεκρικά. Από μακριά, μες σ’ έναν άναρθρο αλαλαγμό, έρχονταν ανακατωμένοι οι θόρυβοι της άταχτης μάχης, του πανικού και της πυρκαγιάς.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ξαφνικά ο λοχαγός αισθάνθηκε κοντά του (внезапно капитан почувствовал рядом с собой; <emphasis>αισθάνομαι</emphasis>) μια ανθρώπινη παρουσία (человеческое присутствие). Κάποιος τον κοίταζε (кто-то глядел на него) από ένα μισάνοιχτο παράθυρο (из приоткрытого окна; <emphasis>μισάνοιχτος — приоткрытый; открытый наполовину; μισός — половинный; ανοιχτός — открытый</emphasis>). Στύλωσε το βλέμμα του κατά κει (/он/ устремил туда свой взор; <emphasis>στυλώνω το βλέμμα — устремить взор; уставиться</emphasis>) και ξεχώρισε (и различил), στο μισόφωτο του παραθύρου (в полумраке: «полусвете» окна; <emphasis>το μισόφωτο — полумрак; μισός — половинный; το φως — свет</emphasis>), δύο μεγάλα εναγώνια μάτια (пару больших тревожных глаз), μια πυρωμένη γυναικεία μορφή (разгоряченную женскую фигуру), ένα νέο θήλυ (молодую самку), τρεμάμενο (дрожащую), σπαρταριστό (трепещущую), λυσσασμένο από τον τρόμο (обезумевшую от ужаса), το μίσος (ненависти) και την έξαψη (и возбуждения).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ξαφνικά ο λοχαγός αισθάνθηκε κοντά του μια ανθρώπινη παρουσία. Κάποιος τον κοίταζε από ένα μισάνοιχτο παράθυρο. Στύλωσε το βλέμμα του κατά κει και ξεχώρισε, στο μισόφωτο του παραθύρου, δύο μεγάλα εναγώνια μάτια, μια πυρωμένη γυναικεία μορφή, ένα νέο θήλυ, τρεμάμενο, σπαρταριστό, λυσσασμένο από τον τρόμο, το μίσος και την έξαψη.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Πέτρος Χαλκιάς δεν μπόρεσε να σκεφτεί τίποτα (Петрос Халкиас больше ни о чем не мог думать), δεν ήταν πια κύριος του εαυτού του (/он/ больше собою не владел: «/он/ больше не был господином самого себя»). Στον αέρα του ολέθρου (в атмосфере гибели) και του θανάτου (и смерти), ο ερωτισμός του ξέσπασε μονομιάς (его любовное желание сразу же разожглось; <emphasis>ξεσπάω</emphasis>) αγριότερος από πάντα (еще более неукротимое, чем всегда), τον έσερνε σα δαιμονισμένο (/оно/ тащило его как одержимого; <emphasis>σέρνω</emphasis>). Όρμησε προς την πόρτα του σπιτιού (/он/ кинулся к двери дома; <emphasis>ορμάω</emphasis>), την έσπασε (сломал ее; <emphasis>σπάω</emphasis>), χύμησε μέσα (бросился вовнутрь; <emphasis>χυμώ</emphasis>) έτοιμος να σκοτώσει όποιον (готовый убить всякого) τολμούσε να του αντισταθεί (/кто/ посмеет ему противостоять; <emphasis>τολμώ; αντιστέκομαι</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Πέτρος Χαλκιάς δεν μπόρεσε να σκεφτεί τίποτα, δεν ήταν πια κύριος του εαυτού του. Στον αέρα του ολέθρου και του θανάτου, ο ερωτισμός του ξέσπασε μονομιάς αγριότερος από πάντα, τον έσερνε σα δαιμονισμένο. Όρμησε προς την πόρτα του σπιτιού, την έσπασε, χύμησε μέσα έτοιμος να σκοτώσει όποιον τολμούσε να του αντισταθεί.</p>
   <empty-line/>
   <p>Βρήκε την Τουρκάλα σε μια κάμαρα (/он/ нашел турчанку в комнате) του απάνω πατώματος (на верхнем этаже), τρέμοντας σύγκορμη (дрожащую всем телом), ενώ κοίταζε με αστραφτερά μάτια (пока /она/ смотрела блестящими глазами = и в то же время смотрящую…). Δε μιλήσανε (/они/ не говорили). Ακούμπησε το περίστροφο (/он/ положил револьвер; <emphasis>ακουμπώ</emphasis>) σ’ ένα έπιπλο (на какую-то тумбочку: «предмет мебели») και τη βίασε με σφιγμένα τα δόντια (и изнасиловал ее со сжатыми зубами; <emphasis>βιάζω</emphasis>). Ο αλαλαγμός του πολέμου (грохот войны) ηχούσε τώρα δυνατότερος και πιο κοντινός (раздавался теперь сильнее и ближе: «более сильный и более близкий»; <emphasis>ηχώ — раздаваться; звучать</emphasis>). Ένιωσε τη γυναίκα (/он/ почувствовал, как женщина) να σφίγγεται απάνω του ηδονικά (сладострастно к нему прижимается), έξαλλη και ασυνείδητη (обезумевшая и бессознательная). Ποτέ δεν είχε αισθανθεί (никогда /он/ не чувствовал) μια γυναίκα να χαίρεται τόσο πολύ (чтобы женщина так радовалась = испытывала подобное наслаждение).</p>
   <empty-line/>
   <p>Βρήκε την Τουρκάλα σε μια κάμαρα του απάνω πατώματος, τρέμοντας σύγκορμη, ενώ κοίταζε με αστραφτερά μάτια. Δε μιλήσανε. Ακούμπησε το περίστροφο σ’ ένα έπιπλο και τη βίασε με σφιγμένα τα δόντια. Ο αλαλαγμός του πολέμου ηχούσε τώρα δυνατότερος και πιο κοντινός. Ένιωσε τη γυναίκα να σφίγγεται απάνω του ηδονικά, έξαλλη και ασυνείδητη. Ποτέ δεν είχε αισθανθεί μια γυναίκα να χαίρεται τόσο πολύ.</p>
   <empty-line/>
   <p>Βγήκε από το σπίτι ξεθυμασμένος (/он/ вышел из дома успокоившийся), ψύχραιμος (хладнокровный; <emphasis>ψυχρός — прохладный; το αίμα — кровь</emphasis>). Αναλογίστηκε που βρισκόταν (рассчитал, где находится). Μα είχε ξεχάσει το όπλο του στην κάμαρα (но /он/ забыл свое оружие в комнате). Σαν προχώρησε μερικά βήματα (как только /он/ отошел на несколько шагов; <emphasis>προχωρώ</emphasis>), η Τουρκάλα τον πυροβόλησε πολλές φορές (турчанка выстрелила в него несколько раз; <emphasis>πυροβολώ</emphasis>) από το παράθυρο (из окна) και τον βρήκε στην αριστερή ωμοπλάτη (и попала ему: «нашла его» в левую лопатку). Πρόφτασε να δει (/он/ успел увидеть; <emphasis>προφταίνω</emphasis>) το χέρι της με το περίστροφο (ее руку с револьвером) κ’ ένα στρατιώτη (и солдата) που πετούσε μια χειροβομβίδα (который бросил ручную гранату; <emphasis>πετώ</emphasis>) μες στο ανοιχτό παράθυρό της (в ее открытое окно)…</p>
   <empty-line/>
   <p>Βγήκε από το σπίτι ξεθυμασμένος, ψύχραιμος. Αναλογίστηκε που βρισκόταν. Μα είχε ξεχάσει το όπλο του στην κάμαρα. Σαν προχώρησε μερικά βήματα, η Τουρκάλα τον πυροβόλησε πολλές φορές από το παράθυρο και τον βρήκε στην αριστερή ωμοπλάτη. Πρόφτασε να δει το χέρι της με το περίστροφο κ’ ένα στρατιώτη που πετούσε μια χειροβομβίδα μες στο ανοιχτό παράθυρό της…</p>
   <empty-line/>
   <p>«Όποιαν αγγίσω πεθαίνει (всякая, до кого я дотрагиваюсь, умирает: «которой дотронусь, /та/ умирает»; <emphasis>αγγίζω</emphasis>)!» συλλογιζόταν αργότερα (размышлял /он/ позже) σαν ξεχώριζε μες στο χάος των αναμνήσεών του (когда различил в хаосе своих воспоминаний; <emphasis>ξεχωρίζω</emphasis>) τις τρείς γυναικείες μορφές (три женских образа) που τον είχαν ελκύσει δυνατότερα (которые пленили: «притянули» его сильнее /других/; <emphasis>ελκύω</emphasis>), τη χλωμή κόρη της Αθήνας (бледную афинскую деву), την τουφεκισμένη Ρωσίδα (расстрелянную русскую) και την Τουρκάλα του Ουσάκ (и турчанку из Ушака).</p>
   <p>Μα σε τι χρησίμευαν (но к чему были: «для чего были полезны»; <emphasis>χρησιμεύω — быть полезным</emphasis>) αυτές οι συλλογές (все эти размышления);</p>
   <empty-line/>
   <p>«Όποιαν αγγίσω πεθαίνει!» συλλογιζόταν αργότερα σαν ξεχώριζε μες στο χάος των αναμνήσεών του τις τρείς γυναικείες μορφές που τον είχαν ελκύσει δυνατότερα, τη χλωμή κόρη της Αθήνας, την τουφεκισμένη Ρωσίδα και την Τουρκάλα του Ουσάκ.</p>
   <p>Μα σε τι χρησίμευαν αυτές οι συλλογές;</p>
   <empty-line/>
   <p>Έφτασε στη Χίο (/он/ добрался до Хиоса), ματωμένος και κουρελιασμένος (окровавленный и оборванный), με τα τελευταία λείψανα της Στρατιάς (вместе с последними остатками армии). Πρόφτασε, ωστόσο, να ορθοποδήσει (однако /он/ успел встать на ноги; <emphasis>ορθοποδώ</emphasis>) και να μπει και στην Αθήνα (и въехать в Афины) απάνω στο άλογο (верхом на коне), με την Επανάσταση (во время восстания).</p>
   <empty-line/>
   <p>Έφτασε στη Χίο, ματωμένος και κουρελιασμένος, με τα τελευταία λείψανα της Στρατιάς. Πρόφτασε, ωστόσο, να ορθοποδήσει και να μπει και στην Αθήνα απάνω στο άλογο, με την Επανάσταση.</p>
   <empty-line/>
   <p>Σε λίγο ήταν στο μέτωπο του Έβρου (вскоре /он/ был на фронте у Эвроса) περιμένοντας, από μέρα σε μέρα (ожидая, со дня на день), τη διαταγή της προέλασης προς την Πόλη (приказа к наступлению на Город). Η διαταγή δεν ήρθε ποτέ (приказ так и не пришел: «никогда не пришел»). Απολύθηκε οριστικά το φθινόπωρο του 1923 (/он/ был уволен окончательно осенью 1923 года; <emphasis>απολύομαι</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Σε λίγο ήταν στο μέτωπο του Έβρου περιμένοντας, από μέρα σε μέρα, τη διαταγή της προέλασης προς την Πόλη. Η διαταγή δεν ήρθε ποτέ. Απολύθηκε οριστικά το φθινόπωρο του 1923.</p>
   <empty-line/>
   <p>Φυτοζώησε λίγους μήνες στην Αθήνα (несколько месяцев /он/ прозябал в Афинах; <emphasis>φυτοζωώ — прозябать; το φυτό — растение; ζω — жить</emphasis>), άνεργος (безработный; <emphasis>το έργο — дело; άνεργος — безработный</emphasis>), άβουλος (безвольный; <emphasis>η βούληση — желание; воля; άβουλος — безвольный</emphasis>), απροσανατόλιστος (дезориентированный; <emphasis>προσανατολίζομαι — ориентироваться; απροσανατόλιστος — дезориентированный</emphasis>). Η πρωτεύουσα είχε αλλάξει ολότελα (столица изменилась полностью; <emphasis>αλλάζω</emphasis>) και στη μορφή της (и по своей форме) και στο περιεχόμενό της (и по содержанию). Ξαναχτιζόταν (/она/ строилась заново; <emphasis>ξαναχτίζω</emphasis>) για να στεγάσει πλήθη καινούργιων ανθρώπων (чтобы приютить толпы новых людей; <emphasis>στεγάζω; το πλήθος</emphasis>). Ο Πέτρος Χαλκιάς δεν αναγνώριζε (Петрос Халкиас не узнавал) ούτε το περιβάλλον (ни окружения) ούτε τα ήθη (ни нравов; <emphasis>το ήθος</emphasis>). Οι γονείς του (его родители), η αρραβωνιαστικιά του (его невеста: «помолвленная»; <emphasis>ο αρραβώνας — помолвка; η αρραβωνιαστικιά — нареченная; невеста</emphasis>), ήταν λησμονημένοι από καιρό (были уже давно позабыты). Κανείς δε μιλούσε πια γι’ αυτούς (больше никто о них не говорил).</p>
   <empty-line/>
   <p>Φυτοζώησε λίγους μήνες στην Αθήνα, άνεργος, άβουλος, απροσανατόλιστος. Η πρωτεύουσα είχε αλλάξει ολότελα και στη μορφή της και στο περιεχόμενό της. Ξαναχτιζόταν για να στεγάσει πλήθη καινούργιων ανθρώπων. Ο Πέτρος Χαλκιάς δεν αναγνώριζε ούτε το περιβάλλον ούτε τα ήθη. Οι γονείς του, η αρραβωνιαστικιά του, ήταν λησμονημένοι από καιρό. Κανείς δε μιλούσε πια γι’ αυτούς.</p>
   <empty-line/>
   <p>Οι σύντροφοί του σκορπισμένοι (его товарищи, разбросанные), αρκετοί σκοτωμένοι μες στην Καταστροφή (многие убитые в Катастрофе <emphasis>/имеется в виду Малоазийская Катастрофа/</emphasis>), άλλοι φευγάτοι (другие бежавшие) χωρίς να αφήσουν διεύθυνση (не оставив адреса), στην Αμερική (в Америку), στην Αφρική (в Африку), ο Θεός ξέρει που (Бог знает куда). Μόλις έπαψε η συγκέντρωση (как только прекратилась централизация; <emphasis>παύω</emphasis>) κ’ η σχετική πειθαρχία του πολέμου (и относительная военная дисциплина), οι Έλληνες γυρνούσαν αυθόρμητα (греки стали стихийно возвращаться) στον αναρχικό και τυχοδιωκτικό προορισμό τους (к своему анархическому и авантюристскому назначению), τραβούσαν το δρόμο ο καθένας χωριστά (каждый по отдельности шел своей дорогой; <emphasis>τραβώ — тянуть; тащить; тащиться, идти</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Οι σύντροφοί του σκορπισμένοι, αρκετοί σκοτωμένοι μες στην Καταστροφή, άλλοι φευγάτοι χωρίς να αφήσουν διεύθυνση, στην Αμερική, στην Αφρική, ο Θεός ξέρει που. Μόλις έπαψε η συγκέντρωση κ’ η σχετική πειθαρχία του πολέμου, οι Έλληνες γυρνούσαν αυθόρμητα στον αναρχικό και τυχοδιωκτικό προορισμό τους, τραβούσαν το δρόμο ο καθένας χωριστά.</p>
   <empty-line/>
   <p>Η πατρική του περιουσία (его отцовское наследство), εγκαταλειμμένη από καιρό στην τύχη της (уже давно оставленное на произвол судьбы: «на свою судьбу»; <emphasis>εγκαταλείπω</emphasis>), δεν είχε αντέξει σε τόσες αναστατώσεις (не выдержало столько потрясений; <emphasis>αντέχω</emphasis>). Λίγα πράγματα απομένανε (мало чего: «мало вещей» осталось; <emphasis>απομένω</emphasis>), κι αυτά χαμένα (да и то затерявшееся) μες σ’ ένα αξεδιάλυτο μπέρδεμα (в полной: «неразрешимой» неразберихе) από υποθήκες (из закладных), προσημειώσεις (временных арестов имущества), κατασχέσεις (конфискаций) και αγωγές όλων των ειδών (и разнообразных исков: «исков всех видов»). Ήταν σχεδόν σα να μην έμενε τίποτα (/это/ было почти, как если бы ничего не осталось). Δουλειές υπήρχαν πολλές και ζωηρές (работы было много и /была/ /она/ оживленной), μα οι κουραμπιέδες κ’ οι απαλλαγέντες (но тыловики и освобожденные /от/ /воинской/ /службы/; <emphasis>ο κουραμπιές — курабье /сладость/; тыловик</emphasis>) κρατούσαν όλα τα πόστα (занимали: «держали» все посты; <emphasis>κρατώ</emphasis>) και θησαυρίζανε στα σίγουρα (и наживались верными способами; <emphasis>στα σίγουρα — точно; верно; проверено; θησαυρίζω</emphasis>). Δεν ήταν εύκολο (было нелегко) να πάρει σειρά ένας άνθρωπος (чтобы занял /свое/ место: «очередь» человек) που έλειπε στα μέτωπα δέκα χρόνια (который пропадал: «отсутствовал» на фронтах десять лет; <emphasis>λείπω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Η πατρική του περιουσία, εγκαταλειμμένη από καιρό στην τύχη της, δεν είχε αντέξει σε τόσες αναστατώσεις. Λίγα πράγματα απομένανε, κι αυτά χαμένα μες σ’ ένα αξεδιάλυτο μπέρδεμα από υποθήκες, προσημειώσεις, κατασχέσεις και αγωγές όλων των ειδών. Ήταν σχεδόν σα να μην έμενε τίποτα. Δουλειές υπήρχαν πολλές και ζωηρές, μα οι κουραμπιέδες κ’ οι απαλλαγέντες κρατούσαν όλα τα πόστα και θησαυρίζανε στα σίγουρα. Δεν ήταν εύκολο να πάρει σειρά ένας άνθρωπος που έλειπε στα μέτωπα δέκα χρόνια.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Πέτρος Χαλκιάς, σαν κατάλαβε τη θέση του (Петрос Халкиас, как только понял свое положение = в каком положении он находится), αναλογίστηκε την ηλικία του (соразмерил свой возраст; <emphasis>αναλογίζομαι</emphasis>) και αναμέτρησε τις δυνάμεις του (и взвесил свои силы; <emphasis>αναμετρώ</emphasis>). Δεν ήταν ούτε γέρος (/он/ не был ни стариком) ούτε κουρασμένος (ни уставшим). Ίσια-ίσια αισθανόταν σκληραγωγημένος (/он/ как раз чувствовал себя закаленным), δοκιμασμένος από τους δυσκολότερους αγώνες (испытанным в самых тяжелых боях), με τη ζωτικότητά του ακέρια (с нетронутой жизненной энергией = энергичный, как и прежде), ικανός να ξαναρχίσει τη ζωή (способный начать жизнь заново) και να την κερδίσει (и выиграть ее; <emphasis>κερδίζω</emphasis>) πολεμώντας μια δεύτερη φορά (начиная борьбу: «воюя» во второй раз). Μα του χρειαζόταν ένα πεδίο δράσης (но ему нужно было поле действия) πιο πλατύ από την Αθήνα (шире, чем Афины), πιο πλούσιο σε δυνατότητες (богаче возможностями) και πιο ερεθιστικό (и более возбуждающее). Μάζεψε ό, τι μπόρεσε να μαζέψει (/он/ собрал все, что смог собрать; <emphasis>μαζεύω</emphasis>) κ’ έφυγε (и уехал) χωρίς να δώσει εξηγήσεις σε κανέναν (не дав никому объяснений), όπως είχαν φύγει κ’ οι άλλοι (как уехали и другие), όπου βγει η άκρη (и пусть будет, что будет: «куда выведет конец»).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Πέτρος Χαλκιάς, σαν κατάλαβε τη θέση του, αναλογίστηκε την ηλικία του και αναμέτρησε τις δυνάμεις του. Δεν ήταν ούτε γέρος ούτε κουρασμένος. Ίσια-ίσια αισθανόταν σκληραγωγημένος, δοκιμασμένος από τους δυσκολότερους αγώνες, με τη ζωτικότητά του ακέρια, ικανός να ξαναρχίσει τη ζωή και να την κερδίσει πολεμώντας μια δεύτερη φορά. Μα του χρειαζόταν ένα πεδίο δράσης πιο πλατύ από την Αθήνα, πιο πλούσιο σε δυνατότητες και πιο ερεθιστικό. Μάζεψε ό, τι μπόρεσε να μαζέψει κ’ έφυγε χωρίς να δώσει εξηγήσεις σε κανέναν, όπως είχαν φύγει κ’ οι άλλοι, όπου βγει η άκρη.</p>
   <empty-line/>
   <p>Στάθηκε πρώτα στο Παρίσι (сперва /он/ остановился в Париже; <emphasis>στέκομαι</emphasis>), μες στη μεγάλη και αισιόδοξη βοή (среди громкого: «большого» и оптимистичного гула) της τρίτης δεκαετίας του αιώνα (третьего десятилетия этого века), στο φρενιασμένο Παρίσι (в неистовом Париже) που ανακάλυπτε θριαμβευτικά (который триумфально открывал /для себя/; <emphasis>ανακαλύπτω</emphasis>), μ’ ένα ξεχείλισμα τρελής χαράς (во всплеске безумной радости), τους Νέγρους (негров), τους Κοζάκους (казаков), τη μοντέρνα τέχνη (современное искусство), την ηδονή της ταχύτητας (и наслаждение скоростью).</p>
   <empty-line/>
   <p>Στάθηκε πρώτα στο Παρίσι, μες στη μεγάλη και αισιόδοξη βοή της τρίτης δεκαετίας του αιώνα, στο φρενιασμένο Παρίσι που ανακάλυπτε θριαμβευτικά, μ’ ένα ξεχείλισμα τρελής χαράς, τους Νέγρους, τους Κοζάκους, τη μοντέρνα τέχνη, την ηδονή της ταχύτητας.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ανακατώθηκε λίγο καιρό (/он/ недолго путался; <emphasis>ανακατώνομαι</emphasis>) με τις παρδαλές παρέες των Ελλήνων τυχοδιωκτών (с разношерстными: «пестрыми» компаниями греков-авантюристов; <emphasis>ο τυχοδιώκτης — авантюрист; η τύχη — судьба; διώκω — преследовать; гнаться</emphasis>), χαρτοπαικτών (картежников; <emphasis>ο χαρτοπαίκτης — картежник; τα χαρτιά — карты; ο παίκτης — игрок</emphasis>), καλλιτεχνών (людей искусства), φιλοσόφων (философов), σπουδαστών (студентов), απατεώνων (обманщиков), παλαβών (безумцев) και γνωστικών (и мудрецов), που γύρευαν φωνακλάδικα τη δόξα (которые, горланя: «горласто/крикливо», искали славы; <emphasis>ο φωνακλάς — крикун; φωνακλάδικα — крикливо; η φωνή — голос</emphasis>), τον πλούτο (богатства) και την «εντατική ζωή» (и «напряженной жизни») στο φουριόζικο στροβίλισμα (в стремительном кружении) των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων (первых послевоенных лет). Μα τελικά οι Έλληνες αυτοί δεν του άρεσαν (но во конце концов эти греки ему не понравились). Και το Παρίσι (и Париж) δεν του άρεζε να το βλέπει (ему не нравилось смотреть на него) από τα κάτω προς τα απάνω (снизу вверх). Κ’ ύστερα ήταν μαθημένος σε μια ζωή (и потом /он/ был приучен к жизни) πιο τραχιά (более грубой), πιο βαριά (более тяжелой), πιο άμεσα εντατική (более непосредственно напряженной).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ανακατώθηκε λίγο καιρό με τις παρδαλές παρέες των Ελλήνων τυχοδιωκτών, χαρτοπαικτών, καλλιτεχνών, φιλοσόφων, σπουδαστών, απατεώνων, παλαβών και γνωστικών, που γύρευαν φωνακλάδικα τη δόξα, τον πλούτο και την «εντατική ζωή» στο φουριόζικο στροβίλισμα των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Μα τελικά οι Έλληνες αυτοί δεν του άρεσαν. Και το Παρίσι δεν του άρεζε να το βλέπει από τα κάτω προς τα απάνω. Κ’ ύστερα ήταν μαθημένος σε μια ζωή πιο τραχιά, πιο βαριά, πιο άμεσα εντατική.</p>
   <empty-line/>
   <p>Κάποιο ένστικτο τον οδήγησε (какой-то инстинкт привел его; <emphasis>οδηγώ</emphasis>) στις βόρειες επαρχίες της Γαλλίας (в северные провинции Франции) και στο Βέλγιο (и в Бельгию), στις χώρες της μεγάλης βιομηχανίας (в страны с развитой: «большой» промышленностью). Εκεί ήταν περισσότερο στο στοιχείο του (там /он/ больше был в своей стихии), μες στη φωτιά (среди огня), την καπνιά (копоти) και το θόρυβο του μετάλλου (и лязга: «шума» металла), που του έδιναν ξανά την εντύπωση (которые опять давали ему ощущение) μιας αληθινής μάχης (настоящего сражения). Το βιομηχανικό τοπίο του ταίριαζε (промышленный пейзаж ему подходил; <emphasis>ταιριάζω</emphasis>) και αισθάνθηκε (и /он/ почувствовал) ότι θα κατόρθωνε να συνεννοηθεί (что смог бы договориться; <emphasis>κατορθώνω; συνεννοούμαι</emphasis>) με τους τεντωμένους αυτούς ανθρώπους (с этими напряженными людьми), που δρούσαν ακατάπαυστα (которые постоянно действовали; <emphasis>δρω</emphasis>) και μιλούσαν ελάχιστα (и очень мало разговаривали).</p>
   <empty-line/>
   <p>Κάποιο ένστικτο τον οδήγησε στις βόρειες επαρχίες της Γαλλίας και στο Βέλγιο, στις χώρες της μεγάλης βιομηχανίας. Εκεί ήταν περισσότερο στο στοιχείο του, μες στη φωτιά, την καπνιά και το θόρυβο του μετάλλου, που του έδιναν ξανά την εντύπωση μιας αληθινής μάχης. Το βιομηχανικό τοπίο του ταίριαζε και αισθάνθηκε ότι θα κατόρθωνε να συνεννοηθεί με τους τεντωμένους αυτούς ανθρώπους, που δρούσαν ακατάπαυστα και μιλούσαν ελάχιστα.</p>
   <empty-line/>
   <p>Στα 1924 άρχιζε τη δεύτερη σταδιοδρομία του (в 1924 /он/ начал свою вторую карьеру) από τους κατώτερους βαθμούς (с низших чинов), σε μια μεγάλη βιομηχανία του χάλυβα (на большом сталелитейном заводе: «на большом промышленном предприятии стали»), κοντά στα σύνορα του Βελγίου και της Γερμανίας (неподалеку от границы Бельгии и Германии).</p>
   <empty-line/>
   <p>Στα 1924 άρχιζε τη δεύτερη σταδιοδρομία του από τους κατώτερους βαθμούς, σε μια μεγάλη βιομηχανία του χάλυβα, κοντά στα σύνορα του Βελγίου και της Γερμανίας.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μπήκε σ’ αυτό το καινούργιο καμίνι (/он/ вошел в эту новую печь) ορμητικός (стремительный), όπως και την άλλη φορά (как и в прошлый раз), αποφασισμένος να πάει (решительно настроенный идти), οπωσδήποτε, ως την άκρη του δρόμου (во что бы то ни стало, до конца пути), εξίσου άσπλαχνος με τους άλλους (одинаково безжалостный как к другим) όσο και με τον εαυτό του (так и к самому себе). Του χρειαστήκανε άλλα δέκα χρόνια (ему понадобилось еще десять лет: «другие десять лет») για να επιβληθεί (чтобы завоевать признание; <emphasis>επιβάλλομαι</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μπήκε σ’ αυτό το καινούργιο καμίνι ορμητικός, όπως και την άλλη φορά, αποφασισμένος να πάει, οπωσδήποτε, ως την άκρη του δρόμου, εξίσου άσπλαχνος με τους άλλους όσο και με τον εαυτό του. Του χρειαστήκανε άλλα δέκα χρόνια για να επιβληθεί.</p>
   <empty-line/>
   <p>Σ’ όλο αυτό το διάστημα (все это время: «весь этот период»), πάλεψε με μια αναπνοή (/он/ боролся на одном дыхании; <emphasis>παλεύω</emphasis>), συγκεντρωμένος στον αγώνα του (сосредоточенный на своей борьбе; <emphasis>συγκεντρώνομαι</emphasis>), χωρίς να λυγίσει ούτε στιγμή (ни на миг не сломившийся; <emphasis>λυγίζω</emphasis>), μες στους τριγμούς των φουρνέλων (в треске топки) και στο σπινθηροβόλημα του λιωμένου μετάλλου (и в искрении расплавленного метала). Αλλά σε ηλικία περίπου σαράντα πέντε χρονών (но в возрасте примерно сорока пяти лет) ήταν πια, όπως λένε, ένας άνθρωπος (/он/ был, как говорится, человеком) που έφτασε (который состоялся: «достиг»). Κατοικούσε μόνιμα στο Παρίσι (/он/ постоянно проживал в Париже; <emphasis>κατοικώ</emphasis>) και ζούσε πλούσια (и жил богато; <emphasis>ζω</emphasis>), δουλεύοντας αδιάκοπα (работая беспрестанно; <emphasis>η διακοπή — перерыв; остановка; αδιάκοπα — беспрестанно; без перерыва</emphasis>), με την ίδια πάντα ζωτικότητα (всегда с одинаковой энергией), και κρατώντας σημαντικά βιομηχανικά πόστα (занимая важные промышленные посты; <emphasis>κρατώ</emphasis>). Η γνώμη του μετρούσε (его мнение учитывалось; <emphasis>μετρώ</emphasis>) στο ευρωπαϊκό καρτέλ του χάλυβα (в европейской сталелитейной картели) και, κατά συνέπεια (и, следовательно; <emphasis>η συνέπεια — следствие; последствие; κατά συνέπεια — следовательно</emphasis>), στην ευρωπαϊκή ζωή (в европейской жизни).</p>
   <empty-line/>
   <p>Σ’ όλο αυτό το διάστημα, πάλεψε με μια αναπνοή, συγκεντρωμένος στον αγώνα του, χωρίς να λυγίσει ούτε στιγμή, μες στους τριγμούς των φουρνέλων και στο σπινθηροβόλημα του λιωμένου μετάλλου. Αλλά σε ηλικία περίπου σαράντα πέντε χρονών ήταν πια, όπως λένε, ένας άνθρωπος που έφτασε. Κατοικούσε μόνιμα στο Παρίσι και ζούσε πλούσια, δουλεύοντας αδιάκοπα, με την ίδια πάντα ζωτικότητα, και κρατώντας σημαντικά βιομηχανικά πόστα. Η γνώμη του μετρούσε στο ευρωπαϊκό καρτέλ του χάλυβα και, κατά συνέπεια, στην ευρωπαϊκή ζωή.</p>
   <empty-line/>
   <p>Τον λογάριαζαν στα σοβαρά (с ним всерьез считались; <emphasis>λογαριάζω; σοβαρός — серьезный; στα σοβαρά — всерьез</emphasis>) και για τη δύναμή του (и из-за его влияния) και για τη φήμη του (и из-за его репутации), που ήταν φήμη κακού ανθρώπου (которая была репутацией плохого человека). Και δεν ήταν, άλλωστε, αδικαιολόγητη (впрочем, /она/ не была необоснованной), γιατί ποτέ δεν του έμεινε καιρός (потому что у него никогда не оставалось времени) να προφτάσει να αισθανθεί καλοσύνη (успеть ощутить доброту; <emphasis>προφτάνω</emphasis>) και γενναιοδωρία (и щедрость), κ’ ίσως δεν ήταν πια ικανός (и, возможно, /он/ уже был неспособен) να αισθανθεί τίποτα παρόμοιο (почувствовать что-либо подобное) ύστερα από δύο δεκαετίες (после двух десятилетий) στην πρώτη γραμμή της φωτιάς (на передовом огневом рубеже: «на первой линии огня»). Ίσια-ίσια είχε φτάσει στο σημείο (/он/ как раз дошел до того: «до точки») να μην αισθάνεται άλλη χαρά (что /он/ /уже/ не чувствовал другой радости) εξόν από την άμεση ζωική χαρά (помимо непосредственной животной радости) της μάχης (битвы), της νίκης (победы), της ατομικής του βίαιης επιβολής (своего личного грубого понуждения).</p>
   <empty-line/>
   <p>Τον λογάριαζαν στα σοβαρά και για τη δύναμή του και για τη φήμη του, που ήταν φήμη κακού ανθρώπου. Και δεν ήταν, άλλωστε, αδικαιολόγητη, γιατί ποτέ δεν του έμεινε καιρός να προφτάσει να αισθανθεί καλοσύνη και γενναιοδωρία, κ’ ίσως δεν ήταν πια ικανός να αισθανθεί τίποτα παρόμοιο ύστερα από δύο δεκαετίες στην πρώτη γραμμή της φωτιάς. Ίσια-ίσια είχε φτάσει στο σημείο να μην αισθάνεται άλλη χαρά εξόν από την άμεση ζωική χαρά της μάχης, της νίκης, της ατομικής του βίαιης επιβολής.</p>
   <empty-line/>
   <p>Το κυνήγι του έρωτα (любовная охота) τώρα του ήταν πολύ εύκολο (была для него теперь очень легкой) και για τούτο το εκτιμούσε λιγότερο (и поэтому /он/ меньше ценил ее; <emphasis>εκτιμώ</emphasis>). Δε μετρούσε καν τα θηράματα (/он/ даже не считал жертв; <emphasis>μετρώ</emphasis>). Είχε όσα ήθελε (/он/ имел, сколько хотел) και από όλες τις ράτσες (и всех пород). Το σώμα του δεν είχε χορτάσει (его тело не насытилось; <emphasis>χορταίνω</emphasis>), οι αισθήσεις του εξακολουθούσαν να είναι σχεδόν νεανικές (его ощущения продолжали быть почти что юношескими; <emphasis>εξακολουθώ</emphasis>), μα το πνεύμα του άρχιζε να αδιαφορεί (но его душа стала равнодушной: «начала быть равнодушной»; <emphasis>αδιαφορώ</emphasis>) γι’ αυτήν την υπόθεση (к этому занятию: «вопросу/делу»), που επαναλαμβανόταν ολοένα πιο μονότονα (которое повторялось все более монотонно; <emphasis>επαναλαμβάνομαι</emphasis>) μες στην ανεξάντλητη ποικιλία (в неисчерпаемом разнообразии) των γουναρικών και των αρωμάτων (шуб и духов).</p>
   <empty-line/>
   <p>Το κυνήγι του έρωτα τώρα του ήταν πολύ εύκολο και για τούτο το εκτιμούσε λιγότερο. Δε μετρούσε καν τα θηράματα. Είχε όσα ήθελε και από όλες τις ράτσες. Το σώμα του δεν είχε χορτάσει, οι αισθήσεις του εξακολουθούσαν να είναι σχεδόν νεανικές, μα το πνεύμα του άρχιζε να αδιαφορεί γι’ αυτήν την υπόθεση, που επαναλαμβανόταν ολοένα πιο μονότονα μες στην ανεξάντλητη ποικιλία των γουναρικών και των αρωμάτων.</p>
   <empty-line/>
   <p>Κάποτε, για να δοκιμάσει τον εαυτό του (иногда, чтобы испытать самого себя; <emphasis>δοκιμάζω</emphasis>), ξενυχτούσε φτωχικά ντυμένος (/он/ проводил ночи в бедняцких одеждах: «бедно одетый»; <emphasis>ξενυχτώ; ντύνομαι</emphasis>) στις απόκεντρες συνοικίες (в отдаленных кварталах) και προσπαθούσε να κατακτήσει (и пытался завоевать; <emphasis>προσπαθώ; κατακτώ</emphasis>) γυναίκες νέες και όμορφες (молодых и красивых женщин), χωρίς να δείξει (не показывая; <emphasis>δείχνω</emphasis>) πως ήταν πλούσιος (что /он/ богат) και ικανός να αγοράσει όσα-όσα την ευτυχία (и способен задешево купить счастье; <emphasis>αγοράζω</emphasis>). Συνήθως το παιχνίδι επιτύχαινε (обычно игра удавалась; <emphasis>επιτυχαίνω</emphasis>). Οι γυναίκες τον ακολουθούσαν αφιλόκερδα (женщины следовали за ним бескорыстно; <emphasis>ακολουθώ</emphasis>) οδηγημένες από κάποιο σκοτεινό (ведомые каким-то темным) μα σίγουρο ένστικτο (но верным инстинктом) προς τον άνθρωπο που είχε κάνει τη «ζωή» (к человеку, который прожил: «сделал» «жизнь»), προς τον εξασκημένο ερασιτέχνη (к искусному любителю; <emphasis>ο ερασιτέχνης — дилетант; любитель</emphasis>) που γνώριζε τα μυστικά (который знал секреты).</p>
   <empty-line/>
   <p>Κάποτε, για να δοκιμάσει τον εαυτό του, ξενυχτούσε φτωχικά ντυμένος στις απόκεντρες συνοικίες και προσπαθούσε να κατακτήσει γυναίκες νέες και όμορφες, χωρίς να δείξει πως ήταν πλούσιος και ικανός να αγοράσει όσα-όσα την ευτυχία. Συνήθως το παιχνίδι επιτύχαινε. Οι γυναίκες τον ακολουθούσαν αφιλόκερδα οδηγημένες από κάποιο σκοτεινό μα σίγουρο ένστικτο προς τον άνθρωπο που είχε κάνει τη «ζωή», προς τον εξασκημένο ερασιτέχνη που γνώριζε τα μυστικά.</p>
   <empty-line/>
   <p>Έτσι σωζόταν ο εγωισμός του (так он тешил свое самолюбие: «так оставался невредимым его эгоизм»; <emphasis>σώζομαι</emphasis>). Μα κι αυτά τα θηράματα (но и эта добыча) τα βαριόταν όσο και τα άλλα (надоедала ему так же, как и другая), μόλις το ένστικτό του είχε ικανοποιηθεί (как только удовлетворялся его инстинкт; <emphasis>ικανοποιούμαι</emphasis>). Σιγά-σιγά (постепенно) το αρπαχτικό αγρίμι (хищное животное) έπαιρνε την όψη (принимал вид) ενός μεγάλου (огромного), περιφρονητικού θηρίου (презрительного зверя), εξευγενισμένου από τα χρόνια (облагороженного годами) και την πείρα (и опытом), που δεν μπορεί να πάψει να αρπάζει (который не может перестать хватать), μα ένιωσε τη ματαιότητα (но чувствует тщетность) της κάθε αρπαγής (каждого нападения: «хватки»).</p>
   <empty-line/>
   <p>Έτσι σωζόταν ο εγωισμός του. Μα κι αυτά τα θηράματα τα βαριόταν όσο και τα άλλα, μόλις το ένστικτό του είχε ικανοποιηθεί. Σιγά-σιγά το αρπαχτικό αγρίμι έπαιρνε την όψη ενός μεγάλου, περιφρονητικού θηρίου, εξευγενισμένου από τα χρόνια και την πείρα, που δεν μπορεί να πάψει να αρπάζει, μα ένιωσε τη ματαιότητα της κάθε αρπαγής.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μια μέρα (однажды), ενώ σχεδίαζε ένα ταξίδι στην Αθήνα (в то время, как /он/ планировал поездку в Афины; <emphasis>σχεδιάζω</emphasis>), ξαναθυμήθηκε έξαφνα την αυστριακή λίμνη (/он/ вспомнил внезапно австрийское озеро; <emphasis>ξαναθυμάμαι</emphasis>) και την μυστηριακή της γοητεία (и его таинственное очарование). Ίσως η προσδοκία του ταξιδιού στην πατρίδα (возможно, ожидание поездки на родину), αναμοχλεύοντας μέσα του τις παιδικές του αναμνήσεις (поднявшее в нем детские воспоминания; <emphasis>αναμοχλεύω — поднимать рычагом; вынимать; ο μοχλός — рычаг</emphasis>) να ξύπνησε απότομα (пробудило внезапно; <emphasis>ξυπνώ</emphasis>) κι αυτήν τη μακρινή παιδική συγκίνηση (и это далекое детское переживание), που την είχε σκεπάσει (которое было покрыто; <emphasis>σκεπάζω</emphasis>), όλα αυτά τα χρόνια (все эти годы), η βαριά πείρα της αντρικής του ζωής (тяжелым опытом его зрелой: «мужской» жизни).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μια μέρα, ενώ σχεδίαζε ένα ταξίδι στην Αθήνα, ξαναθυμήθηκε έξαφνα την αυστριακή λίμνη και την μυστηριακή της γοητεία. Ίσως η προσδοκία του ταξιδιού στην πατρίδα, αναμοχλεύοντας μέσα του τις παιδικές του αναμνήσεις να ξύπνησε απότομα κι αυτήν τη μακρινή παιδική συγκίνηση, που την είχε σκεπάσει, όλα αυτά τα χρόνια, η βαριά πείρα της αντρικής του ζωής.</p>
   <empty-line/>
   <p>Η λίμνη, ξεχασμένη ολότελα (озеро, полностью забытое) μαζί με αμέτρητες άλλες μορφές (вместе с другими бесчисленными образами) που είχε κυλήσει το ρεύμα της λήθης (которые увлек поток забвения; <emphasis>κυλώ; το ρεύμα — течение; поток</emphasis>), ανέβηκε αβίαστα στη συνείδησή του (поднялось невредимое в его сознании), σα να ήταν χτες (словно /это/ было вчера), αγνή και ολόδροση (девственное и прохладное) όπως τη πρώτη φορά (как в первый раз) που την είχε δει (когда /он/ его увидел), ονειρεμένη και ακατανίκητη (сказочно прекрасное и непобедимое) σαν ένα τραγούδι σειρήνων (словно пение сирен).</p>
   <empty-line/>
   <p>Η λίμνη, ξεχασμένη ολότελα μαζί με αμέτρητες άλλες μορφές που είχε κυλήσει το ρεύμα της λήθης, ανέβηκε αβίαστα στη συνείδησή του, σα να ήταν χτες, αγνή και ολόδροση όπως τη πρώτη φορά που την είχε δει, ονειρεμένη και ακατανίκητη σαν ένα τραγούδι σειρήνων.</p>
   <empty-line/>
   <p>Και πάλι, όπως την άλλη φορά (и опять, как и в прошлый раз), δεν καταλάβαινε (/он/ не понимал) τι του συνέβαινε (что с ним происходит; <emphasis>συμβαίνω</emphasis>). Ούτε έμοιαζε τούτο το αίσθημα με τίποτα (да и не походило это чувство ни на что) από όσα αισθάνθηκε ποτέ (из того, что /он/ когда-либо чувствовал), ούτε είχε καμιά σχέση (и не имело никакого отношения) με τα πάθη και τις λαχτάρες (к страстям и нетерпеливым желаниям) που τον είχαν κυβερνήσει ως τότε (которые им до этого управляли; <emphasis>κυβερνώ</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Και πάλι, όπως την άλλη φορά, δεν καταλάβαινε τι του συνέβαινε. Ούτε έμοιαζε τούτο το αίσθημα με τίποτα από όσα αισθάνθηκε ποτέ, ούτε είχε καμιά σχέση με τα πάθη και τις λαχτάρες που τον είχαν κυβερνήσει ως τότε.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ήταν μια άλλη πραγματικότητα (/это/ была другая реальность), ένας χαιρετισμός ή μια απειλή (приветствие или угроза) που ερχόταν από έναν άλλο κόσμο (которая исходила из другого мира). Ένα φάντασμα (призрак), γεννημένο μες στις παιδικές του νύχτες (рожденный среди его детских ночей), μες στις πρώτες ανατριχίλες (в первом трепете) της παιδικής του ψυχής (детской души), διαλυμένο στο πέρασμα του καιρού (рассеявшийся по прошествии времени; <emphasis>διαλύομαι</emphasis>), ξανάπαιρνε μορφή και γυρνούσε (вновь принимал форму и возвращался; <emphasis>ξαναπαίρνω; γυρνώ</emphasis>), απροσδόκητο και ακατανόητο (нежданный и непонятный) στη ζωή (в жизнь).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ήταν μια άλλη πραγματικότητα, ένας χαιρετισμός ή μια απειλή που ερχόταν από έναν άλλο κόσμο. Ένα φάντασμα, γεννημένο μες στις παιδικές του νύχτες, μες στις πρώτες ανατριχίλες της παιδικής του ψυχής, διαλυμένο στο πέρασμα του καιρού, ξανάπαιρνε μορφή και γυρνούσε, απροσδόκητο και ακατανόητο στη ζωή.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μηχανικά ο Πέτρος Χαλκιάς άνοιξε (Петрос Халкиас механически открыл) ένα εγκυκλοπαιδικό λεξικό (энциклопедический словарь), βρήκε το όνομα της λίμνης (нашел название озера) και της πιο κοντινής πόλης (и ближайшего города). Μηχανικά φυλλομέτρησε (механически полистал; <emphasis>φυλλομετρώ</emphasis>) κ’ ένα σιδηροδρομικό οδηγό (железнодорожный справочник). Δεν υπήρχε γραμμή κατ’ ευθείαν (не существовало прямого сообщения) από το Παρίσι ως εκεί (из Парижа дотуда). Η πόλη και η λίμνη (город и озеро) δεν είχαν καμιά φήμη (не имели никакой славы), ούτε καν τουριστική (даже туристической).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μηχανικά ο Πέτρος Χαλκιάς άνοιξε ένα εγκυκλοπαιδικό λεξικό, βρήκε το όνομα της λίμνης και της πιο κοντινής πόλης. Μηχανικά φυλλομέτρησε κ’ ένα σιδηροδρομικό οδηγό. Δεν υπήρχε γραμμή κατ’ ευθείαν από το Παρίσι ως εκεί. Η πόλη και η λίμνη δεν είχαν καμιά φήμη, ούτε καν τουριστική.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ακούμπησε πίσω το κεφάλι του (/он/ откинул назад голову; <emphasis>ακουμπώ</emphasis>), ξεχάστηκε μια στιγμή (забылся на миг) κοιτάζοντας τον καπνό του τσιγάρου του (глядя на дым от своей сигареты), χάιδεψε τα γκρίζα του μαλλιά (пригладил свои седые: «серые» волосы; <emphasis>χαϊδεύω</emphasis>). Ξεχώριζε τώρα στην όχθη της λίμνης (теперь /он/ различал на берегу озера; <emphasis>ξεχωρίζω</emphasis>) μια πανύψηλη σειρά μαύρα κυπαρίσσια (высокую череду черных кипарисов). Ξαναείδε τον εαυτό του αγόρι (/он/ опять увидел себя мальчиком) με κοντά παντελόνια (в коротких штанах), σιωπηλό (молчаливым), ντροπαλό (стеснительным) και φοβισμένο (и напуганным), και αισθάνθηκε ξαφνικά (и внезапно почувствовал) πως αγαπούσε παράφορα (что безумно любил) τον πεθαμένο αυτόν έφηβο του παλιού καιρού (этого умершего мальчика старого времени). Τα κυπαρίσσια αργοκουνιόνταν (кипарисы медленно покачивались; <emphasis>αργός — медленный; κουνιέμαι — качаться</emphasis>) μες στη διάφανη ομίχλη (в прозрачном тумане) των νερών και του χρόνου (воды и времени). Το αγόρι κοίταζε εκστατικά (мальчик смотрел восторженно), με δακρυσμένα μάτια (глазами полными слез).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ακούμπησε πίσω το κεφάλι του, ξεχάστηκε μια στιγμή κοιτάζοντας τον καπνό του τσιγάρου του, χάιδεψε τα γκρίζα του μαλλιά. Ξεχώριζε τώρα στην όχθη της λίμνης μια πανύψηλη σειρά μαύρα κυπαρίσσια. Ξαναείδε τον εαυτό του αγόρι με κοντά παντελόνια, σιωπηλό, ντροπαλό και φοβισμένο, και αισθάνθηκε ξαφνικά πως αγαπούσε παράφορα τον πεθαμένο αυτόν έφηβο του παλιού καιρού. Τα κυπαρίσσια αργοκουνιόνταν μες στη διάφανη ομίχλη των νερών και του χρόνου. Το αγόρι κοίταζε εκστατικά, με δακρυσμένα μάτια.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Πέτρος Χαλκιάς σηκώθηκε απότομα (Петрос Халкиас резко встал; <emphasis>σηκώνομαι</emphasis>), πέταξε το τσιγάρο του (выбросил сигарету; <emphasis>πετάω</emphasis>). «Τρυφερότητες (нежности)!» μουρμούρισε κοροϊδευτικά (пробормотал /он/ насмешливо; <emphasis>μουρμουρίζω</emphasis>) και γέλασε (и засмеялся; <emphasis>γελάω</emphasis>). Πήρε το τηλέφωνο (/он/ взял телефон) και έδωσε διαταγές (и дал указания) για να ξεσπάσει (чтобы выместить злобу: «сорваться»; <emphasis>ξεσπώ</emphasis>). Λίγες μέρες αργότερα (несколькими днями позже), ενώ κατέβαινε στην Αθήνα (когда /он/ направлялся: «спускался» в Афины), στάθηκε στη Βιέννη (/он/ остановился в Вене). Η λίμνη δεν ήταν μακριά (озеро было недалеко).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Πέτρος Χαλκιάς σηκώθηκε απότομα, πέταξε το τσιγάρο του. «Τρυφερότητες!» μουρμούρισε κοροϊδευτικά και γέλασε. Πήρε το τηλέφωνο και έδωσε διαταγές για να ξεσπάσει. Λίγες μέρες αργότερα, ενώ κατέβαινε στην Αθήνα, στάθηκε στη Βιέννη. Η λίμνη δεν ήταν μακριά.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ένα τοπικό τρένο (местный поезд) τον πήγε σιγά-σιγά ως εκεί (потихоньку довез его дотуда). Έφτασε λίγο μετά το μεσημέρι (/он/ прибыл туда немного позже полудня) και μπήκε σ’ ένα ξενοδοχείο (и вошел в какую-то гостиницу) να αφήσει τα πράγματά του (чтобы оставить свои вещи) και να ξεκουραστεί (и отдохнуть; <emphasis>ξεκουράζομαι</emphasis>). Θα ξαναέφευγε το ίδιο κιόλας βράδυ (он /должен был/ уехать в тот же самый вечер).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ένα τοπικό τρένο τον πήγε σιγά-σιγά ως εκεί. Έφτασε λίγο μετά το μεσημέρι και μπήκε σ’ ένα ξενοδοχείο να αφήσει τα πράγματά του και να ξεκουραστεί. Θα ξαναέφευγε το ίδιο κιόλας βράδυ.</p>
   <empty-line/>
   <p>Το παλιό ξενοδοχείο (старой гостиницы), όπου είχε μείνει άλλοτε με τους γονείς του (где /он/ остановился в прошлый раз со своими родителями), δεν υπήρχε πια (больше не существовало). Μα και το τωρινό του ξενοδοχείο (но и его нынешняя гостиница), χτισμένο πολύ κοντά στη θέση του παλιού (построенная очень близко к месту старой; <emphasis>χτίζω</emphasis>) έβλεπε προς τα νερά (выходила: «смотрела» на воду).</p>
   <empty-line/>
   <p>Το παλιό ξενοδοχείο, όπου είχε μείνει άλλοτε με τους γονείς του, δεν υπήρχε πια. Μα και το τωρινό του ξενοδοχείο, χτισμένο πολύ κοντά στη θέση του παλιού έβλεπε προς τα νερά.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Πέτρος Χαλκιάς βγήκε στο μπαλκόνι (Петрос Халкиас вышел на балкон), κοίταξε προσεκτικά (внимательно посмотрел), προσπαθώντας να καταλάβει (стараясь понять; <emphasis>προσπαθώ</emphasis>) τι τον είχε συγκινήσει τόσο έντονα άλλοτε (что его в прошлый раз так сильно взволновало; <emphasis>συγκινώ</emphasis>). Είδε μια λίμνη (/он/ увидел озеро) περίπου σαν όλες τις λίμνες των Άλπεων (примерно такое же, как и все озера в Альпах), από τις πιο μικρές και πιο ερημικές (из самых маленьких и самых пустынных). Τα βουνά της (его горы), τα δάση της (его леса), τα χρώματά της (его цвета) δεν είχαν τίποτα το ιδιαίτερο (не имели ничего особенного). Τουναντίον (наоборот) αποτελούσαν μια εικόνα αρκετά κοινή (/они/ складывались: «составляли» в довольно банальную картину), απ’ αυτές που έχουν διαδώσει (из тех, которые распространялись; <emphasis>διαδίδω</emphasis>) τα επιστολικά δελτάρια (на почтовых открытках; <emphasis>η επιστολή — письмо; το επιστολικό δελτάριο — почтовая открытка</emphasis>) σε αναρίθμητες εκδόσεις (в бесчисленных изданиях).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Πέτρος Χαλκιάς βγήκε στο μπαλκόνι, κοίταξε προσεκτικά, προσπαθώντας να καταλάβει τι τον είχε συγκινήσει τόσο έντονα άλλοτε. Είδε μια λίμνη περίπου σαν όλες τις λίμνες των Άλπεων, από τις πιο μικρές και πιο ερημικές. Τα βουνά της, τα δάση της, τα χρώματά της δεν είχαν τίποτα το ιδιαίτερο. Τουναντίον αποτελούσαν μια εικόνα αρκετά κοινή, απ’ αυτές που έχουν διαδώσει τα επιστολικά δελτάρια σε αναρίθμητες εκδόσεις.</p>
   <empty-line/>
   <p>Κάποιο ραδιόφωνο (какое-то радио), που έπαιζε διακριτικά (которое негромко играло) στο χολ του ξενοδοχείου ένα βαλς (вальс в гостиничном холе), έδινε ελαφρότατα (придавало самую малость) σ’ αυτό το τοπίο της Κεντρικής Ευρώπης (этому месту в центральной Европе) το ύφος μιας σκηνογραφίας οπερέτας (вид опереточной декорации). Ο Πέτρος Χαλκιάς άφησε μερικές στιγμές το πνεύμα του (Петрос Халкиас на несколько минут позволил своей душе) να λικνίζεται στον εύκολο και αισιόδοξο αυτό σκοπό (покружится в легком и веселом: «оптимистическом» мотиве; <emphasis>λικνίζομαι</emphasis>). Οι συγκινήσεις του (его волнения), οι «τρυφερότητες» (нежности), ξεθυμαίνανε (испарялись; <emphasis>ξεθυμαίνω</emphasis>). Το φάντασμα ευτυχώς (призрак, к счастью) διαλυόταν μοναχό του (растворялся сам по себе).</p>
   <empty-line/>
   <p>Κάποιο ραδιόφωνο, που έπαιζε διακριτικά στο χολ του ξενοδοχείου ένα βαλς, έδινε ελαφρότατα σ’ αυτό το τοπίο της Κεντρικής Ευρώπης το ύφος μιας σκηνογραφίας οπερέτας. Ο Πέτρος Χαλκιάς άφησε μερικές στιγμές το πνεύμα του να λικνίζεται στον εύκολο και αισιόδοξο αυτό σκοπό. Οι συγκινήσεις του, οι «τρυφερότητες», ξεθυμαίνανε. Το φάντασμα ευτυχώς διαλυόταν μοναχό του.</p>
   <empty-line/>
   <p>Όλη αυτή η ανησυχία (все то беспокойство), που του είχε δώσει τις τελευταίες μέρες (которое ему приносило: «давало» в последние дни) η ανάμνηση της λίμνης (воспоминание об озере), δεν ήταν, ως φαίνεται, άλλο τίποτα (было, как кажется, не чем иным) παρά η εκδήλωση (как выражением) μιας μικρής και περαστικής ψυχικής κόπωσης (небольшого и проходящего душевного переутомления). Η αλλαγή του αέρα (смена воздуха) ήδη τον ωφελούσε (уже начинала идти ему на пользу; <emphasis>ωφελώ</emphasis>), τον ξαλάφρωνε από περιττούς ρεμβασμούς (избавляло его от лишних размышлений; <emphasis>ξαλαφρώνω — облегчать; избавлять</emphasis>). Όταν όμως βγήκε από το ξενοδοχείο (однако когда /он/ вышел из гостиницы) και βάδισε αυθόρμητα προς τα κυπαρίσσια (и непроизвольно отправился к кипарисам; <emphasis>βαδίζω</emphasis>), αισθάνθηκε αμέσως (/он/ тотчас почувствовал) πως δεν είχε ξοφλήσει εντελώς (что /он/ не до конца еще покончил; <emphasis>/ε/ξοφλώ — гасить; оплачивать; покончить</emphasis>) μ’ αυτήν την υπόθεση (с эти делом), πως η λίμνη των παιδικών του ονείρων (что озеро из его детских снов) του έκρυβε κάτι (что-то от него таило), του προετοίμαζε ίσως κάτι (что-то ему готовило; <emphasis>προετοιμάζω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Όλη αυτή η ανησυχία, που του είχε δώσει τις τελευταίες μέρες η ανάμνηση της λίμνης, δεν ήταν, ως φαίνεται, άλλο τίποτα παρά η εκδήλωση μιας μικρής και περαστικής ψυχικής κόπωσης. Η αλλαγή του αέρα ήδη τον ωφελούσε, τον ξαλάφρωνε από περιττούς ρεμβασμούς. Όταν όμως βγήκε από το ξενοδοχείο και βάδισε αυθόρμητα προς τα κυπαρίσσια, αισθάνθηκε αμέσως πως δεν είχε ξοφλήσει εντελώς μ’ αυτήν την υπόθεση, πως η λίμνη των παιδικών του ονείρων του έκρυβε κάτι, του προετοίμαζε ίσως κάτι.</p>
   <empty-line/>
   <p>Πράγματι (в самом деле), σε λίγο του φάνηκε (вскоре ему показалось) πως κάποιος τον περίμενε (что кто-то ждет его) στην όχθη της λίμνης (на берегу озера), κάτω από τα κυπαρίσσια (под кипарисами). Μια νέα γυναίκα (молодая женщина) είχε ακουμπήσει στον κορμό ενός δέντρου (прислонилась к стволу дерева; <emphasis>ακουμπώ</emphasis>) κ είχε ξεχαστεί (и забылась; <emphasis>ξεχνιέμαι</emphasis>) κοιτάζοντας τα γαλήνια νερά (глядя на спокойные воды). Ήταν ντυμένη απλά (/она/ была просто одета) και δεν φορούσε καπέλο (и не носила шляпки). Ο Πέτρος Χαλκιάς, από μακριά που την είδε (Петрос Халкиас, который увидел ее издалека), αν και δεν μπορούσε ακόμα να διακρίνει (хотя еще не мог различить) τα χαρακτηριστικά της (ее черты) και το ύφος της (и вид), αισθάνθηκε ένα προμήνυμα (почувствовал предзнаменование) ομορφιάς (красоты), γλύκας (сладости) και πόνου (и боли).</p>
   <empty-line/>
   <p>Πράγματι, σε λίγο του φάνηκε πως κάποιος τον περίμενε στην όχθη της λίμνης, κάτω από τα κυπαρίσσια. Μια νέα γυναίκα είχε ακουμπήσει στον κορμό ενός δέντρου κ είχε ξεχαστεί κοιτάζοντας τα γαλήνια νερά. Ήταν ντυμένη απλά και δεν φορούσε καπέλο. Ο Πέτρος Χαλκιάς, από μακριά που την είδε, αν και δεν μπορούσε ακόμα να διακρίνει τα χαρακτηριστικά της και το ύφος της, αισθάνθηκε ένα προμήνυμα ομορφιάς, γλύκας και πόνου.</p>
   <empty-line/>
   <p>Το τοπίο (место), σα να προσδοκούσε την κατάλληλη στιγμή (словно бы ожидало подходящего момента; <emphasis>προσδοκώ</emphasis>) για να του φανερώσει την αληθινή μορφή του (чтобы открыть ему свой истинный образ; <emphasis>φανερώνω</emphasis>), άλλαζε πάλι μέσα του και γύρω του μονομιάς (опять моментально менялось внутри него и снаружи), εξαϋλωνόταν πιο μαγικό από πάντα (становилось нематериальным и более волшебным, чем всегда; <emphasis>εξαϋλώνομαι — становиться нематериальным; η ύλη — материал</emphasis>), τον τύλιγε στα κύματα (окатывало его волнами: «заворачивало в волны»; <emphasis>τυλίγω</emphasis>) μιας ανέκφραστης (невыразимой; <emphasis>εκφράζω — выражать; ανέκφραστος — невыразимый</emphasis>), σιωπηλής μουσικής (тихой музыки), που άγγιζε οδυνηρά (которая печально затрагивала; <emphasis>αγγίζω</emphasis>) τις πιο μυστικές χορδές της ψυχής του (самые потаенные струны его души), τα πιο ευαίσθητα σημεία της ύπαρξής του (самые чувствительные ноты: «места» его существования). Ξαναγινόταν αγόρι (/он/ вновь становился мальчиком), άφθαρτο (неиспорченным), αγνό (невинным), ονειροπαρμένο (мечтательным; <emphasis>το όνειρο — сон; мечта; παίρνω — забирать; ονειροπαρμένος — мечтательный</emphasis>). Προχώρησε (/он/ прошел вперед; <emphasis>προχωρώ</emphasis>), κατακτημένος από πριν (заранее покоренный; <emphasis>κατακτώ</emphasis>) και χωρίς να το ξέρει (не зная об этом), φοβισμένος για πρώτη φορά (в первый раз напуганный) από την παρουσία της γυναίκας (присутствием женщины).</p>
   <empty-line/>
   <p>Το τοπίο, σα να προσδοκούσε την κατάλληλη στιγμή για να του φανερώσει την αληθινή μορφή του, άλλαζε πάλι μέσα του και γύρω του μονομιάς, εξαϋλωνόταν πιο μαγικό από πάντα, τον τύλιγε στα κύματα μιας ανέκφραστης, σιωπηλής μουσικής, που άγγιζε οδυνηρά τις πιο μυστικές χορδές της ψυχής του, τα πιο ευαίσθητα σημεία της ύπαρξής του. Ξαναγινόταν αγόρι, άφθαρτο, αγνό, ονειροπαρμένο. Προχώρησε, κατακτημένος από τα πριν και χωρίς να το ξέρει, φοβισμένος για πρώτη φορά από την παρουσία της γυναίκας.</p>
   <empty-line/>
   <p>Εκείνη, σαν άκουσε το βήμα του (она, как только услышала его шаги), στράφηκε (повернулась; <emphasis>στρέφομαι</emphasis>) και τον κοίταξε με περιέργεια (и посмотрела на него с любопытством). Θα ήταν καμιά δεκαπενταριά χρόνια νεώτερη του (/она/ была на лет пятнадцать моложе его), δροσερή ακόμα (еще свежая), αν και λίγο κουρασμένη (хоть и немного усталая). Το βλέμμα της ήταν βαρύ (ее взгляд был тяжелым) από ανεκπλήρωτα όνειρα (из-за неосуществленных мечтаний) και άγνωστες λύπες (и неизвестных печалей), αλλά μαζί και παιχνιδιάρικο (но вместе с тем и игривым), ίσως εξαιτίας της ξαφνικής παρουσίας του (возможно, из-за его внезапного присутствия), που έμοιαζε (которое, казалось) ότι την παραξένευε και τη διασκέδαζε (удивляло и развлекало ее; <emphasis>παραξενεύω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Εκείνη, σαν άκουσε το βήμα του, στράφηκε και τον κοίταξε με περιέργεια. Θα ήταν καμιά δεκαπενταριά χρόνια νεώτερη του, δροσερή ακόμα, αν και λίγο κουρασμένη. Το βλέμμα της ήταν βαρύ από ανεκπλήρωτα όνειρα και άγνωστες λύπες, αλλά μαζί και παιχνιδιάρικο, ίσως εξαιτίας της ξαφνικής παρουσίας του, που έμοιαζε ότι την παραξένευε και τη διασκέδαζε.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Πέτρος Χαλκιάς την κοίταξε σιωπηλά (Петрос Халкиас молча посмотрел на нее), άβουλος και αδέξιος (нерешительный и неуклюжий) σαν παιδί (словно ребенок). Του φάνηκε (ему показалось) πως την ήξερε (что /он/ ее знал). Του φάνηκε (ему показалось) κι ανατρίχιασε για μια στιγμή (и на миг /он/ содрогнулся; <emphasis>ανατριχιάζω</emphasis>) πως ξαναέβλεπε (что /он/ вновь видел) μια γνώριμή του (одну свою знакомую) και πολύ αγαπημένη νεκρή (и очень любимую умершую).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Πέτρος Χαλκιάς την κοίταξε σιωπηλά, άβουλος και αδέξιος σαν παιδί. Του φάνηκε πως την ήξερε. Του φάνηκε (κι ανατρίχιασε για μια στιγμή) πως ξαναέβλεπε μια γνώριμή του και πολύ αγαπημένη νεκρή.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μα δεν ήταν (но /это/ не была) η κόρη της Αθήνας (ни афинская дева) ούτε η Ρωσίδα (ни русская) ούτε η Τουρκάλα του Ουσάκ (ни турчанка из Ушака), ούτε καμιά από όλες αυτές (ни одна из всех тех) που είχαν γεμίσει (что заполнили; <emphasis>γεμίζω</emphasis>) με το πολύμορφο και πολύγλωσσο πλήθος τους (своей многообразной и многоязычной толпой) τη ζωή του (его жизнь). Ήταν άλλη (/она/ была другой). Ήταν ίσως όλες αυτές μαζί (возможно, /она/ была всеми ими вместе /взятыми/) και κάτι αλλιώτικο συνάμα (и одновременно чем-то иным).</p>
   <p>— Νομίζω, μουρμούρισε (думаю, — пробормотал /он/; <emphasis>μουρμουρίζω</emphasis>), πως ειδωθήκαμε κάποτε (что /мы/ уже когда-то встречались; <emphasis>βλέπομαι</emphasis>)</p>
   <empty-line/>
   <p>Μα δεν ήταν η κόρη της Αθήνας ούτε η Ρωσίδα ούτε η Τουρκάλα του Ουσάκ, ούτε καμιά από όλες αυτές που είχαν γεμίσει με το πολύμορφο και πολύγλωσσο πλήθος τους τη ζωή του. Ήταν άλλη. Ήταν ίσως όλες αυτές μαζί και κάτι αλλιώτικο συνάμα.</p>
   <p>— Νομίζω, μουρμούρισε, πως ειδωθήκαμε κάποτε.</p>
   <empty-line/>
   <p>Δεν το πίστευε, ωστόσο (впрочем, /он/ не верил /в/ /то/), πως την είχε ξαναδεί (что уже ее встречал). Αυτήν τη φράση (эту фразу) την είχε χρησιμοποιήσει μερικές φορές (/он/ иногда использовал; <emphasis>χρησιμοποιώ</emphasis>) για να πιάσει γνωριμία (чтобы познакомиться: «схватывать знакомство»; <emphasis>πιάνω γνωριμία — знакомиться</emphasis>) με γυναίκες άγνωστες (с незнакомыми женщинами), που έμοιαζαν ότι εννοούσαν (которые, казалось, собирались: «подразумевали»; <emphasis>εννοώ</emphasis>) να κρατούν τα προσχήματα (соблюдать: «держать» условности). Τώρα που δεν εύρισκε (теперь, когда /он/ не находил) τι να πει (что сказать), η τυπική αυτή και κούφια φράση (эта стандартная и пустая фраза) ερχόταν αυθόρμητα να τον βοηθήσει (непроизвольно пришла ему на помощь: «чтобы ему помочь»).</p>
   <p>— Δε θυμούμαι (не припоминаю), αποκρίθηκε εκείνη (ответила она; <emphasis>αποκρίνομαι</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Δεν το πίστευε, ωστόσο, πως την είχε ξαναδεί. Αυτήν τη φράση την είχε χρησιμοποιήσει μερικές φορές για να πιάσει γνωριμία με γυναίκες άγνωστες, που έμοιαζαν ότι εννοούσαν να κρατούν τα προσχήματα. Τώρα που δεν εύρισκε τι να πει, η τυπική αυτή και κούφια φράση ερχόταν αυθόρμητα να τον βοηθήσει.</p>
   <p>— Δε θυμούμαι, αποκρίθηκε εκείνη.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μα το ύφος της (но ее вид) δεν τον έδιωχνε (не прогонял его; <emphasis>διώχνω</emphasis>), χωρίς να του υπόσχεται και τίποτα (ничего при этом не обещая). Το ύφος της (ее вид) του έδινε την άδεια (давал ему разрешение = своим видом /она/ разрешала ему) να μένει κοντά της (остаться рядом с ней) αν δεν βαριόταν (если ему не было скучно; <emphasis>βαριέμαι</emphasis>), αν δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει (и если ему нечего было больше: «лучше» делать). Έμεινε (/он/ остался) και σιγά-σιγά βρήκαν θέματα συνομιλίας (и постепенно /они/ нашли темы для разговора).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μα το ύφος της δεν τον έδιωχνε, χωρίς να του υπόσχεται και τίποτα. Το ύφος της του έδινε την άδεια να μένει κοντά της αν δεν βαριόταν, αν δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει. Έμεινε και σιγά-σιγά βρήκαν θέματα συνομιλίας.</p>
   <empty-line/>
   <p>Περπάτησαν λίγη ώρα μαζί (некоторое время /они/ шли вместе; <emphasis>περπατώ</emphasis>), στην όχθη (по берегу), κουβεντιάζοντας σιγανά (негромко разговаривая) για πράγματα αδιάφορα (об отвлеченных: «безразличных» вещах). Κατόπι εκείνη άρχισε να μιλά (потом она стала рассказывать) για την παιδική της ηλικία (о своем детстве: «детском возрасте»). Είχε γεννηθεί εκεί κοντά (/она/ родилась там неподалеку; <emphasis>γεννιέμαι</emphasis>), στην μικρή πόλη (в маленьком городе) που απείχε μισή ώρα με το τρένο (который находился в получасе /езды/ на поезде; <emphasis>απέχω — отстоять; находится на расстоянии</emphasis>), κ’ οι γονείς της την έφερναν τακτικά στη λίμνη (и ее родители регулярно привозили ее на озеро) κάθε καλοκαίρι (каждое лето). Από πολύ μικρή (с малых лет) είχε αγαπήσει αυτό το τοπίο (/она/ полюбила этот пейзаж) και της άρεζε (и ей нравилось) να πλανιέται μόνη στις όχθες (бродить по берегам в одиночестве: «одной»; <emphasis>πλανιέμαι</emphasis>) και να τραγουδά (и петь). Η ηχώ της λίμνης (озерное эхо) αποκρινόταν στο τραγούδι της (отвечало на ее пение; <emphasis>αποκρίνομαι</emphasis>) και της φαινόταν τότε (и тогда ей казалось) πως δεν ήταν μόνη (что /она/ была не одна), πως κάποιος καταλάβαινε την αγάπη της (что кто-то понимал ее любовь).</p>
   <empty-line/>
   <p>Περπάτησαν λίγη ώρα μαζί, στην όχθη, κουβεντιάζοντας σιγανά για πράγματα αδιάφορα. Κατόπι εκείνη άρχισε να μιλά για την παιδική της ηλικία. Είχε γεννηθεί εκεί κοντά, στην μικρή πόλη που απείχε μισή ώρα με το τρένο, κ’ οι γονείς της την έφερναν τακτικά στη λίμνη κάθε καλοκαίρι. Από πολύ μικρή είχε αγαπήσει αυτό το τοπίο και της άρεζε να πλανιέται μόνη στις όχθες και να τραγουδά. Η ηχώ της λίμνης αποκρινόταν στο τραγούδι της και της φαινόταν τότε πως δεν ήταν μόνη, πως κάποιος καταλάβαινε την αγάπη της.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μα κάποτε (но иногда), τα βράδια ιδίως (особенно, по вечерам), και μάλιστα όταν είχε ομίχλη (и, конечно, когда был туман), η φωνή της λίμνης (голос озера) ηχούσε τόσο παράξενα (звучал так странно; <emphasis>ηχώ</emphasis>), τόσο αλλιώτικη (так непохоже) από τη φωνή των ανθρώπων (на человеческий голос), που την έπιανε φόβος (что ее охватывал страх; <emphasis>πιάνω</emphasis>) κ’ έφευγε τρέχοντας (и /она/ быстро убегала: «убегала, бежа»; <emphasis>φεύγω; τρέχω</emphasis>) προς τις κατοικίες (к домам). Τη νύχτα (ночью) έβλεπε στον ύπνο της (/она/ видела во сне) μια πράσινη μάγισσα (зеленую колдунью), ωραιότατη και κακιά (очень красивую и злую), που την κοίταζε παράξενα (которая странно смотрела на нее) μες από την ομίχλη (из тумана), σα να την προσκαλούσε (словно бы звала ее: «приглашала»; <emphasis>προσκαλώ</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μα κάποτε, τα βράδια ιδίως, και μάλιστα όταν είχε ομίχλη, η φωνή της λίμνης ηχούσε τόσο παράξενα, τόσο αλλιώτικη από τη φωνή των ανθρώπων, που την έπιανε φόβος κ’ έφευγε τρέχοντας προς τις κατοικίες. Τη νύχτα έβλεπε στον ύπνο της μια πράσινη μάγισσα, ωραιότατη και κακιά, που την κοίταζε παράξενα μες από την ομίχλη, σα να την προσκαλούσε.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ύστερα παντρεύτηκε (потом /она/ вышла замуж; <emphasis>παντρεύομαι</emphasis>) και δεν είχε πια όρεξη για να τραγουδήσει (и у нее больше не было желания: «аппетита» петь). Ούτε ξαναείδε την πράσινη μάγισσα (да и зеленой колдуньи /она/ больше не видела). Μα της άρεζε πάντα (но ей всегда нравилось) να πλανιέται κοντά στη λίμνη (бродить рядом с озером) και να συλλογίζεται τα παιδικά της χρόνια (и думать о детских годах; <emphasis>συλλογίζομαι</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ύστερα παντρεύτηκε και δεν είχε πια όρεξη για να τραγουδήσει. Ούτε ξαναείδε την πράσινη μάγισσα. Μα της άρεζε πάντα να πλανιέται κοντά στη λίμνη και να συλλογίζεται τα παιδικά της χρόνια.</p>
   <empty-line/>
   <p>Περπατώντας έφτασαν σε μια γέφυρα (гуляя, /они/ дошли до моста; <emphasis>περπατώ</emphasis>), σ’ ένα μικρό στόμιο της λίμνης (у маленького устья озера), όπου άρχιζε ένα στενό και βαθύ ποτάμι (откуда начиналась узкая и глубокая река). Ακούμπησαν στο κιγκλίδωμα (/они/ облокотились на перила; <emphasis>ακουμπώ</emphasis>). Ο Πέτρος Χαλκιάς πρόσφερε μηχανικά ένα τσιγάρο (Петрос Халкиас механически предложил сигарету; <emphasis>προσφέρω</emphasis>) στην άγνωστη (незнакомке).</p>
   <empty-line/>
   <p>Περπατώντας έφτασαν σε μια γέφυρα, σ’ ένα μικρό στόμιο της λίμνης, όπου άρχιζε ένα στενό και βαθύ ποτάμι. Ακούμπησαν στο κιγκλίδωμα. Ο Πέτρος Χαλκιάς πρόσφερε μηχανικά ένα τσιγάρο στην άγνωστη.</p>
   <empty-line/>
   <p>Η αυτόματη αυτή κίνηση του (это механическое движение) ήταν συνήθως πολύ συνειδητή (обычно было совершенно осознанным), γιατί είχε μάθει (потому что /он/ научился) — κι ο ίδιος δε θα μπορούσε να εξηγήσει πως (/он/ и сам не мог объяснить как; <emphasis>εξηγώ</emphasis>) — να μαντεύει (угадывать) αν μια γυναίκα παραδινόταν (отдастся ли ему женщина; <emphasis>παραδίνομαι</emphasis>) εύκολα ή δύσκολα (легко или тяжело), θερμά ή ψυχρά (горячо или равнодушно: «холодно»), από τον τρόπο που δεχόταν (по тому, как: «по способу, которым» /она/ принимала; <emphasis>δέχομαι</emphasis>) την προσφορά του πρώτου τσιγάρου (предложенную первую сигарету: «предложение первой сигареты»). Ήταν ένα από τα μυστικά (это было одним из секретов) της ερωτικής τακτικής του (его любовной тактики).</p>
   <empty-line/>
   <p>Η αυτόματη αυτή κίνηση του ήταν συνήθως πολύ συνειδητή, γιατί είχε μάθει — κι ο ίδιος δε θα μπορούσε να εξηγήσει πως — να μαντεύει αν μια γυναίκα παραδινόταν εύκολα ή δύσκολα, θερμά ή ψυχρά, από τον τρόπο που δεχόταν την προσφορά του πρώτου τσιγάρου. Ήταν ένα από τα μυστικά της ερωτικής τακτικής του.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μα εκεί, εμπρός στη λίμνη (но там, перед озером), η τακτική του είχε ατονήσει ολότελα (его тактика потеряла силу; <emphasis>ατονώ</emphasis>) και δεν συλλογιζόταν πια τίποτα από όλα αυτά (и /он/ более ни о чем из всего этого не думал; <emphasis>συλλογίζομαι</emphasis>). Το πνεύμα του είχε χαθεί (его душа затерялась; <emphasis>χάνομαι</emphasis>) σε πράσινα οράματα (в зеленых видениях), εξωτικά και συγκεχυμένα (экзотических и запутанных).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μα εκεί, εμπρός στη λίμνη, η τακτική του είχε ατονήσει ολότελα και δεν συλλογιζόταν πια τίποτα από όλα αυτά. Το πνεύμα του είχε χαθεί σε πράσινα οράματα, εξωτικά και συγκεχυμένα.</p>
   <empty-line/>
   <p>Εκείνη κάπνισε αφαιρεμένη (/она/ рассеянно курила; <emphasis>καπνίζω</emphasis>).</p>
   <p>— Δεν ξέρω (я не знаю), είπε (сказала /она/), γιατί σας μιλώ τόσο πολύ για τον εαυτό μου (почему /я/ вам так много о себе рассказываю).</p>
   <p>— Κ’ εγώ αγαπώ αυτήν τη λίμνη (и я люблю это озеро), αποκρίθηκε ο Πέτρος Χαλκιάς (ответил Петрос Халкиас; <emphasis>αποκρίνομαι</emphasis>).</p>
   <p>— Έχετε ξανάρθει (/вы/ уже приезжали /сюда/?; <emphasis>ξαναέρχομαι — приезжать вновь; ξανά — вновь; опять</emphasis>);</p>
   <p>— Ναι, πριν από πολλά χρόνια (да, много лет назад). Υποθέτω προτού γεννηθείτε (полагаю, до того, как /вы/ родились; <emphasis>γεννιέμαι</emphasis>). Ήμουν παιδί (/я/ был ребенком)…</p>
   <empty-line/>
   <p>Εκείνη κάπνισε αφαιρεμένη.</p>
   <p>— Δεν ξέρω, είπε, γιατί σας μιλώ τόσο πολύ για τον εαυτό μου.</p>
   <p>— Κ’ εγώ αγαπώ αυτήν τη λίμνη, αποκρίθηκε ο Πέτρος Χαλκιάς.</p>
   <p>— Έχετε ξανάρθει;</p>
   <p>— Ναι, πριν από πολλά χρόνια. Υποθέτω προτού γεννηθείτε. Ήμουν παιδί…</p>
   <empty-line/>
   <p>Στράφηκε και τον κοίταξε κατάματα (/она/ повернулась и посмотрела ему в глаза; <emphasis>στρέφομαι</emphasis>), βαθιά, μερικές στιγμές (глубоко, несколько секунд), σα να παρατηρούσε ξαφνικά στο ύφος του κάτι (словно бы внезапно увидела в его внешности что-то; <emphasis>παρατηρώ</emphasis>) που δεν το είχε προσέξει ως τότε (чего не замечала до этого; <emphasis>προσέχω</emphasis>).</p>
   <p>— Θα ξανάρθετε (/вы/ еще приедете); ρώτησε (спросила /она/).</p>
   <p>— Ίσως (возможно), είπε εκείνος (сказал он).</p>
   <empty-line/>
   <p>Στράφηκε και τον κοίταξε κατάματα, βαθιά, μερικές στιγμές, σα να παρατηρούσε ξαφνικά στο ύφος του κάτι που δεν το είχε προσέξει ως τότε.</p>
   <p>— Θα ξανάρθετε; ρώτησε.</p>
   <p>— Ίσως, είπε εκείνος.</p>
   <empty-line/>
   <p>Η νέα γυναίκα πέταξε το τσιγάρο της μες στη λίμνη (молодая женщина выбросила сигарету в озеро; <emphasis>πετώ</emphasis>) με μια αποφασιστική κίνηση (решительным движением).</p>
   <p>— Είναι καιρός να γυρίσουμε (пришло время возвращаться: «чтобы мы возвратились»), είπε (сказала она).</p>
   <empty-line/>
   <p>Η νέα γυναίκα πέταξε το τσιγάρο της μες στη λίμνη με μια αποφασιστική κίνηση.</p>
   <p>— Είναι καιρός να γυρίσουμε, είπε.</p>
   <empty-line/>
   <p>Δεν ξαναμίλησαν κάμποση ώρα (/они/ довольно долго: «долгий час» не разговаривали), αφαιρεμένοι κ’ οι δύο (оба погруженные в себя) ενώ κοίταζαν, καθώς περπατούσαν (в то время как смотрели, пока шли; <emphasis>περπατώ</emphasis>), τη λίμνη που βυθιζόταν ανεπαίσθητα (на озеро, которое погружалось незаметно; <emphasis>βυθίζομαι</emphasis>) στις σκιές του βραδιού (в вечерние тени = в вечерний полумрак). Όταν πλησίασαν στο ξενοδοχείο του (когда /они/ приблизились к его гостинице; <emphasis>πλησιάζω</emphasis>), ξαφνικά της πήρε το χέρι (/он/ внезапно взял ее за руку) και το έσφιξε με δύναμη (и сжал ее с силой; <emphasis>σφίγγω</emphasis>). Η γειτονιά των κλειστών δωματίων (близость: «соседство» закрытых комнат) τον έβγαζε απότομα από τους ρεμβασμούς του (вывело его резко из размышлений) και ξυπνούσε επιτέλους τον ερωτισμό του (и пробудило наконец его любовное желание; <emphasis>ξυπνώ</emphasis>). Ήθελε να περάσει τη νύχτα μαζί της (/он/ хотел провести ночь вместе с ней) και της το είπε αμέσως (и тотчас ей это сказал).</p>
   <empty-line/>
   <p>Δεν ξαναμίλησαν κάμποση ώρα, αφαιρεμένοι κ’ οι δύο ενώ κοίταζαν, καθώς περπατούσαν, τη λίμνη που βυθιζόταν ανεπαίσθητα στις σκιές του βραδιού. Όταν πλησίασαν στο ξενοδοχείο του, ξαφνικά της πήρε το χέρι και το έσφιξε με δύναμη. Η γειτονιά των κλειστών δωματίων τον έβγαζε απότομα από τους ρεμβασμούς του και ξυπνούσε επιτέλους τον ερωτισμό του. Ήθελε να περάσει τη νύχτα μαζί της και της το είπε αμέσως.</p>
   <empty-line/>
   <p>Τον κοίταξε κατάπληκτη (/она/ посмотрела на него удивленная), κόκκινη μονομιάς (сразу же покрасневшая), σαν έτοιμη να κλάψει (словно готовая заплакать; <emphasis>κλαίω</emphasis>).</p>
   <p>— Αφήστε με (отпустите меня; <emphasis>αφήνω</emphasis>), είπε σιγά (сказала /она/ тихо).</p>
   <p>Δεν την άφηνε (/он/ ее не отпускал).</p>
   <p>— Αφήστε με (отпустите меня), πρόσταξε (приказала /она/; <emphasis>προστάζω</emphasis>).</p>
   <p>Ελευθέρωσε το χέρι της (/она/ освободила руку; <emphasis>ελευθερώνω</emphasis>) κ’ έφυγε γοργά (и быстро убежала) χωρίς να ξαναγυρίσει προς αυτόν (не оборачиваясь к нему = не оглядываясь).</p>
   <empty-line/>
   <p>Τον κοίταξε κατάπληκτη, κόκκινη μονομιάς, σαν έτοιμη να κλάψει.</p>
   <p>— Αφήστε με, είπε σιγά.</p>
   <p>Δεν την άφηνε.</p>
   <p>— Αφήστε με, πρόσταξε.</p>
   <p>Ελευθέρωσε το χέρι της κ’ έφυγε γοργά χωρίς να ξαναγυρίσει προς αυτόν.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Πέτρος Χαλκιάς στάθηκε μια στιγμή αναποφάσιστος (Петрос Халкиас остановился на миг в нерешительности: «нерешительный»), μην ξέροντας (не зная) αν θα την ακολουθούσε ή όχι (следовать за ней или нет; <emphasis>ακολουθώ</emphasis>). Το τρένο του έφευγε σε λίγο (его поезд вскоре уезжал). Οι βαλίτσες του ήταν ήδη τοποθετημένες (его чемоданы уже были погружены: «помещены»; <emphasis>τοποθετώ</emphasis>) στο λεωφορείο του ξενοδοχείου (в гостиничный автобус), που ετοιμαζόταν να ξεκινήσει για το σταθμό (который готовился отправится на вокзал; <emphasis>ξεκινώ</emphasis>). Οι βαλίτσες τον παρέσυραν (чемоданы увлекли его за собой; <emphasis>παρασέρνω</emphasis>). Πλήρωσε βιαστικά το λογαριασμό του (/он/ поспешно заплатил по счету; <emphasis>πληρώνω</emphasis>) και πήδηξε στο λεωφορείο (и запрыгнул в автобус; <emphasis>πηδώ</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Πέτρος Χαλκιάς στάθηκε μια στιγμή αναποφάσιστος, μην ξέροντας αν θα την ακολουθούσε ή όχι. Το τρένο του έφευγε σε λίγο. Οι βαλίτσες του ήταν ήδη τοποθετημένες στο λεωφορείο του ξενοδοχείου, που ετοιμαζόταν να ξεκινήσει για το σταθμό. Οι βαλίτσες τον παρέσυραν. Πλήρωσε βιαστικά το λογαριασμό του και πήδηξε στο λεωφορείο.</p>
   <empty-line/>
   <p>Έμεινε στην Αθήνα ως ένα μήνα (/он/ прожил в Афинах около месяца). Κατόπι ταξίδεψε πολύ στην Ευρώπη για δουλειές (затем много путешествовал по Европе по работе; <emphasis>ταξιδεύω</emphasis>), σταθμεύοντας ελάχιστα στο Παρίσι (останавливаясь ненадолго в Париже; <emphasis>σταθμεύω</emphasis>). Οκτώ μήνες μετά την επίσκεψη στη λίμνη (восемь месяцев спустя после посещения озера), βρισκόταν στη Νέα Υόρκη (/он/ находился в Нью-Йорке; <emphasis>βρίσκομαι</emphasis>), βυθισμένος σε διαπραγματεύσεις (погруженный в переговоры; <emphasis>βυθίζομαι</emphasis>) μ’ έναν όμιλο Αμερικανών τραπεζιτών (с группой американских банкиров; <emphasis>о όμιλος — общество; товарищество; группа предприятий</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Έμεινε στην Αθήνα ως ένα μήνα. Κατόπι ταξίδεψε πολύ στην Ευρώπη για δουλειές, σταθμεύοντας ελάχιστα στο Παρίσι. Οκτώ μήνες μετά την επίσκεψη στη λίμνη, βρισκόταν στη Νέα Υόρκη, βυθισμένος σε διαπραγματεύσεις μ’ έναν όμιλο Αμερικανών τραπεζιτών.</p>
   <empty-line/>
   <p>Όλο αυτό το διάστημα (все это время) η ανάμνηση της λίμνης (воспоминание об озере) τον είχε επισκεφτεί συχνά (часто его посещало; <emphasis>επισκέπτομαι</emphasis>), ανακατωμένη τώρα (смешанное теперь) με την ανάμνηση μιας γυναικείας μορφής (с воспоминанием о женском образе), μισοειδωμένης (наполовину различенном: «увиденным»; <emphasis>ιδωμένος — увиденный; μισός — половинный; μισοειδωμένος — наполовину различенный, увиденный</emphasis>), που δε θυμόταν καλά-καλά τα χαρακτηριστικά της (черты которого /он/ едва помнил: «хорошо не помнил»), μα που δέσποζε, ωστόσο (но который, однако, господствовал), στη μνήμη του (в его памяти), σαν ένα παραμυθένιο όραμα (словно сказочное видение), γεννημένο από την ανατριχίλα των δασών (рожденное из дрожи лесов) και την άχνη του νερού (и водной дымки).</p>
   <empty-line/>
   <p>Όλο αυτό το διάστημα ή ανάμνηση της λίμνης τον είχε επισκεφτεί συχνά, ανακατωμένη τώρα με την ανάμνηση μιας γυναικείας μορφής, μισοειδωμένης, που δε θυμόταν καλά-καλά τα χαρακτηριστικά της, μα που δέσποζε, ωστόσο, στη μνήμη του, σαν ένα παραμυθένιο όραμα, γεννημένο από την ανατριχίλα των δασών και την άχνη του νερού.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μια νύχτα, στον ύπνο του (однажды ночью, во сне), είχε δει πολύ καθαρά την πράσινη μάγισσα (/он/ очень четко увидел зеленую волшебницу) μες στην ομίχλη (в тумане), την είχε ακούσει να τραγουδά (услышал, как /она/ поет) κ’ είχε αναγνωρίσει το βλέμμα της (и узнал ее взгляд; <emphasis>αναγνωρίζω</emphasis>) και τη φωνή της (и ее голос). Ήταν αυτή (/это/ была она) και τον καλούσε (и /она/ его звала; <emphasis>καλώ</emphasis>), ήταν το στοιχείο της λίμνης (/это/ был призрак озера; <emphasis>το στοιχείο — элемент; призрак</emphasis>). Τη νύχτα εκείνη αποφάσισε (в ту ночь /он/ решил; <emphasis>αποφασίζω</emphasis>) να ξαναπάει εκεί (поехать туда вновь), μα την επόμενη (но на следующий /день/) γέλασε με τον εαυτό του (/он/ посмеялся над самим собой; <emphasis>γελάω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μια νύχτα, στον ύπνο του, είχε δει πολύ καθαρά την πράσινη μάγισσα μες στην ομίχλη, την είχε ακούσει να τραγουδά κ’ είχε αναγνωρίσει το βλέμμα της και τη φωνή της. Ήταν αυτή και τον καλούσε, ήταν το στοιχείο της λίμνης. Τη νύχτα εκείνη αποφάσισε να ξαναπάει εκεί, μα την επόμενη γέλασε με τον εαυτό του.</p>
   <empty-line/>
   <p>Το κάτω-κάτω (в конце концов), η γυναίκα της λίμνης (женщина с озера) δεν ήταν παρά μια αρκετά συνηθισμένη γυναίκα (была не более чем довольно обычная женщина), απ’ αυτές που συναντά κανείς (из тех, которых можно встретить: «кто-нибудь встречает»), σε μεγάλο αριθμό (в большом количестве), το καλοκαίρι, στα ξενοδοχεία όλων των χωρών (летом, в гостиницах всех стран), και μάλιστα λιγότερο όμορφη (и, к тому же, менее красивая) και λιγότερο διαλεχτή (и менее изысканная) από κάμποσες (чем довольно многие /женщины/) που είχε αποκτήσει ως τότε (которыми он до этого обладал). Και τι τόπο (и какое место) μπορούσε να πιάσει τώρα πια στη ζωή του (могла теперь занять в его жизни) μια γυναίκα (какая-нибудь женщина); Και γιατί αυτή και όχι άλλη (и почему она, а не другая); Και τι σημασία είχε γι’ αυτόν (и какое для него значение имело) μια γυναίκα περισσότερη ή λιγότερη (женщиной больше или меньше);</p>
   <empty-line/>
   <p>Το κάτω-κάτω, η γυναίκα της λίμνης δεν ήταν παρά μια αρκετά συνηθισμένη γυναίκα, απ’ αυτές που συναντά κανείς, σε μεγάλο αριθμό, το καλοκαίρι, στα ξενοδοχεία όλων των χωρών, και μάλιστα λιγότερο όμορφη και λιγότερο διαλεχτή από κάμποσες που είχε αποκτήσει ως τότε. Και τι τόπο μπορούσε να πιάσει τώρα πια στη ζωή του μια γυναίκα; Και γιατί αυτή και όχι άλλη; Και τι σημασία είχε γι’ αυτόν μια γυναίκα περισσότερη ή λιγότερη;</p>
   <empty-line/>
   <p>Τη μέρα έπειθε εύκολα τον εαυτό του (днем он легко убеждал себя; <emphasis>πείθω</emphasis>) πως αυτή η ιστορία δεν είχε κανένα νόημα (что эта история не имела никакого смысла), μα τις νύχτες συχνά (но по ночам, часто) η ανάμνησή της του γινόταν ασφυκτική (воспоминание о ней становилось удушающим).</p>
   <empty-line/>
   <p>Τη μέρα έπειθε εύκολα τον εαυτό του πως αυτή η ιστορία δεν είχε κανένα νόημα, μα τις νύχτες συχνά η ανάμνησή της του γινόταν ασφυκτική.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ένα βράδυ (однажды вечером), γυρνώντας στο ξενοδοχείο του της Νέας Υόρκης (возвратившись в свою гостиницу в Нью-Йорке), βρήκε μες στην αλληλογραφία του (/он/ нашел в своей корреспонденции; <emphasis>βρίσκω</emphasis>), ένα γράμμα με αυστριακό γραμματόσημο (письмо с австрийской маркой), φορτωμένο σφραγίδες αρκετών χωρών (обремененное штампами многих стран). Ενώ το άνοιγε (пока /он/ его открывал), είδε πως τα χέρια του έτρεμαν (/он/ увидел, что его руки дрожат; <emphasis>τρέμω</emphasis>). Προσπάθησε να το διαβάσει (/он/ попытался его прочитать; <emphasis>προσπαθώ</emphasis>), μα δεν μπορούσε (но не мог). Τα γράμματα χόρευαν συγκεχυμένα (буквы беспорядочно танцевали; <emphasis>συγκεχυμένος — спутанный, смешанный</emphasis>). Η εικόνα της λίμνης τον έζωνε (образ озера захватывал: «окружал» его; <emphasis>η ζώνη — пояс; ζώνω — окружать; опоясывать</emphasis>), τον τύλιγε (опутывал: «заворачивал» его; <emphasis>τυλίγω — свертывать; заворачивать</emphasis>), σφιχτά (крепко), τυραννικά (мучительно). Τα κυπαρίσσια κουνιόνταν (кипарисы качались; <emphasis>κουνιέμαι</emphasis>) βίαια και άρρυθμα (яростно и вразнобой: «неритмично»), σα δαρμένα από τη θύελλα (словно бы терзаемые ураганом; <emphasis>δέρνω —бить, драть; терзать</emphasis>), μες σε μια βαριά (в густом: «тяжелом»), τρικυμισμένη ομίχλη (бушующем тумане).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ένα βράδυ, γυρνώντας στο ξενοδοχείο του της Νέας Υόρκης, βρήκε μες στην αλληλογραφία του, ένα γράμμα με αυστριακό γραμματόσημο, φορτωμένο σφραγίδες αρκετών χωρών. Ενώ το άνοιγε, είδε πως τα χέρια του έτρεμαν. Προσπάθησε να το διαβάσει, μα δεν μπορούσε. Τα γράμματα χόρευαν συγκεχυμένα. Η εικόνα της λίμνης τον έζωνε, τον τύλιγε, σφιχτά, τυραννικά. Τα κυπαρίσσια κουνιόνταν βίαια και άρρυθμα, σα δαρμένα από τη θύελλα, μες σε μια βαριά, τρικυμισμένη ομίχλη.</p>
   <empty-line/>
   <p>Το γράμμα ήταν πράγματι δικό της (письмо в самом деле было от нее) και περιείχε το όνομά της και τη διεύθυνσή της (на нам стояли: «/оно/ содержало» ее имя и адрес; <emphasis>περιέχω</emphasis>). Λεγόταν Μάγδα Ρέινχολντ (/ее/ звали Магда Рейнхольд) και καθόταν στη μικρή πόλη κοντά στη λίμνη (и проживала /она/ в маленьком городе рядом с озером). Είχε ζητήσει το όνομά του από το ξενοδοχείο (/она/ попросила его имя в гостинице) όπου είχε σταθεί εκείνο το απόγευμα (где /он/ остановился в тот полдень) και του έγραφε στην Αθήνα (и писала ему в Афины), στην πόλη που είχε ορίσει στο δελτίο της αστυνομίας (в город, который /он/ указал в полицейском листке; <emphasis>ορίζω</emphasis>) ως πόλη του προορισμού του (как город своего назначения).</p>
   <empty-line/>
   <p>Το γράμμα ήταν πράγματι δικό της και περιείχε το όνομά της και τη διεύθυνσή της. Λεγόταν Μάγδα Ρέινχολντ και καθόταν στη μικρή πόλη κοντά στη λίμνη. Είχε ζητήσει το όνομά του από το ξενοδοχείο όπου είχε σταθεί εκείνο το απόγευμα και του έγραφε στην Αθήνα, στην πόλη που είχε ορίσει στο δελτίο της αστυνομίας ως πόλη του προορισμού του.</p>
   <empty-line/>
   <p>Το γράμμα της, φαίνεται (ее письмо, кажется), περιπλανήθηκε αρκετά (довольно /долго/ скиталось; <emphasis>περιπλανιέμαι</emphasis>) σε ταχυδρομικά γραφεία και σε ξενοδοχεία (по почтовым отделениям и гостиницам) ως ότου βρήκε τα ίχνη του (пока не нашло его следы; <emphasis>το ίχνος</emphasis>) και τον ακολούθησε από μακριά (и последовало за ним издалека), στις μετακινήσεις του (в его поездках: «передвижениях») σαν ένα πιστό ζώο (словно верный зверь). Τον πρόφταινε τέλος στην Αμερική (наконец, /оно/ догнало его в Америке; <emphasis>προφταίνω</emphasis>) με καθυστέρηση μερικών μηνών (с опозданием в несколько месяцев).</p>
   <empty-line/>
   <p>Το γράμμα της, φαίνεται, περιπλανήθηκε αρκετά σε ταχυδρομικά γραφεία και σε ξενοδοχεία ως ότου βρήκε τα ίχνη του και τον ακολούθησε από μακριά, στις μετακινήσεις του σαν ένα πιστό ζώο. Τον πρόφταινε τέλος στην Αμερική με καθυστέρηση μερικών μηνών.</p>
   <empty-line/>
   <p>Το γράμμα αυτό ήταν σκοτεινό (это письмо было мрачным), ανήσυχο (беспокойным), άρρωστο (болезненным), σα να είχε γραφτεί σε μια στιγμή ασυνειδησίας (словно бы было написано в момент бессознательности). Του έλεγε, μες σ’ ένα ξεχείλισμα απελπισίας (/она/ говорила ему в порыве отчаяния), πως ήταν φρικτά δυστυχισμένη (что была ужасно несчастна), πως η ζωή της ήταν ξερή και άγονη (что жизнь ее была суха и бесплодна) σα μια έρημος (словно пустыня), πως τίποτα δεν την έδενε με τον κόσμο (что ничего не связывало ее с миром; <emphasis>δένω</emphasis>), πως ευχόταν να πεθάνει (что она желала умереть; <emphasis>εύχομαι</emphasis>). Του έλεγε για τη λίμνη (/она/ говорила ему об озере) και για την πράσινη μάγισσα της ομίχλης (и о зеленой колдунье в тумане).</p>
   <empty-line/>
   <p>Το γράμμα αυτό ήταν σκοτεινό, ανήσυχο, άρρωστο, σα να είχε γραφτεί σε μια στιγμή ασυνειδησίας. Του έλεγε, μες σ’ ένα ξεχείλισμα απελπισίας, πως ήταν φρικτά δυστυχισμένη, πως η ζωή της ήταν ξερή και άγονη σα μια έρημος, πως τίποτα δεν την έδενε με τον κόσμο, πως ευχόταν να πεθάνει. Του έλεγε για τη λίμνη και για την πράσινη μάγισσα της ομίχλης.</p>
   <empty-line/>
   <p>Του έλεγε πως από τα παιδικά της χρόνια (/она/ рассказывала ему, что с детских лет), ενώ γυρνούσε μοναχή στις όχθες της λίμνης (пока /она/ бродила в одиночестве: «одинокая» на берегах озера) τραγουδώντας ή ονειροπολώντας (распевая или мечтая; <emphasis>τραγουδώ; ονειροπολώ</emphasis>), είχε πάντα το αίσθημα (у нее всегда было чувство) πως περίμενε κάποιον (что /она/ кого-то ждет), πως κάποιος έμελλε να έρθει εκεί αναπόφευκτα (что кто-то неизбежно должен туда прийти), κάποιος άγνωστος (какой-то незнакомец) που τη γύρευε χωρίς να την ξέρει (который ищет ее, не зная ее), όπως και αυτή (как и она), θα ερχόταν, μαγνητισμένος κι αυτός (пришел бы, также привлеченный) από τη γοητεία της λίμνης (чарами озера), και θα την έσωζε από τη φρίκη της μοναξιάς (и спас бы ее от ужаса одиночества; <emphasis>σώζω</emphasis>). Τον πρόσμενε ολόκληρα χρόνια (/она/ ждала его годами; <emphasis>προσμένω</emphasis>), τον καλούσε μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής της (/она/ звала его всеми силами души; <emphasis>καλώ</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Του έλεγε πως από τα παιδικά της χρόνια, ενώ γυρνούσε μοναχή στις όχθες της λίμνης τραγουδώντας ή ονειροπολώντας, είχε πάντα το αίσθημα πως περίμενε κάποιον, πως κάποιος έμελλε να έρθει εκεί αναπόφευκτα, κάποιος άγνωστος που τη γύρευε χωρίς να την ξέρει, όπως και αυτή, θα ερχόταν, μαγνητισμένος κι αυτός από τη γοητεία της λίμνης, και θα την έσωζε από τη φρίκη της μοναξιάς. Τον πρόσμενε ολόκληρα χρόνια, τον καλούσε μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής της.</p>
   <empty-line/>
   <p>Και μια μέρα ο άγνωστος ήρθε (и однажды незнакомец пришел), στάθηκε μια στιγμή κοντά της (остановился на миг рядом), της έσφιξε το χέρι (сжал ей руку) κ’ έφυγε για να μην ξανάρθει ποτέ (и уехал, чтобы никогда больше не вернуться). Η μεγάλη στιγμή της ζωής της είχε περάσει (великий момент в ее жизни прошел), άγονη κι αυτή σαν όλες τις άλλες (бесплодный, как и все остальные). Όταν χωρίστηκαν (когда /они/ расстались; <emphasis>χωρίζομαι</emphasis>), το βράδυ της συνάντησής τους (вечером в день их свидания), το ένιωσε τόσο έντονα (она настолько сильно это почувствовала), τόσο αληθινά (настолько реально), πως ήταν αυτός (что это был он), πως δεν μπορούσε να είναι άλλος κανείς (что это не мог быть никто другой), ώστε εγκαταλείποντας κάθε είδος αξιοπρέπειας (что, оставив всякого рода приличия: «всякого рода достоинство»; <emphasis>εγκαταλείπω</emphasis>), έτρεξε πίσω στο ξενοδοχείο του (бросилась: «побежала» обратно в его гостиницу; <emphasis>τρέχω</emphasis>) να τον ξαναβρεί (чтобы вновь его увидеть).</p>
   <empty-line/>
   <p>Και μια μέρα ο άγνωστος ήρθε, στάθηκε μια στιγμή κοντά της, της έσφιξε το χέρι κ’ έφυγε για να μην ξανάρθει ποτέ. Η μεγάλη στιγμή της ζωής της είχε περάσει, άγονη κι αυτή σαν όλες τις άλλες. Όταν χωρίστηκαν, το βράδυ της συνάντησής τους, το ένιωσε τόσο έντονα, τόσο αληθινά, πως ήταν αυτός, πως δεν μπορούσε να είναι άλλος κανείς, ώστε εγκαταλείποντας κάθε είδος αξιοπρέπειας, έτρεξε πίσω στο ξενοδοχείο του να τον ξαναβρεί.</p>
   <empty-line/>
   <p>Μα είχε ήδη φύγει (но /он/ уже уехал; <emphasis>φεύγω</emphasis>). Και ίσως καλύτερα (может и лучше), χίλιες φορές καλύτερα (тысячу раз лучше) που είχε φύγει (что /он/ уехал), γιατί δε θα την καταλάβαινε ποτέ (потому что /он/ бы никогда ее не понял). Δε θα είχε ποτέ το κουράγιο (у нее никогда бы не было смелости) να του τα πει όλα αυτά πρόσωπο με πρόσωπο (сказать ему все это лицом к лицу). Κι αν του τα έλεγε (и если бы /она/ ему об этом сказала), πως ήταν δυνατό (разве было возможно) να πιστέψει αυτός ένα τέτοιο παραμύθι (чтобы /он/ поверил в такую сказку; <emphasis>πιστεύω</emphasis>); Θα την έπαιρνε (/он/ овладел бы ею), όπως παίρνει ένας ταξιδιώτης μια ξένη γυναίκα σ’ ένα ξενοδοχείο (как овладевает путешественник незнакомой женщиной в гостинице), και θα την ξεχνούσε (и забыл бы ее; <emphasis>ξεχνώ</emphasis>) μόλις ξεκινούσε το τρένο του (как только его поезд отправился бы /в путь/; <emphasis>ξεκινώ</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Μα είχε ήδη φύγει. Και ίσως καλύτερα, χίλιες φορές καλύτερα που είχε φύγει, γιατί δε θα την καταλάβαινε ποτέ. Δε θα είχε ποτέ το κουράγιο να του τα πει όλα αυτά πρόσωπο με πρόσωπο. Κι αν του τα έλεγε, πως ήταν δυνατό να πιστέψει αυτός ένα τέτοιο παραμύθι; Θα την έπαιρνε, όπως παίρνει ένας ταξιδιώτης μια ξένη γυναίκα σ’ ένα ξενοδοχείο, και θα την ξεχνούσε μόλις ξεκινούσε το τρένο του.</p>
   <empty-line/>
   <p>Τώρα του τα έγραφε όλα αυτά (теперь же /она/ писала ему все это), χωρίς να ξέρει γιατί (не зная зачем), με το αίσθημα πως αποτεινόταν προς το κενό (с чувством, что /она/ обращается к пустоте) ή σα να μιλούσε στο στοιχείο της λίμνης (или словно разговаривает с духом озера).</p>
   <empty-line/>
   <p>Τώρα του τα έγραφε όλα αυτά, χωρίς να ξέρει γιατί, με το αίσθημα πως αποτεινόταν προς το κενό ή σα να μιλούσε στο στοιχείο της λίμνης.</p>
   <empty-line/>
   <p>«Δε φαντάζομαι, έλεγε (я не думаю, — говорила /она/), πως θα σας βρει ποτέ αυτό το γράμμα (что это письмо до вас дойдет: «что это письмо вас найдет»), που δεν ξέρω αν είναι τρελό ή ηλίθιο (которое, не знаю, является ли сумасшедшим или глупым). Δεν είμαι καν σίγουρη (/я/ даже не уверена) πως θα σας το στείλω (что я вам его пошлю; <emphasis>στέλνω</emphasis>). Ίσως το καταστρέψω την τελευταία στιγμή (возможно, я уничтожу его в последний момент; <emphasis>καταστρέφω</emphasis>). Μα τι σημαίνει (но имеет ли значение: «но что значит») να το καταστρέψω (уничтожу ли я его) ή να μην το καταστρέψω (или не уничтожу), αφού ούτε εσείς πρόκειται να καταλάβετε (ведь ни вы не поймете: «не предвидится, что /вы/ поймете») ούτε μου πέρασε έστω και για μια στιγμή η ελπίδα (не возникала у меня ни на миг надежда) πως είναι δυνατό (что возможно) να ξαναγυρίσει ποτέ η μοναδική εκείνη στιγμή (чтобы этот удивительный миг вернулся обратно)… Αν σας φτάσει ποτέ αυτό το γράμμα (если до вас дойдет: «вас достигнет» когда-нибудь это письмо; <emphasis>φτάνω</emphasis>), κάνετε μου τουλάχιστον τη χάρη (сделайте мне по крайней мере одолжение) να μη γελάσετε μαζί μου (не смеяться надо мной). Είναι η μόνη χάρη (это единственное одолжение) που σας ζητώ (которое я у вас прошу)…».</p>
   <empty-line/>
   <p>«Δε φαντάζομαι, έλεγε, πως θα σας βρει ποτέ αυτό το γράμμα, που δεν ξέρω αν είναι τρελό ή ηλίθιο. Δεν είμαι καν σίγουρη πως θα σας το στείλω. Ίσως το καταστρέψω την τελευταία στιγμή. Μα τι σημαίνει να το καταστρέψω ή να μην το καταστρέψω, αφού ούτε εσείς πρόκειται να καταλάβετε ούτε μου πέρασε έστω και για μια στιγμή η ελπίδα πως είναι δυνατό να ξαναγυρίσει ποτέ η μοναδική εκείνη στιγμή… Αν σας φτάσει ποτέ αυτό το γράμμα, κάνετε μου τουλάχιστον τη χάρη να μη γελάσετε μαζί μου. Είναι η μόνη χάρη που σας ζητώ…».</p>
   <empty-line/>
   <p>Όταν τελείωσε ο Πέτρος Χαλκιάς το διάβασμα (когда Петрос Халкиас закончил чтение; <emphasis>τελειώνω</emphasis>), τα χέρια του δεν έτρεμαν πια (его руки больше не дрожали) και είχε ηρεμήσει (и /он/ успокоился; <emphasis>ηρεμώ</emphasis>). Σηκώθηκε (/он/ встал), έκανε μερικά βήματα (сделал несколько шагов), τεντωμένος (напряженный; <emphasis>τεντώνω — натягивать, растягивать; напрягать</emphasis>), ψύχραιμος (хладнокровный), κύριος του εαυτού του (владеющий собой: «господин самого себя»). Αισθανόταν δυνατός (он чувствовал себя сильным), συγκεντρωμένος ολόψυχα προς ένα σκοπό (всею душой сосредоточенным на одной цели; <emphasis>συγκεντρώνομαι</emphasis>), όπως άλλοτε την παραμονή μιας μάχης (как раньше накануне битвы).</p>
   <empty-line/>
   <p>Όταν τελείωσε ο Πέτρος Χαλκιάς το διάβασμα, τα χέρια του δεν έτρεμαν πια και είχε ηρεμήσει. Σηκώθηκε, έκανε μερικά βήματα, τεντωμένος, ψύχραιμος, κύριος του εαυτού του. Αισθανόταν δυνατός, συγκεντρωμένος ολόψυχα προς ένα σκοπό, όπως άλλοτε την παραμονή μιας μάχης.</p>
   <empty-line/>
   <p>Για πρώτη φορά παράτησε μια αρχεμένη προσπάθεια (в первый раз /он/ бросил начатое дело; <emphasis>παρατώ</emphasis>). Φρόντισε αμέσως (/он/ тотчас позаботился; <emphasis>φροντίζω</emphasis>) να αντικατασταθεί στην αποστολή του (чтобы его заменили в поездке; <emphasis>αντικαθιστώμαι</emphasis>), τακτοποίησε βιαστικά όλες τις εκκρεμείς δουλειές του (спешно уладил все незаконченные дела; <emphasis>τακτοποιώ</emphasis>) και γύρισε στην Ευρώπη (и вернулся в Европу). Μια βδομάδα μετά τη λήψη του γράμματος (через неделю после получения письма) ήταν στο Παρίσι (/он/ был в Париже) και την επόμενη στη Βιέννη (а на следующей — в Вене).</p>
   <empty-line/>
   <p>Για πρώτη φορά παράτησε μια αρχεμένη προσπάθεια. Φρόντισε αμέσως να αντικατασταθεί στην αποστολή του, τακτοποίησε βιαστικά όλες τις εκκρεμείς δουλειές του και γύρισε στην Ευρώπη. Μια βδομάδα μετά τη λήψη του γράμματος ήταν στο Παρίσι και την επόμενη στη Βιέννη.</p>
   <empty-line/>
   <p>Έφτασε πρωί στην πόλη της Μάγδα Ρέινχολντ (утром /он/ прибыл в город Магды Рейнхольд), μπήκε σ’ ένα ξενοδοχείο (вошел в гостиницу) και περίμενε να γίνει, τουλάχιστο, η ώρα δέκα (и стал ждать пока наступит, по крайней мере, десять часов). Αναλογίστηκε πολύ καθαρά (/он/ очень ясно осознавал: <emphasis>αναλογίζομαι</emphasis>) που βρισκόταν (где находится) και ποιος ήταν ο σκοπός του ταξιδιού του (и какова была цель его путешествия). Εκείνη τη μέρα (в тот день) παιζόταν η ζωή του ολόκληρη (на кону была: «игралась» вся его жизнь), η ζωή του που δε θα είχε πια κανένα νόημα (его жизнь, которая не имела более никакого смысла), κανένα περιεχόμενο (никакого содержания), κανένα προορισμό (никакого направления), χωρίς αυτήν τη γυναίκα (без этой женщины).</p>
   <empty-line/>
   <p>Έφτασε πρωί στην πόλη της Μάγδα Ρέινχολντ, μπήκε σ’ ένα ξενοδοχείο και περίμενε να γίνει, τουλάχιστο, η ώρα δέκα. Αναλογίστηκε πολύ καθαρά που βρισκόταν και ποιος ήταν ο σκοπός του ταξιδιού του. Εκείνη τη μέρα παιζόταν η ζωή του ολόκληρη, η ζωή του που δε θα είχε πια κανένα νόημα, κανένα περιεχόμενο, κανένα προορισμό, χωρίς αυτήν τη γυναίκα.</p>
   <empty-line/>
   <p>Σα να είχε ξεσκεπαστεί ξαφνικά στη συνείδησή του (словно бы открылся внезапно в его сознании; <emphasis>ξεσκεπάζομαι</emphasis>) μια εντελώς καινούργια άποψη της ζωής του (совершенно новый взгляд на жизнь), κοίταζε τώρα εκ των υστέρων όλους τους αγώνες του (/он/ смотрел теперь задним числом на всю свою борьбу) και όλο το σκληρό κυνηγητό του του έρωτα (и всю свою жестокую охоту за любовью), σα μια παθιασμένη αναζήτηση της γυναίκας αυτής (как на страстный поиск этой женщины), που επί τέλους, φανέρωνε την ύπαρξή της (которая, наконец-то, обнаруживала свое существование; <emphasis>φανερώνω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Σα να είχε ξεσκεπαστεί ξαφνικά στη συνείδησή του μια εντελώς καινούργια άποψη της ζωής του, κοίταζε τώρα εκ των υστέρων όλους τους αγώνες του και όλο το σκληρό κυνηγητό του του έρωτα, σα μια παθιασμένη αναζήτηση της γυναίκας αυτής, που επί τέλους, φανέρωνε την ύπαρξή της.</p>
   <empty-line/>
   <p>Αυτήν την άγνωστη μορφή (эту незнакомую фигуру), τη μισοειδωμένη στο θάμπος της μαγικής λίμνης (наполовину различенную в тумане волшебного озера), αυτήν είχε προαισθανθεί σαν ήταν παιδί (/он/ предчувствовал, будучи ребенком), γι’ αυτήν είχε πολεμήσει (из-за нее /он/ воевал) κ’ είχε σκοτώσει (и убивал), αυτήν γύρευε (ее искал) μες στο σπαρτάρισμα των θηραμάτων του (в трепыхании своей добычи), γι’ αυτήν είχε επιστρέψει (из-за нее /он/ возвратился), χωρίς να το ξέρει (не зная этого), σε τούτην τη χώρα, πριν από οκτώ μήνες (в эту страну шесть месяцев назад), σαν τραβηγμένος ασυνείδητα (словно бессознательно притянутый), από τη νοσταλγία ενός χαμένου παραδείσου (ностальгией по потерянному раю).</p>
   <empty-line/>
   <p>Αυτήν την άγνωστη μορφή, τη μισοειδωμένη στο θάμπος της μαγικής λίμνης, αυτήν είχε προαισθανθεί σαν ήταν παιδί, γι’ αυτήν είχε πολεμήσει κ’ είχε σκοτώσει, αυτήν γύρευε μες στο σπαρτάρισμα των θηραμάτων του, γι’ αυτήν είχε επιστρέψει, χωρίς να το ξέρει, σε τούτην τη χώρα, πριν από οκτώ μήνες, σαν τραβηγμένος ασυνείδητα, από τη νοσταλγία ενός χαμένου παραδείσου.</p>
   <empty-line/>
   <p>Το ζήτημα ήταν απλό (дело было простое), φοβερά απλό (ужасно простое). Είχε περάσει τη ζωή (/он/ провел жизнь) του γυρεύοντας μια γυναίκα (в поисках одной женщины: «ища одну женщину»). Τώρα την είχε βρει (теперь /он/ ее нашел). Ποιος ήταν αρκετά δυνατός (кто был настолько силен) για να του φράξει το δρόμο (чтобы преградить ему дорогу; <emphasis>φράζω</emphasis>); Ξεκίνησε στα στενά πλακόστρωτα της αυστριακής πολιτείας (/он/ отправился по узким мощеным улочкам австрийского города; <emphasis>το πλακόστρωτο — мощеная улица; η πλάκα — плита; плитка; στρώνω — стелить; выстилать; мостить</emphasis>), με σφιγμένα τα δόντια (сжав зубы: «со сжатыми зубами»; <emphasis>σφίγγω — сжимать</emphasis>), όπως είχε μπει άλλοτε στο Ουσάκ (также как он когда-то вошел в Ушак), έτοιμος να τσακίσει αμείλιχτα (готовый безжалостно разрушить; <emphasis>τσακίζω</emphasis>) κάθε εμπόδιο στο πέρασμά του (любое препятствие на своем пути).</p>
   <empty-line/>
   <p>Το ζήτημα ήταν απλό, φοβερά απλό. Είχε περάσει τη ζωή του γυρεύοντας μια γυναίκα. Τώρα την είχε βρει. Ποιος ήταν αρκετά δυνατός για να του φράξει το δρόμο; Ξεκίνησε στα στενά πλακόστρωτα της αυστριακής πολιτείας, με σφιγμένα τα δόντια, όπως είχε μπει άλλοτε στο Ουσάκ, έτοιμος να τσακίσει αμείλιχτα κάθε εμπόδιο στο πέρασμά του.</p>
   <empty-line/>
   <p>Χτύπησε την πόρτα της (/он/ постучал в ее дверь; <emphasis>χτυπώ</emphasis>). Το σπίτι έμοιαζε έρημο (дом казался пустым), με κλεισμένα σχεδόν όλα τα παράθυρά του (с окнами почти всеми закрытыми = почти все окна были закрыты), σιωπηλό (молчаливым). Όπως άλλωστε, και όλος ο δρόμος (как, впрочем, и вся улица). Άργησαν να του ανοίξουν (ему открыли не сразу: «задержались, чтобы ему открыть»).</p>
   <empty-line/>
   <p>Χτύπησε την πόρτα της. Το σπίτι έμοιαζε έρημο, με κλεισμένα σχεδόν όλα τα παράθυρά του, σιωπηλό. Όπως άλλωστε, και όλος ο δρόμος. Άργησαν να του ανοίξουν.</p>
   <empty-line/>
   <p>Στο τέλος (наконец) πρόβαλε στο κατώφλι (на пороге появилась; <emphasis>προβάλλω</emphasis>) μια χοντρή (толстая), μεσόκοπη γυναίκα (женщина средних лет), κάτι παραπάνω από υπηρέτρια (немногим больше служанки) και κάτι λιγότερο από κυρία (и немногим меньше госпожи), σαν οικονόμα (вроде экономки) ή πρώην παραμάνα (или бывшей кормилицы), γεμάτη υγεία (полная здоровья), ροδοκόκκινη (розовая), με ύφος περίεργο κα φλύαρο (с видом любопытным и болтливым). Τον κοίταξε προσεχτικά (/она/ внимательно на него посмотрела) με παιχνιδιάρικα και κουτσομπόλικα ματάκια (игривыми глазками сплетницы: «глазками — сплетниками»; <emphasis>ο κουτσομπόλης — сплетник</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Στο τέλος πρόβαλε στο κατώφλι μια χοντρή, μεσόκοπη γυναίκα, κάτι παραπάνω από υπηρέτρια και κάτι λιγότερο από κυρία, σαν οικονόμα ή πρώην παραμάνα, γεμάτη υγεία, ροδοκόκκινη, με ύφος περίεργο κα φλύαρο. Τον κοίταξε προσεχτικά με παιχνιδιάρικα και κουτσομπόλικα ματάκια.</p>
   <empty-line/>
   <p>— Εδώ μένει η κυρία Μάγδα Ρέινχολντ (здесь живет госпожа Магда Рейнхольд); ρώτησε ο Πέτρος Χαλκιάς (спросил Петрос Халкиас).</p>
   <p>Η χοντρή γυναίκα εκνευρίστηκε μονομιάς (толстая женщина сразу же стала нервничать; <emphasis>εκνευρίζομαι</emphasis>) και γούρλωσε τα ματάκια της (и вытаращила свои глазки), κατάπληκτη και καταλυπημένη (ошеломленная и очень расстроенная; <emphasis>λυπημένος — расстроенный; καταλυπημένος — совершенно, очень расстроенный; πλήττω — ударять; καταπλήσσω — ошеломлять</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>— Εδώ μένει η κυρία Μάγδα Ρέινχολντ; ρώτησε ο Πέτρος Χαλκιάς.</p>
   <p>Η χοντρή γυναίκα εκνευρίστηκε μονομιάς και γούρλωσε τα ματάκια της, κατάπληκτη και καταλυπημένη. </p>
   <empty-line/>
   <p>— Η κυρία Ρέινχολντ (госпожа Рейнхольд), αποκρίθηκε (ответила /она/; <emphasis>αποκρίνομαι</emphasis>), πέθανε, κύριέ μου (умерла, мой господин; <emphasis>πεθαίνω</emphasis>), πέθανε τον περασμένο μήνα (умерла в прошлом месяце).</p>
   <p>— Πέθανε η κυρία Ρέινχολντ (госпожа Рейнхольд умерла);</p>
   <p>— Μάλιστα κύριέ μου (именно, мой господин). Δεν το ξέρατε (вы не знали); Πέθανε από την καρδιά (/она/ умерла от сердца). Ο κύριος δικαστής έφυγε (господин судья уехал) πριν από καμιά δεκαριά μέρες (дней десять назад: «десяток дней назад»).</p>
   <p>— Ο κύριος δικαστής (господин судья);</p>
   <empty-line/>
   <p>— Η κυρία Ρέινχολντ, αποκρίθηκε, πέθανε, κύριέ μου, πέθανε τον περασμένο μήνα.</p>
   <p>— Πέθανε η κυρία Ρέινχολντ;</p>
   <p>— Μάλιστα κύριέ μου. Δεν το ξέρατε; Πέθανε από την καρδιά. Ο κύριος δικαστής έφυγε πριν από καμιά δεκαριά μέρες.</p>
   <p>— Ο κύριος δικαστής;</p>
   <empty-line/>
   <p>— Ναι, ο κύριος Ρέινχολντ (да, господин Рейнхольд), ο κύριος δόκτωρ Ρέινχολντ (господин доктор Рейнхольд). Ζήτησε να τον μεταθέσουν (/он/ попросил, чтобы его перевели; <emphasis>ζητώ; μεταθέτω</emphasis>) και είναι τώρα στο Ίνσμπρουκ (и сейчас /он/ в Инсбруке). Δεν ήθελε πια να μείνει εδώ (/он/ не захотел больше здесь оставаться). Ήταν πολύ δυστυχισμένος (/он/ был очень несчастлив). Έκλαιγε σα μικρό παιδί (/он/ плакал как маленький ребенок) και έπαιζε Μπαχ στο πιάνο ολόκληρες νύχτες (и играл Баха на пианино целыми ночами; <emphasis>παίζω</emphasis>). Ω, την αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του ο δόκτωρ Ρέινχολντ (о, доктор Рейнхольд очень любил свою жену), μα δεν την καταλάβαινε (но не понимал ее). Και εκείνη δεν τον καταλάβαινε (и она его не понимала). Γι’ αυτό μιλούσαν τόσο σπάνια (поэтому /они/ так редко разговаривали), όχι πως είχαν κανένα λόγο (а не потому что у них была какая-нибудь причина) να είναι δυσαρεστημένοι ο ένας με τον άλλον (быть недовольными друг другом). Απόδειξη (доказательство), πως δεν σκέφτηκαν ποτέ να χωρίσουν (/то/, что /они/ никогда не подумали развестись; <emphasis>χωρίζω</emphasis>). Εγώ το έλεγα (а я говорила), αν είχαν παιδιά (если бы у них были дети), θα ήταν όλα εν τάξει (то все было бы в порядке). Ο καημένος ο δόκτωρ Ρέινχολντ πήγε στο Ίνσμπρουκ (бедный доктор Рейнхольд уехал в Инсбрук)…</p>
   <empty-line/>
   <p>— Ναι, ο κύριος Ρέινχολντ, ο κύριος δόκτωρ Ρέινχολντ. Ζήτησε να τον μεταθέσουν και είναι τώρα στο Ίνσμπρουκ. Δεν ήθελε πια να μείνει εδώ. Ήταν πολύ δυστυχισμένος. Έκλαιγε σα μικρό παιδί και έπαιζε Μπαχ στο πιάνο ολόκληρες νύχτες. Ω, την αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του ο δόκτωρ Ρέινχολντ, μα δεν την καταλάβαινε. Και εκείνη δεν τον καταλάβαινε. Γι’ αυτό μιλούσαν τόσο σπάνια, όχι πως είχαν κανένα λόγο να είναι δυσαρεστημένοι ο ένας με τον άλλον. Απόδειξη, πως δεν σκέφτηκαν ποτέ να χωρίσουν. Εγώ το έλεγα, αν είχαν παιδιά, θα ήταν όλα εν τάξει. Ο καημένος ο δόκτωρ Ρέινχολντ πήγε στο Ίνσμπρουκ…</p>
   <empty-line/>
   <p>— Ο δόκτωρ Ρέινχολντ πήγε στο Ίνσμπρουκ (доктор Рейнхольд поехал в Инсбрук)! μουρμούρισε μηχανικά ο Πέτρος Χαλκιάς (пробормотал машинально Петрос Халкиас; <emphasis>μουρμουρίζω</emphasis>) χωρίς να καταλαβαίνει τι έλεγε (не понимая, что говорит). Ο δόκτωρ Ρέινχολντ πήγε στο Ίνσμπρουκ (доктор Рейнхольд поехал в Инсбрук)!...</p>
   <empty-line/>
   <p>— Ο δόκτωρ Ρέινχολντ πήγε στο Ίνσμπρουκ! μουρμούρισε μηχανικά ο Πέτρος Χαλκιάς χωρίς να καταλαβαίνει τι έλεγε. Ο δόκτωρ Ρέινχολντ πήγε στο Ίνσμπρουκ!...</p>
   <empty-line/>
   <p>Η όψη της λίμνης ήταν αλλιώτικη (облик озера был иным) από κείνην που γνώριζε (/по сравнению/ с тем, который /он/ знал). Ο χειμώνας ήταν προχωρημένος (зима была глубокой: «продвинутой»; <emphasis>προχωρώ — продвигаться</emphasis>), το κρύο δυνατό (холод — сильным), φορτωμένο υγρασία (насыщенным: «нагруженным» влагой), ο ουρανός θαμπός (небо — мутное), μουσκεμένος (мокрое), ταραγμένος (тревожное). Οι πλαγιές των βουνών (склоны гор), χιονισμένες σχεδόν ως τους πρόποδες (заснеженные почти до подножий; <emphasis>οι πρόποδες — подножие гор /только мн.ч./</emphasis>). Κουρέλια ξεσκισμένης ομίχλης (лохмотья рванного тумана) ανέμιζαν γρήγορα στην επιφάνεια των νερών (быстро развевались у поверхности воды) και ανάμεσα στα δάση (и среди лесов). Οι λιγοστές κατοικίες ήταν έρημες (немногочисленные жилища были пусты), τα ξενοδοχεία κατάκλειστα (гостиницы — заперты). Δεν ξεχώριζες ολόγυρα (вокруг было не различить) κανένα ίχνος ζωής (признаков жизни).</p>
   <empty-line/>
   <p>Η όψη της λίμνης ήταν αλλιώτικη από κείνην που γνώριζε. Ο χειμώνας ήταν προχωρημένος, το κρύο δυνατό, φορτωμένο υγρασία, ο ουρανός θαμπός, μουσκεμένος, ταραγμένος. Οι πλαγιές των βουνών, χιονισμένες σχεδόν ως τους πρόποδες. Κουρέλια ξεσκισμένης ομίχλης ανέμιζαν γρήγορα στην επιφάνεια των νερών και ανάμεσα στα δάση. Οι λιγοστές κατοικίες ήταν έρημες, τα ξενοδοχεία κατάκλειστα. Δεν ξεχώριζες ολόγυρα κανένα ίχνος ζωής.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Πέτρος Χαλκιάς σταμάτησε στη γέφυρα (Петрос Халкиас остановился на мосту; <emphasis>σταματώ</emphasis>) όπου είχαν σταθεί μαζί την άλλη φορά (где они стояли вместе в прошлый раз; <emphasis>στέκομαι</emphasis>). Ακούμπησε πάλι στο κιγκλίδωμα (он опять оперся на перила; <emphasis>ακουμπώ</emphasis>). Αισθάνθηκε πολύ μικρός (/он/ почувствовал /себя/ очень маленьким), πολύ αδύνατος (очень слабым), χαμένος (потерянным), εξουθενωμένος (изможденным), άδειος (пустым), μες στους γκρίζους αυτούς ατμούς (среди этих серых испарений), μες στην ακατάπαυστη ανατριχίλα της μεγάλης φύσης (в беспрестанном содрогании великой природы), τόσο άδειος (настолько пустым) που δεν ήταν ικανός (что был неспособен) να συλλογιστεί τη δυστυχία του (размышлять о своем несчастье; <emphasis>συλλογίζομαι</emphasis>), δεν είχε πια τη δύναμη να σκεφτεί (у него не было больше сил думать; <emphasis>σκέφτομαι</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Πέτρος Χαλκιάς σταμάτησε στη γέφυρα όπου είχαν σταθεί μαζί την άλλη φορά. Ακούμπησε πάλι στο κιγκλίδωμα. Αισθάνθηκε πολύ μικρός, πολύ αδύνατος, χαμένος, εξουθενωμένος, άδειος, μες στους γκρίζους αυτούς ατμούς, μες στην ακατάπαυστη ανατριχίλα της μεγάλης φύσης, τόσο άδειος που δεν ήταν ικανός να συλλογιστεί τη δυστυχία του, δεν είχε πια τη δύναμη να σκεφτεί.</p>
   <empty-line/>
   <p>Τα μαύρα κυπαρίσσια (черные кипарисы), αργοκουνιόνταν (медленно качались; <emphasis>αργός — медленный; κουνιέμαι — качаться</emphasis>), θαμπά και ασύλληπτα (мутные и неуловимые), μες στην ομίχλη (в тумане), σα χωρισμένα από το έδαφος (словно бы оторвавшиеся: «отделенные» от земли) και από την ύλη (и от материи), άδεια και αυτά και μετέωρα (и они пустые и парящие в воздухе; <emphasis>μετέωρος — парящий в воздухе</emphasis>), ανάμεσα στη ζωή (между жизнью) και την ανυπαρξία (и небытием). Από τα δάση ακούστηκε μια φωνή (из леса послышался крик; <emphasis>ακούγομαι</emphasis>), μακρινή (долгий), συρτή (протяжный), άσκοπη (бесцельный), μια σπασμένη φωνή πουλιού (надломленный птичий крик). Ένα πουλί πέθαινε ίσως (возможно, какая-то птица умирала) μες στο θολό όραμα (в туманном мираже). Ένα πουλί έλεγε αντίο (какая-то птица говорила «прощай»).</p>
   <empty-line/>
   <p>Τα μαύρα κυπαρίσσια, αργοκουνιόνταν, θαμπά και ασύλληπτα, μες στην ομίχλη, σα χωρισμένα από το έδαφος και από την ύλη, άδεια και αυτά και μετέωρα, ανάμεσα στη ζωή και την ανυπαρξία. Από τα δάση ακούστηκε μια φωνή, μακρινή, συρτή, άσκοπη, μια σπασμένη φωνή πουλιού. Ένα πουλί πέθαινε ίσως μες στο θολό όραμα. Ένα πουλί έλεγε αντίο.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Πέτρος Χαλκιάς ένιωσε (Петрос Халкиас почувствовал; <emphasis>νιώθω</emphasis>) ότι σ’ αυτές τις όχθες (что на этих берегах) είχε συντελεστεί όλη η ζωή του (прошла вся его жизнь; <emphasis>συντελούμαι</emphasis>), εκεί είχε αρχίσει (там /она/ началась; <emphasis>αρχίζω</emphasis>) και εκεί τελείωνε (и там заканчивалась; <emphasis>τελειώνω</emphasis>). Άλλο τίποτα δεν υπήρξε γι’ αυτόν (больше ничего для него не существовало) στον κόσμο (в мире) ούτε μπορούσε να υπάρξει ποτέ (да и не могло никогда существовать).</p>
   <empty-line/>
   <p>Ο Πέτρος Χαλκιάς ένιωσε ότι σ’ αυτές τις όχθες είχε συντελεστεί όλη η ζωή του, εκεί είχε αρχίσει και εκεί τελείωνε. Άλλο τίποτα δεν υπήρξε γι’ αυτόν στον κόσμο ούτε μπορούσε να υπάρξει ποτέ.</p>
   <empty-line/>
   <p>Έσκυψε προς τα νερά μαγνητισμένος (зачарованный, /он/ склонился к воде; <emphasis>σκύβω</emphasis>). Έσκυψε ακόμα περισσότερο (/он/ наклонился еще больше). Δεν μπορούσε πια (/он/ уже не мог) να ξεκολλήσει το μάτι του (оторвать свой взгляд; <emphasis>ξεκολλάω</emphasis>) από την ανήσυχη υγρή επιφάνεια (от беспокойной влажной поверхности). Το όραμα στροβιλιζόταν τώρα (видение теперь кружилось; <emphasis>στροβιλίζομαι</emphasis>) τριγύρω του (вокруг него) μες σ’ ένα σιωπηλό χορό (в молчаливом хороводе) μαγικών σκιών (волшебных теней). Τα βουνά (горы), τα δάση (леса), τα σύννεφα (облака), αέρινα (воздушные) και ασφυκτικά (и удушливые), τον έζωναν ολοένα πιο σφιχτά (все теснее окружали его: <emphasis>ζώνω</emphasis>), τον έσερναν γοργά προς το νερό (тащили его быстро к воде; <emphasis>σέρνω</emphasis>).</p>
   <empty-line/>
   <p>Έσκυψε προς τα νερά μαγνητισμένος. Έσκυψε ακόμα περισσότερο. Δεν μπορούσε πια να ξεκολλήσει το μάτι του από την ανήσυχη υγρή επιφάνεια. Το όραμα στροβιλιζόταν τώρα τριγύρω του μες σ’ ένα σιωπηλό χορό μαγικών σκιών. Τα βουνά, τα δάση, τα σύννεφα, αέρινα και ασφυκτικά, τον έζωναν ολοένα πιο σφιχτά, τον έσερναν γοργά προς το νερό.</p>
   <empty-line/>
   <p>Ξαφνικά θυμήθηκε (внезапно /он/ вспомнил; <emphasis>θυμάμαι</emphasis>) την πράσινη μάγισσα της λίμνης (зеленую колдунью из озера), τέντωσε διάπλατα τα μάτια του (широко раскрыл глаза; <emphasis>τεντώνω — натягивать; распахивать</emphasis>), τη γύρευε να τη δει (и стал ее искать: «и стал ее искать, чтобы увидеть»; <emphasis>γυρεύω, βλέπω</emphasis>). Αισθάνθηκε πως δεν μπορούσε (/он/ почувствовал, что не может) να αντισταθεί στην έλξη της (противостоять ее влечению; <emphasis>αντιστέκομαι</emphasis>), σα να τον τραβούσε μέσα της για πάντα (словно бы тянула его вглубь навсегда; <emphasis>τραβώ</emphasis>), ακατανίκητη (непобедимая) και θανατηφόρα (и смертоносная), η ποίηση του κόσμου (поэзия мира)…</p>
   <empty-line/>
   <p>Ξαφνικά θυμήθηκε την πράσινη μάγισσα της λίμνης, τέντωσε διάπλατα τα μάτια του, τη γύρευε να τη δει. Αισθάνθηκε πως δεν μπορούσε να αντισταθεί στην έλξη της, σα να τον τραβούσε μέσα της για πάντα, ακατανίκητη και θανατηφόρα, η ποίηση του κόσμου…</p>
  </section>
 </body>
 <binary id="cover.jpg" content-type="image/jpeg">/9j/4QDVRXhpZgAASUkqAAgAAAAIABIBAwABAAAAAQAAABoBBQABAAAAbgAAABsBBQABAAAA
dgAAACgBAwABAAAAAgAAADEBAgANAAAAfgAAADIBAgAUAAAAiwAAABMCAwABAAAAAQAAAGmH
BAABAAAAnwAAAAAAAABIAAAAAQAAAEgAAAABAAAAQUNEU2VlIFBybyA1ADIwMTM6MDM6MTYg
MjI6MzI6MDEAAwCQkgIABAAAADc0MgACoAQAAQAAAFEBAAADoAQAAQAAACwCAAAAAAAAAAAA
AP/iDFhJQ0NfUFJPRklMRQABAQAADEhMaW5vAhAAAG1udHJSR0IgWFlaIAfOAAIACQAGADEA
AGFjc3BNU0ZUAAAAAElFQyBzUkdCAAAAAAAAAAAAAAAAAAD21gABAAAAANMtSFAgIAAAAAAA
AAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAEWNwcnQAAAFQAAAA
M2Rlc2MAAAGEAAAAbHd0cHQAAAHwAAAAFGJrcHQAAAIEAAAAFHJYWVoAAAIYAAAAFGdYWVoA
AAIsAAAAFGJYWVoAAAJAAAAAFGRtbmQAAAJUAAAAcGRtZGQAAALEAAAAiHZ1ZWQAAANMAAAA
hnZpZXcAAAPUAAAAJGx1bWkAAAP4AAAAFG1lYXMAAAQMAAAAJHRlY2gAAAQwAAAADHJUUkMA
AAQ8AAAIDGdUUkMAAAQ8AAAIDGJUUkMAAAQ8AAAIDHRleHQAAAAAQ29weXJpZ2h0IChjKSAx
OTk4IEhld2xldHQtUGFja2FyZCBDb21wYW55AABkZXNjAAAAAAAAABJzUkdCIElFQzYxOTY2
LTIuMQAAAAAAAAAAAAAAEnNSR0IgSUVDNjE5NjYtMi4xAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAA
AAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAABYWVogAAAAAAAA81EAAQAAAAEWzFhZWiAA
AAAAAAAAAAAAAAAAAAAAWFlaIAAAAAAAAG+iAAA49QAAA5BYWVogAAAAAAAAYpkAALeFAAAY
2lhZWiAAAAAAAAAkoAAAD4QAALbPZGVzYwAAAAAAAAAWSUVDIGh0dHA6Ly93d3cuaWVjLmNo
AAAAAAAAAAAAAAAWSUVDIGh0dHA6Ly93d3cuaWVjLmNoAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAA
AAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAGRlc2MAAAAAAAAALklFQyA2MTk2Ni0yLjEgRGVm
YXVsdCBSR0IgY29sb3VyIHNwYWNlIC0gc1JHQgAAAAAAAAAAAAAALklFQyA2MTk2Ni0yLjEg
RGVmYXVsdCBSR0IgY29sb3VyIHNwYWNlIC0gc1JHQgAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAABk
ZXNjAAAAAAAAACxSZWZlcmVuY2UgVmlld2luZyBDb25kaXRpb24gaW4gSUVDNjE5NjYtMi4x
AAAAAAAAAAAAAAAsUmVmZXJlbmNlIFZpZXdpbmcgQ29uZGl0aW9uIGluIElFQzYxOTY2LTIu
MQAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAdmlldwAAAAAAE6T+ABRfLgAQzxQAA+3MAAQT
CwADXJ4AAAABWFlaIAAAAAAATAlWAFAAAABXH+dtZWFzAAAAAAAAAAEAAAAAAAAAAAAAAAAA
AAAAAAACjwAAAAJzaWcgAAAAAENSVCBjdXJ2AAAAAAAABAAAAAAFAAoADwAUABkAHgAjACgA
LQAyADcAOwBAAEUASgBPAFQAWQBeAGMAaABtAHIAdwB8AIEAhgCLAJAAlQCaAJ8ApACpAK4A
sgC3ALwAwQDGAMsA0ADVANsA4ADlAOsA8AD2APsBAQEHAQ0BEwEZAR8BJQErATIBOAE+AUUB
TAFSAVkBYAFnAW4BdQF8AYMBiwGSAZoBoQGpAbEBuQHBAckB0QHZAeEB6QHyAfoCAwIMAhQC
HQImAi8COAJBAksCVAJdAmcCcQJ6AoQCjgKYAqICrAK2AsECywLVAuAC6wL1AwADCwMWAyED
LQM4A0MDTwNaA2YDcgN+A4oDlgOiA64DugPHA9MD4APsA/kEBgQTBCAELQQ7BEgEVQRjBHEE
fgSMBJoEqAS2BMQE0wThBPAE/gUNBRwFKwU6BUkFWAVnBXcFhgWWBaYFtQXFBdUF5QX2BgYG
FgYnBjcGSAZZBmoGewaMBp0GrwbABtEG4wb1BwcHGQcrBz0HTwdhB3QHhgeZB6wHvwfSB+UH
+AgLCB8IMghGCFoIbgiCCJYIqgi+CNII5wj7CRAJJQk6CU8JZAl5CY8JpAm6Cc8J5Qn7ChEK
Jwo9ClQKagqBCpgKrgrFCtwK8wsLCyILOQtRC2kLgAuYC7ALyAvhC/kMEgwqDEMMXAx1DI4M
pwzADNkM8w0NDSYNQA1aDXQNjg2pDcMN3g34DhMOLg5JDmQOfw6bDrYO0g7uDwkPJQ9BD14P
eg+WD7MPzw/sEAkQJhBDEGEQfhCbELkQ1xD1ERMRMRFPEW0RjBGqEckR6BIHEiYSRRJkEoQS
oxLDEuMTAxMjE0MTYxODE6QTxRPlFAYUJxRJFGoUixStFM4U8BUSFTQVVhV4FZsVvRXgFgMW
JhZJFmwWjxayFtYW+hcdF0EXZReJF64X0hf3GBsYQBhlGIoYrxjVGPoZIBlFGWsZkRm3Gd0a
BBoqGlEadxqeGsUa7BsUGzsbYxuKG7Ib2hwCHCocUhx7HKMczBz1HR4dRx1wHZkdwx3sHhYe
QB5qHpQevh7pHxMfPh9pH5Qfvx/qIBUgQSBsIJggxCDwIRwhSCF1IaEhziH7IiciVSKCIq8i
3SMKIzgjZiOUI8Ij8CQfJE0kfCSrJNolCSU4JWgllyXHJfcmJyZXJocmtyboJxgnSSd6J6sn
3CgNKD8ocSiiKNQpBik4KWspnSnQKgIqNSpoKpsqzysCKzYraSudK9EsBSw5LG4soizXLQwt
QS12Last4S4WLkwugi63Lu4vJC9aL5Evxy/+MDUwbDCkMNsxEjFKMYIxujHyMioyYzKbMtQz
DTNGM38zuDPxNCs0ZTSeNNg1EzVNNYc1wjX9Njc2cjauNuk3JDdgN5w31zgUOFA4jDjIOQU5
Qjl/Obw5+To2OnQ6sjrvOy07azuqO+g8JzxlPKQ84z0iPWE9oT3gPiA+YD6gPuA/IT9hP6I/
4kAjQGRApkDnQSlBakGsQe5CMEJyQrVC90M6Q31DwEQDREdEikTORRJFVUWaRd5GIkZnRqtG
8Ec1R3tHwEgFSEtIkUjXSR1JY0mpSfBKN0p9SsRLDEtTS5pL4kwqTHJMuk0CTUpNk03cTiVO
bk63TwBPSU+TT91QJ1BxULtRBlFQUZtR5lIxUnxSx1MTU19TqlP2VEJUj1TbVShVdVXCVg9W
XFapVvdXRFeSV+BYL1h9WMtZGllpWbhaB1pWWqZa9VtFW5Vb5Vw1XIZc1l0nXXhdyV4aXmxe
vV8PX2Ffs2AFYFdgqmD8YU9homH1YklinGLwY0Njl2PrZEBklGTpZT1lkmXnZj1mkmboZz1n
k2fpaD9olmjsaUNpmmnxakhqn2r3a09rp2v/bFdsr20IbWBtuW4SbmtuxG8eb3hv0XArcIZw
4HE6cZVx8HJLcqZzAXNdc7h0FHRwdMx1KHWFdeF2Pnabdvh3VnezeBF4bnjMeSp5iXnnekZ6
pXsEe2N7wnwhfIF84X1BfaF+AX5ifsJ/I3+Ef+WAR4CogQqBa4HNgjCCkoL0g1eDuoQdhICE
44VHhauGDoZyhteHO4efiASIaYjOiTOJmYn+imSKyoswi5aL/IxjjMqNMY2Yjf+OZo7OjzaP
npAGkG6Q1pE/kaiSEZJ6kuOTTZO2lCCUipT0lV+VyZY0lp+XCpd1l+CYTJi4mSSZkJn8mmia
1ZtCm6+cHJyJnPedZJ3SnkCerp8dn4uf+qBpoNihR6G2oiailqMGo3aj5qRWpMelOKWpphqm
i6b9p26n4KhSqMSpN6mpqhyqj6sCq3Wr6axcrNCtRK24ri2uoa8Wr4uwALB1sOqxYLHWskuy
wrM4s660JbSctRO1irYBtnm28Ldot+C4WbjRuUq5wro7urW7LrunvCG8m70VvY++Cr6Evv+/
er/1wHDA7MFnwePCX8Lbw1jD1MRRxM7FS8XIxkbGw8dBx7/IPci8yTrJuco4yrfLNsu2zDXM
tc01zbXONs62zzfPuNA50LrRPNG+0j/SwdNE08bUSdTL1U7V0dZV1tjXXNfg2GTY6Nls2fHa
dtr724DcBdyK3RDdlt4c3qLfKd+v4DbgveFE4cziU+Lb42Pj6+Rz5PzlhOYN5pbnH+ep6DLo
vOlG6dDqW+rl63Dr++yG7RHtnO4o7rTvQO/M8Fjw5fFy8f/yjPMZ86f0NPTC9VD13vZt9vv3
ivgZ+Kj5OPnH+lf65/t3/Af8mP0p/br+S/7c/23////AABEIAiwBUQMBIQACEQEDEQH/2wCE
AAIBAQEBAQIBAQECAgICAwUDAwICAwYEBAMFBwYHBwcGBwYICQsJCAgKCAYHCg0KCgsMDA0M
BwkODw4MDwsMDAwBAwMDBAMECAQECBIMCgwSEhISEhISEhISEhISEhISEhISEhISEhISEhIS
EhISEhISEhISEhISEhISEhISEhISEv/EAOsAAAAHAQEBAAAAAAAAAAAAAAIDBAUGBwgBAAkQ
AAEDAgQEAgYGBQUIDAkDFQECAwQFBgAHERIIEyExQVEJFCIyYXEVI0JSgZFTYnKSoRYkM4Kx
FxhDVHOTotElNFZjg5SjsrPB0uFEVVd0lcLE1PAmRnWktMPTNTY4RViEhYalxRknKDdkZnYB
AAEFAQEBAQAAAAAAAAAAAAMBAgQFBgAHCAkRAAEDAgMFBAcFBQYFBAMBAAEAAgMEEQUhMQYS
E1HwFCKRoRUyQWFxsdEHI4HB4SQzQlLSFiU0kqLxNUNTYsJEcoLiJmPyc//aAAwDAQACEQMR
AD8Aj0xmPIjIiyIbZA8EpGn5YVwKFSWtkhqG2k+YSAf7MeJ8eXn81M4YT3DmvsBKGnlpUe5S
ojXCpmpTF67pLh39Bqs4J6Qfz68Um4EehxK1bikE+ZwriBtSdFspAHgBhkU8pOvzXcMJxYYg
IUksNIQT3KRprjQFDSTSoyEnQchHTwxrtlZXj1igFOSOSE9wcHNoG9Oivd7fD5Y2kbyQmlCE
dlR10GuDWosYbCEpB8cHD01GtJKjqhZBPcg4PbASdNe/8cdvlcjm3EjxwpYd11JOuvcnHb5X
JU09tA2qI07aHtg5D6h1Ssj4g47fKSyEhx8HoSPxwehwAaFX5nHb5TUNDig2NFnp5HHEw0qX
z1p3aeJx2+VyUtqb5u5XU6aanywqQ9qP6Q+XfHb65CD6lDonHHCnXcvqR4nHcRcgFLKehV/H
HC6B3Wfzx28uQFSQj7QwStWxtZDyNFJ1UToEtp8yo4PuJq6HWX0hzRe0/a0Ps/tdf7MBIbC+
Ul0fspIKk/PAOGlJTRed62ZltQXrnzAuun0WnMnRybU3hHaQryK1ap/dGI5lbxJZFZ01+tWx
lhmJT61MoLvKmx4yiFIHmk9lj9ZGmDtojwuJ18kNV3nH6TDhAyMu2RZFzZlplVWGF89ujsKm
chX3FlJ05nwHTFo5G505f8ROW9PzYyvqjsqk1PXluvt8sjRQQvUfAoP5nEypw/sVFxD15JwU
zb1c6k6YPSEqHtDX54qXFOC8tAUnb4eWC3dxHvn88cnapOpAV26YSTafzAFg+yruPBOOSgJP
9GL+H72PfRi/h+9jkq+c7Z1IJ88Lo7x5SEhR0+Bx4TDKTqVLuUpbeIOuvUYVxHNNNvXTzw0P
C65Stt1Y8MLm19eZu6YLE831XElOLa0+wUpAV90Y0FSgpNMZCD1DaO2N/sfuu4297NEGbLRL
Gz0PT88KUuJT2VjaQs3u6EMoaHg0NHFDXwCiAofh9rByHEqGoVh0zwNAmk2RrRT9lZHywY2s
D3lk/jhd4ck1DacSOhVhSw4k9l/xwEu3p7jRPSlp3aOpwY24pPQuDBHRuk9VcjkzEj/CH88G
tvp3qTzgoI7oSBrjuA/773Ih3UaJTWxKiUbFL2pOuun6o6jccKTICEKdKylKPaPM0ShI+8T9
3EUF33Pv1TbtTUvMGwmLJkZiKuqAaHFbU89WG3guMhCO6ub7uv6umGW5uJfImzbBgZp3DmRT
E0CpvIYh1FhZdbkLcVsSQEaEgnv93E99DLN3mZdfBd3VOmJbMiOiRFc3IcTvQfMY449on2j/
ABwIWuh2WfsxeOiBanGDQuEqg2I5V5M9pLk+psSkhVO3Akbk6aHakJJ/axGuFv0glWz7zGzQ
jVu1YESzrEDj7NdZK96GUlSU80E6ElKCrpixZQO4N/b17k0qqMo/SZ5yXHlzm3xGXhEpjVm0
QeqW9TlMBLy5iztbY36aqIT7ROGTMzi24iEeiykZg5yXFsuS9qh6jRZcVkRZAjbid+1On2Gn
z/Xa8hidTUZ49nade5BJWZKpnh6Q226lldRXr9uNqdUmEOW5THpZU7KS5K2oLyNfE/ptfZ6d
saG4Gc4OJzK3javLLPiKzmeuCLSKM/Ua6HpplR4KktpdQprwQoBYSpA0GuLiaihENw0X+CW5
VL8RGZmaHH3Tr+4h72u5+gZc2EjbSqSU9JElStrTAR2U4r3lq01QO2LX4KciM0bD9GXmDnPl
JEkvXpebTqYBhAc9qCysNu8rX7RCXVDr324bJNHT0+66MeCS6xjVboy3YyYYsmPlFPbu6RUy
ajedVfUpCdNdGWmh0QOqNy1ak69cfcHhDyui5RcNVlZdttbXYVMbMnUaFTriN7hPmd5OpPng
W0TeE3cOnL2JsIcdSrOZQE6kjA0dsY16kBCwWQO2FTwilNe3oDgLjOoKdeh7jzxyVF+qNf4u
Pzx71Rr/ABcfnjly+a6Wt/Y6fI4WMNatoA0x4VBCpaUtI3r9pIT8sLIyDs1QgD5Y4QpLpWyg
MthS1qUU91rIAOFkVbDznJSnepA1KEHVSU+ZSDiUyCxSp0YjoWvUL6/PGhqY1/MWdD9jGy2O
/wCegzpUQlCe+MTekO4ns7MmeK7LS18tLzfgU+cy0ZNOCkqamlyXyyVp7dB0649GwuMSVvDK
GU13jxI33nt6RGmUvLu83aXZGWiFyKtPZfUIz7bP+2S4QdqtVlLaNe2iiMaauHjj4abVytpu
bsu/0yKFV5iIMeZEjrUvnfFJ8E/axInw/roJhR/EBxnZOcONLoVTvFydLVcbifU4lITzHS2t
O8PbT/g/bCfPUYFK40spY3EvTOF1lmoyK7U4frfrDLQVHYVtK+Ws90r0T7vb2xhfR6TJRvi9
9IJZvCfe1t2Qu2hXZtae/ncZhzRcCPrpzE/eKlAlIP2UfrYj9T9JXBTxu0vhZtGzGKpTZEpq
lzKqy99axMXpptHYoTqncPgrBaPC+JFxOvkuC1mVobQjcdfjjA/EX6Q/iNzNvK6LH4NKK3Go
tktOvVa6ZLTS9UMhSlr3L9ltAUgpGoJVhuDQCo1Tr3SzhV4p+LnM7hRzIzbubMyjIlQprMam
VitpYjM05SlJ561KSnZtCFgJSsHQ4hfBvm/npcfHHTLRt/ibq140JW5+pTatJWzCktpa+tDL
TpIUN3spKAFg+1sxM7KPv0IvTv6T3iytO9c7LQy1tbMB9ygUB9MqqzrfUpa23lrAWlKvFaW0
kgdgok4uPis4+sta9wLTbxyMuiQ8/X3U2+1zTsfjqCSpYX4pIaTruH2lA4EMI/cdfkmF6pDP
aZVeHL0cNk5HxJz6rgzGf+l5cVCiVtMrCFBoJ8lKcjpI8dHfM4J4Fcgrq46HqEu/67GgZd5b
KENu3YCyHZLp+uWCnsFLJUXFd9E7RieGspqLiFcHr6fQpVNbeTSITzIdjN6GKhQ1R80g6pwp
dU2pPYYyIHeR75L5icVmUPGVkLxN5kcSNm0FlVKlQpDwueSElMWO+hsbW0/ZfT7gA8OnbEcy
6p1dy09ENet+0KG8mRfFZEZ2W2CpTEVD6WiT46aB0adtF/HGwjc3s6aVWF75t2rmDw35U8Jm
UlIqEVpc9EmuVOUwptuXPkKS2Sg6e2lHMXp300T5DGiPSF5dXfmxxO5P8F9oWpOjWnTWGGkP
MMqMchaghwpWBoNrLKe/icOklbHUIBCcKZlLnVmP6TevZyV7KqsN0XLaE4ukQlsqDcxDLPLi
tsK7HmPe2B9nv0wq9H9woZs5wWbnhmtnNQptGr2YzUqjxBUmFtqaDu5TqgO4TuLQH7HwwCfE
BwFyoZv0WXpFxlfUrDTSWWaHTamJse3E1BjWpPkbDISrdoQEBPRX3saXzH4duP62eDvK/h74
fyzRQuCmJcq2ZCY8iKteu9XrHZTfU9W9D1weqxSjqZeGPy+q4JPmT6Geqy6DlvbOW190tiJa
T3rNcdqKXEOVN5bgU++Cnr1SkAfADG8ocMR47cVvTaOnTGexrFO26HrxUqCMJWgdND4eGOJd
GmvKOIEjc0wIeoHfBa9G+5whTwuKBPUYCUKPcn88MKVc9WV+jP72PerK/Rn97DVy+XNUzGsC
jTTEqV4UthxPuxnZG1xX9RJJ/jh8oNQui4UI/kllVdtTP6cUpUZv994ob/0seR0WA1U2hPn9
FPJCkdKye4jK2re3l5TKS3+kuCrDf+4w2pP+niT0bhSzMm+3dOdsOnI/RW/SglX+clrUP+Tx
s6HYx0Q+8N/j/wDyol81LKVwZZXlpP8AKW4bmr6kncpM+rKYBH+TillOIZnNlBlrlTmDakuw
bOplJTUYs6JIXDaSHH1JMVSStYAKiAXNNSdOvnizxehpIMLm3I2h49oAv42umw7x1KMhtlbi
AkkeenjjQ0I6REAHTRGKHY31p0+dKlbVp6dMfOD03EFlvM+w6/SLjbNTMV5kQYqz6ygJd3Ie
IT12qV1Sfe16jHpeBQuFfvuTJstE63Jw03VwjejGuKcmiqcvC9lRvp5/qVwYzi9Cz06nT2dx
8eb17You2L2tzPudknwu2fbsqDBp0z/ZR6TokzpD7gU+8E6e0jQLAJ8Bi4ZM2p0UMh3NX1eN
ftDO70k1SqF8VSOzZ2UMEvKafWlLRLBGmu7xL69dqfBA8hhJwJ5h2pS5mbnpHM7H06pkLixN
6vbKl/WctGvUlI5LIA7AE4aGu4N7o1lmLPyu5tZn1yPxZX026h+6ao83TmtD7CY5bKSlPilp
K0IGnQlJxb/CFk7VctPSQWLZ96VRcysobFVnOOklSJLsFySrUnrqCsDX4YnidjKCzcig2dzX
1UzDzCsnKqyJ+YGYNwtUyjU5O96ZIBKB8iOuPj5mnaVsX4nM3O7Iw12nZfQ5TLCWqorQTZrj
h2s6JGgQ2lTrmi9VDoNRiqwB7YdUdaIo9wXhkj6PHLinN8P6L6ti53n6lX2yHlISj1je2lJb
9ptWiB9YrVP1fbrhfwM5DXXn7xXDixVkixl3Z9IQW6ZRoscN+sKLXKRt6AuEp6qcGiT4jEnj
tz9+qbb3KKX9wX8SdpcVF3M5U8O8KpUqsrkNUqZMYS9BhMPEnntrUvYhSdTpvBI1xKb89FTn
LbtFy6sm3Es1yB9JGVcciM5omK88ppK1JSe7SWm0de+pV5nDziLMs9NEDdK0FnHwP3/mfxt2
ZnBVqrTXrHtyO0lFMCjzYpaTuS1y/dOrvj5YUcGvBlm1wscQV91aPXaU7Ydxq3x45dX6ylXN
3sHbs01QC58vZxAkrWObuOzHJH3QVD+B/hjzppvGLf3EleteqYoL0qVHhyZ7K2FVglfv8tRO
1lrwPc42yHApPTFZX7k37kW+H6JyYsyMvbNzWsmo2Df9Ebn0Wqt8mTFdOiSnXXXd37gH8MMF
i8N+TmXWS7eQ1MtdqTa6W3EmBUtH23C4vmneVA66Ea9fHAu0yAW3j4rrJQ7w9ZFPxKLT1ZTW
0GrdVvpaRT2tIitQdyPZ9g6pB1Tp1AxMkxmUKS4pIWpIKQojUgHuMMNa5xuXHxSEBKG0Dlkq
WTr31PfAi2lZ3Fep/wC/X+064QVFxYoC8lpDaSgK0SoEFPgQQAf4AD8MdQgNkEOEEHcOvY+e
IzDY73tXLwWlo9FHw6j4dsCa2Ad/+7BSwEaKSH20QyUeChrjhc1GhcI/HHPcU4EICnm1HRC9
fxxwuJX1PXDZWlndQ7ryzq37R2/LpgW9OzXCFPGiDy1eYx7lq8xhEqzVatkWfZEUJte1aZSW
x2RSoyGAPwQBitKrx+cLlLqSrejX3Lm1Bv8A8Dp1NkPH98tgYfFBDRHMIhkQpnG3Tkx3Z1s5
L3VMabStfNdMGOP4yiv/AEMXZZddbuy0aZdkaOphFSitSUtLOpSFp39fwwCkxCapGX5pFXHF
FmVmRa9wW7aeXtyxqYmpR5z0yauKmU4gM+rbdu4ctGvOV7wPbFXyKTd9y1qFX78zGrVddpqn
VMsy22Go8cqGhPLabAOo79OuMbtRi/DfPT3y696lQRqSwyVSGQhRA3+GNCxk6xGxh+x+Tp1H
qEer2m9EHQ+YxjXJDgFzlurjGrnEdxYyYVSFNmF6jNsuFTb+nVlYQeiUsp+z4qx6JQVojdxE
ydbMqdIplw0p6kViCxLiyEFt2LKQHG3Uk6lKkkaEfA4z/K4FVM8ZtucStu1+BDo1Firjptxm
OlgRAlgpQGtoAOqlE/MnzwGkqzTalIY0y5l+iWyKzazlrmbNzXDWEN1/VxylRTsbEko0Lu8d
dpV108+uBUr0UeWqeHFrh5uTMasSordccraKrGbEdwqUAkJU2rUf0QH4jE8YgOAhK26/wU8P
F00my6NXcvmXY1hrSqjMhxxpCAlW46gdHNymgTu7lRJw5N8JWSLmfDPEr/JJ1N3sI0MtLrgS
s7OTqW9dD06fLpiEa87vDui8MKa3/l/ZuaFnT7Ev6iM1Gmz2uXIivHT2PMH73xw3WVkLlBYW
WkbKG2rEpSLbjApFOkoTIaeJOpWvcDqSe5OHsnNPohqU0ag0K3KQxbtCprMSFGSEMxorYbba
SNNAlIGgHQdB5YWICUAjf3Op6/hgPa3c0iMQhRTq4og664URihsdQnxPbz74aS5E3EoS4kOa
KVr029T4dsCSUODaVdOvj598Mc1yYu6bF80uqK/v69fPvgQWhH2tB88K1/C9ZNXW3g2rcp0k
6aak+GBaFBLoWdx7q16npp3+WBkJy45JaadCH3Uj39G1aI3/AJnX93BTtZpsOU1T5VRbZkP6
8pp1xKS7p72xPvK0wopSkJUbrPEHlFb+b1PyLq19QWbrqcZUyPRSdXHW099fAKV4JwbQs+cp
rjzQq2StCveFIuWiMIkzKOher7Lbnuq17EnxT9nEptEUAqBWnx25M3fxU1PhMpi57lepre/6
R2j1R5xI1daSR19lPTU/awy5z+kfyOydz+oXDsr1yr1qpSmok1dNHNTSVL9xLmndSvHT3cWL
ML66C66zJdnprs5r5zIfyy4a+HJmfNTIdjx2pinZcl4I7ksN6KHunx8cWnmtx9cROS3AnIzc
zry0jWpmHPmmm02muNHYN2qw+pleqkhKErBCyeqR54sxhGXX0Qw9Ov8A/EqVlRwL23xB5+QY
jd33FGUKfQouiFz1/Zd2fZb2JS4rwG7QYauEvjU4hKlweX7xXcTESIimR+fLoD3JTHL7aRoW
0IHvICwkBZ6q3YgPwvroIgkSf0OGc3EfnrZl333nReUirUX6QSimGescxtzRanQlZ1JbSpbY
0HT2TjaqtVdGXUpX5lPTFXijBHW8NHCEDuOiuvzwJCUuDRIGILinjRD5SMe5SMNulWH6RxpZ
YIa9WvO17moK/uyKYuSP85GMlH8MSahZ0cNWcCvoxi+bXrKl9qfLeaeX+Lbh3f6OFpsRpKo9
5wP4hMsUbP4VeGq4WVL/ALkFDYSoaKdpDfqRI8tWNMWRQ6NT6DR4lHpDRZixGRHaSo6+wBoN
fgB0HwxY0FHTyj7twHwsnWPNQ3PHIiqZt1iiXHQb9aos+kNSGG25kP1lh5LvL3EJC0LTpyU+
Pjinr2szM3Ka7qNbt5z6DUY1ZD4ZmU3msrb5W3cotq9nQ7k/b8cYvazZpssU8zTnz6CkBxGh
TrS1LMtnqn3+2NFRh/N0AHTEDY71p02dKEICu2Dm2khIcUdqh2I799f7euNhHYDJDdnqut7G
vZQdcDSoBO0LOnlriQ0tOoTLnmhNFkdCB8MHMlr3FjaD3A6Y5lrWtkid1GtuJKCytxIJ7p2j
ccG88BGinUkfBIT46/24aA/Xc8l2+ETVa1SbegKnVmpx4UZPeRKcDTY/a3HX8sF23d9sXZFV
UbTuGFUm0jRT8GSh1B+ax0T+WDGilPeJNvx+iS7UnvLNrLHLlJfv+/KLRgP/ABrOQwFfqpSo
pOvzwooWZeXd02Z/dCt28KdMoJQp01xmS25F0HvL5qQEp0+7phBQScGEe069WS91UJA9LNwi
1/OCDlBb9xVeY9UJyac1VmYKvUHHVqKAkLPt6aqHtbPDEv4p+OPK/hMq1sUW9YMudJuSUGQx
CG5cZhKgHHinx2rKQB9rRWJ3YXxz2dp17l2+EpvLjoyjszietvhcnNy361cTJeTLjp3MQyoE
toX46uJCj+rqnDBeXH9GtTjroHB7BscTm6pFQqTVWnSHYb7jK3WwUdiAhKSfngMNDK7ukm/X
uXXarwzVzNt3KDLau5nXXIDdOoUNyU4VH3wgbin5qUEpT+1jGWV/pLeIPMDgpzJ4iGsvqauq
WvUUMQFJbUqItp1aQfZGi1FneNevtY7D6V1VBZwuV3dVe8P+cHpc+LmIxnBlxeUFigRZwQmP
IEWGzMKValG0p3lOvs669umPpfBkS1wGTUkBuQlve6B1BV5DBcYibS91osUGHPVfLrj64sKR
XPSQW7QKhmJMotq5cOttypNNdUlbjiE86Q2Ckj6w/wBGE9vDEh4e80r+4vuLb+/rzVuVu0Ms
LB5opj8+TymdxCglhLh9lbx3b3dBp2SPfa23bKDs0EIkGZ1ugElUzljxkZTXHx3XPxgZ61p9
MamiRIt+lNR1viU6kbIrXs9tEdSfvde+LP8ARsSalS6dnB6SHNaSp36OjzERS4ogSZDiec6N
T3Htstp+KyPDE6SiFNBZwzSFUBkXxWNcPkO+c/YLzc/Mu8nHoVPkPI3intOHmvSXNepUorQE
eKtp1xfXoacp6fd143rxk5wKVUWrbQpceoVJXMJlqTzXnitWp3BKUjd30Vh+IwmmorjI8/ag
wknVO/oi7Q/u4cYmYfFMulNtQYjrpiIYQENodlOq5aUgDQbEAk6ffGIh6cHPymXXxF0HJtEh
blIs9Idnx4ugUqQ/otzQjxCEIGvnhkRkqMUa1rjut1F8vxCKGjgbyzfmFcubnFjndblNumkO
RDXuRTLfpyUlMeHDcdCGENI8GwAAFaAgjcPPG/PS9sTsoeEew+GrLq35Rp9SfjwXHIzKlBxD
CRy2lbR0JXsVr5gnvhmKNcK2nDDZo1HsPx/VDAK1jwiZKU/h54eLUypp/su02GPWHANA4+57
Th+PtnQ4soODfyl9UfHGLxBxkfv3z5qaEYhtTh2JUdPvA4MTon3enyxGKeF7lr++fzx7lr++
fzwiVfNIOcxne2AU/pAUkfwwGfb9u3NHMe6Legz2z3bnMJdSfwUDjwuKfEaI5uP+pSeGEXSc
vKXRfZtGdVKC75W9U5MJP+abUlOJNRL8z/trpQc83pKUDRLVyU5iWlQ/WKA24fzxp8O2hraU
ZuPn9UvDCfJXGxmblyyHMw7asqU2QRzvpd6juqB77WXm1pV2HvLxHa1xD/3wub8GqjL64LdZ
o1JeTrWmAhE0PSW0qWy52cb0ZSNyQDocafEcSqKjC55Cfn9UJSajaevxkkDQuI640e0OuwdP
hiJsce9OunR/RlGIpn1nLQMiMoK7m1caOZGocRT5QVac5RGiED4lfTGxjGSGVWuU/Hvl5dvC
crikv6kG3IMfnIdhrc3+sutgJCWCeq9SU9/JWIplD6Rt7MHhovriNr2XZo8W3pS41LYcUS1U
FqADKAs9SveQD4e3+ri8jw/roIShA9JBmra/AgznjedMpqbqrNWcplEW6jY3OSkEqeKB2SEp
WP2kjzwxcYfEl6QePk9bGdNlFm1LWlUKLNqkmIGw43JccCdCpwbk+zyztT+kV5YmNwvroIRe
o/wmWP6RPMS1v77ORxLTI9IYZkPNU+5ag46iXsbWnQx1JLIG4A7t3fEV4bmPSLcfs6rVuk8T
lRo0OjKabkSPpByntqdWneEobjpSDtCU7v2sWgdQ8h5JN+6U+kssPNy6M8Mp8j7tzSYrNw1C
kQqfKYZU4iK1ILqkKkAE6DmalRUeoSkeWD/R4WXUssfSGS7AyGzVeui06XGeNbrEdsMxH9rA
Chola0k84p2qPYBWmAbrOxcRdvqucv8AL3h54iuOK+P7tGejdJs1NSlyGqpMnMxHaktT+1pl
JfSojqsaHwSNMXTx+U6kcL2X1A9H7w0VSryP5YTfpGaiZLDrig6r1ZDCdmm1C3W1KKexCT09
rHBrOLBGnb6sy5/RkZfZUUjL7M2q3VDptuZWU81SvKiQlOz6xIbUJDi9fFAKNqUnoB0GMmZ8
8bVGzh42KdxDmw51ate2lMOU2hyFhjmtsJLralkBwITzSVq039Dtw6mc2tnyTd9Xr6L2nVLi
l4ub6428zoiWm6OpbzRf/o4r7o0SNx7hthJHwO3FIzuJrOqbxiX1xzZOZfN1qFb0l3SbNiuP
xKfHX/N2nFqB1B5begCfBRHjgsDWdt4aUPVzcdvpF1cQ/AraNGoUD6Pq97VCQ1VYMZRU2ERT
r7PjsWpTagO3slOCONyFK4cOCzKvgbs1vSt3SEVKsxW+rjrpKCUED3t0l7YAfsxwOyRo2jpm
0UvDKXfWi/Rn8LnGfw/L+jM8b8hotOLTlRqZbUF/mJZeW62sLIQgIHuq67/E40pxBZv0LIXJ
a4s37hcQlijQ3ZCGt23mO7dGmx8VL6YosTPba3hhFgC+FN22fmHW6AzxU3tAM2k3HcD0dckq
UPWn0kPvHU9h7W1P6yDj6MelBXkvH9Gxbn8g6fFptMnSKe/RKfTEpCCtwFw9ANOiHHFK816k
9euNViErZZII2qOQsYZv5F2BlFwK5e3dV7TaXe2YdQcnomqW6DGpyFHltpb7AqWUHUdwcX/x
qIc4X/Rh5Z8NNIbMefeARNqziAQSEjnvJOnc895sDX7KSMOqqkVMvDCUhUnVODuqZL8DEviX
zMopVXL0kx4NGjSGTup0RXtuSVJ0991LfTXqlCie5xoQP1fhz9ChAg2zSJS6tf5cEl+IytS0
IkLWVLUlI1IEdCE9fliJWVorW8MIEAWjPRKZHO5L8G1GqMummPVbqccrElpSSHNHAEsIIPYh
pCNf1sY7ya9Hpnfxecc12XdxI2RVKHb8SruzKguc0psyiV70RWlDwKAPaH2Br3xWUuIdmqa6
Q/wI4H7OrVt/hBzhR6XyFfVdyyfjWVRiJFLmx4+kNmMzH5TLY07FKuqQOx7aYse9K9xuVz0m
NLsWXQJC8qN7a2RKp6XqeWm2Sta+YWyEulZISrfr1x1TiHEdPJ/IiCNbNQzy2koWrUJGgHgO
uv8Ab1x4JAGh64zRPEKeAjm3ABtSdB5DHUdsBKejOWr/ABgY9y1f4wMcuWJqnwX5Oz1esWu1
VbZk+VAnrDX+YJWx/o4jdZ4VM4KCrfbGZtLrDafdiXFEVDcV/wAMzvH/ACeIGJbMw1f7oD8L
fRE3jzXKJwy5/wBZRuuG57Xtpr7sYOz3fzc9Vb/hicW/wV2enYL7vq6rhcHvR3JhhRz80QkM
L/jgGE7LQwD9oAPxz+YShx5qwrBySyfy0cRIsjLai0mQrvLiQh6wf2ndAo/icVdxVsNRs6rT
nsjRcykz2du/YrVDsVaNBqfvr97ywTH6aniw+drCAPdZLDnqmeiNbatDQnqkvIGh7Y0fH6hJ
Pj44zexBvDO46pJ0agao+s6/PGGfThZyKoeVdtZJUuUlpyuTDPls66lLDWhSCPIuK7eaTj0f
DqXtVbYery9iZNlosPZsZ03DmxS7TyUsyNKbtS2w1CpkAAoNQlKJK5LnhzHFEqAHu67cXxxy
3bmhltGtXgKte1YjdCpEKEWlxQ4XqxIcb2HXxIL6lHr9oa98bKOEWh9+qCVD7My3z2zZ4jbB
4MM45i/V7beRH+h44aKIMbaHX/aaACllKRru7qA17Y0z6ZC+pM1rLvhaslKQ9V5aJTkJnuNp
5LKdo8CpStB8MRJQ9tbke7y9iBuqY+kJuqn8IPADSclrTmCPIqcdm32lIOhLWwl9fTzLatfP
mde+Iv6O/wBH1nFlHVbSz0urPmTTqOqP9MuWVFU6lt1TzO0c1O/ZqlKklXs+AxAgqGmi3ywX
+CLYclQFYyuzW9J5xkZhXFlZcMOC3TNEsS6i4pCPV0r5CUjb23t8xRHj1ONWX/kpZ/o0vR9X
dItWoGXctTiJgyK/ptU6899WENnulKQpSgB0BGuJFbK3e9HsyPXWiZuqgeBDIf0eyMtbVzG4
jczYUi8a3UtYdusVBX1J53Ljpcaa0UkFaUkhZPsnCzigvChWH6ZKm3pnRPXTrbpciC8ibJaJ
QhluJvbUOnXa91P63Xvgu7+0A8tE0NWnLh9IRlHn7kpnIrLO0arU6PaFCWFVGYwpEeoKdbcQ
lCWwN4QlYBJWUnRRxjDJSx6nlj6NnM7PWDR1uz7zqDNCZmNpBMeKFhTzg6bgkqKknTodvXAM
MphRuu5/mjbivbKm1MwcmPQyT6vlPbUuVX7uS9JkLgNlTzLMh4Nl3bpqrRhoHT7ytcZkyHyl
4zsx7Nb4QsvMqZ9CpN0TE1SrVOTDcjh9tSUBrmur9gMAEqbTp1PUB7Euhr4Q6Z7gLj25IO6r
2vT0dV/2zxn5P5XU2yp06wqSxFT9P8pamZRaWuXKLh7p3OJKev6vwxPfSG8F/GDmRxe0DPzh
7okaqR6RGiiFJVJjhER9pZWCpDqiCAtSlDyKie5wOTEonHeOvXvRgz3K++BnI7jGy/uCvZjc
Xudwrz9XYbZYocZ5TkeJsO4q9xDaDp01SntiW8cnCfP4xclF5SwcwnLePrrU1T6G+Y29y0+6
6k9NN6wr5gHvin7VEK/esES1tFAczfRq0C5uBKBwi27WYyKhRW0zItWkDalyb1W68dB1Dq1O
gD7PTBlh+jWt27ODm2uF/ifuZdwybecXIYn0d1SDTyoaJSg/bABIGvhh5xAEhxOY06uhFqnO
dnADw758WBa+WV70B5EOz2W41MdhPFD8ZpsABsgdCkhIGnboPLE9zI4f8nM4KXTqPmbl9TK0
zSFIXCNQYKlN7NPZGoOgVoNQO+mIPapAd4ON/ilsna8MvbEvq3HrKve1IFSpb2iXabNaSpvU
dtARp0wfSLWtqgW3Fs+kUGJGpUNoR48NCBy0IA0CdgGgGnTTTAhO9pycfFNDANE5MsstIDbJ
CEpAASnoABpp+Wg/LBm1KkBIJ00A0HkOw/DDS65eT/F63v8Ajz/FcBlb2LyGUNt8rX2fu+Hf
X+3HQ2UE/WHrp4+XbHOd63/dr7/jzRACvOJ06HHtjW/TmfxxHvbRPsu6J8AMDQQr3jp8sJZd
ZC2R/MY9sj+Yxy5fOCjTPSG2iNtEor9bZ+5cr1ImD99mTDOLByzzf4unpjMLMjhObiRlObFV
SkXNEWhKfPkE6/8AKYbQOqR635p6luauaefFoVVcTKDhtmXcpDe9M76dhQmSry9o7v8AQxW1
XzG9IrViAzkRHt9lXvIgJgznB/wrs9A/5PBZ21JHd/NcEzy7V4wbnBdvOhZo1BpXdEOs0iA0
fxhS2Dhutey4dmXlIo1w5Pz7criYqXzLrXq78h5pSloV9amS4og7OvXwR5DGC2jhrewT5nzR
IFPKEk/T8AA6Avo6DGjWk7U4TYf9xOmzo5torTprj5dccOT+b/GD6SNzJ+j0udEiwmWorE19
pfKYiBPMff102lBcWvTx1x6jg9S2mdxCmTp8urhVkWd6SDKvKahWJKas+hMxFwZbrRLcxLA9
ZddKwNFrLoUF6aEap0xal7cLGdWZfpS6ZmdmBaElVlUlDMmBUwQthKWW9yEnXrr6wSr8dcXL
MQygQbI7gm4Y87rQ48syM085bNfjRnQ/IgVVQHq8lch7VGwjqranodfDpiV5pcDWa+ZHpIbX
4lavKpsuyqShlzlc0iRFdZSSlrZ2P15J1+OIM+Id7iIvDCfPSRcCl8cZls27Cy+vGn02VQJL
hMaqBaWHEu6akKQhZ6cofvHEc4ePRe5q2rczmYedfE9WLgrDdLkU+I3DU84mEHm+UHEuPKK/
ZSvUAI6bB5Y6DFKPsHs8vqhAKzuBLgNt/gloVeiRLzNfnV2ShSpzkX1Xa23rymvaWevtHcfi
fPFlcRPD3l7xO5VzspsyWZQps1fML0VwpdbWn3FA9wep64qTVmSt7eTl11qj8MKo8jvRP8Im
SFywLujUKp1yp05wPxpNwTgoR1AghSWkhCVEEA6nyxbOdHChw/cRhiOZw5YRKy/EBDT+5bbw
Se7Zcb0O34a6YlOxP7/VMESkGX+TmV2VVpt2Pl7YlLpNICVbqfCZQEvKPQlYA0UT464XwMvL
BgWuuxqfZ9Mj0dYUlVMYitojKCjqQWwnadSST07nFOaislPdJ80fhpxt+gUK2qKxQbcprMCD
Fb5TMKK2GmWUfdSgAAD4AaYWtIUFFQdOpBGoPgRof4AD5DBRK+Pj2KDwkaygICtFkb9d3X3t
e+vzwYkffcJ+fXATK/mjiNDaRtAdLhK06gKJ6jpp3+XTAuSdUlTh9jtqe3b/AFD8sOLXb3EQ
91DaQlKQlC9ANdAD8df7cDCBt2lWo8vDHOa4JxjXAhLbO1Ounyx5KeX1Ouuuv4+eFLkItQk6
pTtSo6A66a48PZ93pqdcOBSbqEltAHYY8FIHYYW6TdXkEEaHHdyD3OOunhqC4kH7R/PHClBO
oSMA3k8NXD7P2z+ePK0c6pcV+eO3126veqq/TOfwx71VX6Zz+GF4gXbixa3xs5XpO562L0bP
xt6Qf+rCqNxrZSl3c5bF7g9tf5MTv/tGIg2qpW6AeX1Q+A/mlTHGzk6gaP0680DvobUqR/8A
sOFkDjdyLU4fqbtQT30tOqjX/wCpsFfj+EW/xH+pv1TuA/mnFHG9kNpzOfdW7z/krVtf/rbF
Z5p5tWnm7nNRatl9CrhRGo0qPMfqNFnwktqDsVbafr2E7u7mn44ptoNoaWvw2ekiaA/mLX8b
38k6CB/NOlqpW9ckAbNfr0f8/Gjm2wUa6Yp9h/3E6JOENsFeg12/LHkQ2FyDKKAXdu0u6e1p
5a+XU/njeROs1Adnqjgw0Hy44gFWuu7Trr066/gPywa2yhDQSF9B4DEhshyz00SEI1tsp0Bd
PTXTr217/ngSGx3UrU4EXX1SG6OS2lRBKtSkaA+WDm207UpKtQk7gPI9tfngAjYG7gGXJdZH
IbSjrr5/x7/njqChCird1Omp176dscLBu77EcI5ra2SUqI1Gh08sGAM6FpY1BOungTggja03
Ka14XfZCClZ79x54AhwDxP4YCWvacneaUPKU/VrGh6/A4MCGfBX5YThk3uddV10JtLSvtYGj
kq/w4/LCCBx9q7fKMCWeyVa4N+r7lWHcCQ5bx8UheEFvYOmB6o001wnBk/mPiu4i9qk9zjmq
SfaVjhTv5ri8L25PnjoKFe8rT5YJ20fyeSAZF7ckdlY5on9IfzxHIdzS74QQ4hruv+OPB9lP
vE4MR71wkXQog+04n8cdGxHvKUcMdA4e1GbIEFSkBPVWCJtTptLaLtQmMtNj3lvrDOvy1OOD
N3UoMJcdVF/74PI3/wAr9sf+mIv+vHv74PI3/wAr9sf+mIv+vBeND7vJSOzvWLk8NXEor+il
WK5/+eyx/wCzYOY4auJNJ1XFsY/OpTf/AHPGR/slP1f+lL2hqUtcOnEyB7FJsV3/APS8sf8A
sWDWuHrikbOqrXsZ34orUsf+xYV/2fUVv33+of0ru0hHoyA4pCP/AL1LJ/8AT8n/ANyw1SIN
+2jer1gZjW9SYUtEJmoMrpM1UtKm3FLQR1bb6jkn5bhipxbZ6bDaWevdp+P0HzT4KkKUWcVG
56cNx/20gd/18aKQ4nQDriVsP+4nXThGpSCNTgbSDpprp8sbZpsEAhHBCfEa/PA0JSR1H4YP
ey6yG2AD1OvzwJCG9eqsDc5LuoxBSg9VYOaShJ1Usn5nDXPsuaxDDidNV6HZ3UVaA4YL9zfy
tywgGoZi3/RqMyn3nKpKQzt/D2TiM+ayOyO6oy/vSucKFqKXFtyqVi6JCfdFChKKFf8ACObE
fwxVVy+mQuOorLGXHD6EJT7sirVJS1q/qIQE/wCniBWYpw/b14qW3D+ugo0/6T/jFuBXMpVq
WrTx5CG47/avCM+kL45eZzPX6Bt8vorFI/aQX168VNGF9dBKInpJON2EvSVFtl7/AClNWn+x
eH2melM4oIJCatlxaUpKO5aS+jX/AJTCDaQc+vFJ6L66Cfqb6XjMiMOXXOHqmunzh1Nxr/nt
nEgpvpjaE1/93+H6rMf+ZzW3f+eEYmN2gHPrxSnC+ugpBT/TBZELH+yWV15xf2YsZX/tOFqf
S78NYTvfty72j5GFHP8A7TiYMdb1/uoRw89f7Lr/AKYDhlYG9Nq3iT5fRqP+3jqPS/8ADAT1
oF5f+jUf9vHenW8+vFL6OPX+yURvS38Lbv8ASQbrZ/apqT/6+FbHpYOFFY19cuNv9umFWOGO
t59eKQ4eUpZ9Krwbq/2xeFVY/bpj5/8AVwrj+lJ4Knu+aUwft0mX/wC7Yl+l6Tq31QTh/XQR
qfSd8F7nQZrPf+h5/wD7vgTvpQeC1v2TmlJUPvJpEv8A92xGOIBd6PKQSvSo8GjLerd71J//
ACNFkn+1OGqoelt4UG0awKfdEsp93kU5I3fmvAjinvSDDz1/sorWfTJZOacm18mrulL+9I5D
A/5zmILdXplMxnituxsgojKf09Tnqd/gG0Yjv2gHPrxUhuHnr/ZVtdnpIOOu/FLiUqt0y3UK
7JpNPSFD+s6HMVvccHiHzknhzMvMKu1hDn/g0+apTSPkk6gYp63ajh6HrxVhBg/u68En/vZa
5/iJ/fOPf3stc/xE/vnFP/aV3PrxU70eOv8AZa7a4zb1Sfb4e56v8jXYqv7U4sXIHOwZ1Uur
yZVmyaHJpE/1J2LLfQ/qeUle4FA7e2Mek4PtIaqezhcde9Y4sbyVkIbDbeqjrij6XxyuVVoV
Ck8P10SoxcWhMhmXBAUnfproZGD4tijaAd5g8EPdHJL4/G7MQgb+HK8P+M07/wB7xB76zFq2
cGbUC8GsrK3Qo8KlPQ5L9XeiL5h5qFt6BmQv7run4Yy+0G1LKnDZ4y245Wy+aNA1vJPllpV/
K+mjXUetI6f18aJQkbeicB2Asaee6LOj2honqcDb9k6a42UIyzQnBHpKE91a4G0UJHU4eGlu
pTTK1xyXWdpRqXUp/bwhuC8LPs+Kqfd1z06lsD3pNQlNspH4kkfwwCaQM1KOTvaBVLfnpGeE
KwA5GdzSYq8pPux6AyZSlf8ACDRr/TxRWYPpjZUtS6fkzkk45u/optySglX4stAf9JiJV4nB
Ta28vqiw0jzqqUvPi+42c6XlQajmTIpcZ7tDt0Cn/wCkNHP44htM4cLnuio/TFyzpMqSv3nZ
SlOLV81HqcZTFMfjHqOt18Vb0WGP/jHXgp/bnCowFoXKYKleSk64sWh8NNHioQow0ajx0H+r
GFr9o9/R/n+q0cGHk6jrwUqpeUFEjt9YWmnwwvRlVQyNDExmJMVd/MfH9VPFM3kuJynoqevq
aB+Ax17KijPgpbio0PfeBiH6Vl/nPifqu7MOSTOZK0R3r6v1whkcP1vrc9lAH4YnNxiT+c+P
6rjTN5JMeHOgtp9iCkfID/VhBM4b6co6piEfEYlU+0Th6zz4/qoxoBy68ElVwuUVSN3qKdfP
QY81wt0VHvQU/iB/qxL9NOt658f1QfR55deCGnhboyffgA/MDBi+GGjJR0hAfgP9WA+nH/zn
x/Vd6PPLrwTTU+FemSOqIp/DCFPClBUfaQs/MYONoR/N5/qk9He7rwRrfCxTwvpG0/q/92DW
uFeEBoIhA8sP/tM7/qHx/Vd6N93XghPcK1LX0VHJ/q4NRwuwAEFxjUjskpwh2kP858f1Xejv
d14JVH4Y6MwvRyID8CBh6g8O1FbVvMQbj46YrX4w/wDnPj+qP2D3deCfqfkrQ4Y0EfUeWHyn
5d0iCPq2B18sVMmKOf6zj4/qiiG2iU/yShfc/wBLHv5JQvuf6WI/bX/zHx/VP4Q5IaeCq1n0
fUZvX2gj7s2Kv+2Hif5J5K29klS6jTaPX6xUnKrJ9aelVZbSnf6JLe0JS22NPq/4Y+rcMw2m
op8/y+i8vOSnSdi0+9ilYPApQIjKYtJzuvaPFQvVLCVU5xAT5BZha6YscWpqXFm938v1QbJY
jglaKf8A8IC9/wDMUz/3HEBuWxKtlZm1Ny9k3pUK7CVTIs+O/VUs7mCp2U2oatNN66bEYxG0
uCU9FQT3/L6I8CkdioDl4U3/AM6R/wA/Gh0AJT1xE2BNqedFmFwjGigDqfzwNXLSjv8AjjYt
ksE3dUVzUz2yfyRgisZp39TaM1puSxKeAeWrySjrzPw0xmPM30vVpR3V0rJXLSfWXSNrc+s/
zdhR/VbT7Z/rFGIdZiAjCSjojJqqLvjjL41c31LaTfa6DDV2i24lMYD/AIU/XfxxBG8j77vi
ofTF11ufPkL95+c6t5avmpWpxlMUxsx+3rxV/RYXxNevJTO2uFlThR6ywD+0nX/qxY1ucNNK
jNgGAnRHfoOuPPsR2gfU6HrxWigw1vLrwUzoWUFJpLISzGSAnsE6DTEjgWnT4iNeWCfiMZeo
xOST29eKsxEyP2Je1FiITvAII8cKUEoToG+o8BisMckntUuBzUY2tsDQnHhqnss/niO9rlwA
QkJB7q/M4EG0KG4q9r7uG8Fy7JGIRub1SojA0tk9eYfzw4NcuICGhAWvQrJ/HHXFNOe6dPlg
EkEkaEZWoQYaLf1atP2seLKGvEK+eCcV/NFDmoOweKjgTjSSNN2A8V/NLvNRZjtHwGOiOx4K
w8Ryc1281e5SB17fHAOUkdAfyx3Dk5rt5q9sB7qOBoZBOpWSR444xyc1281BMRvXVQGvxwJp
Lw8E4V7nIJmaugaL26462yB44jlrk3dC96mjzTj3qaPNOC2KbZVOjNfiSR7DWckEp812+0f/
AFsHxM2+J1rTl5wUUadgq3Wun/1T8T+ePoA7cb5uB1/mXlhhKXxc5OKMJ6ZnW7/Xthz/AN7w
tbzy4nWdnLzDs0/K2n1f/vAYnQbZvlH3cdvgP/sk7vJNdQ4yc56TKNPk515aGUfcis0GQ6+f
+CTUNf8ARwhp+Yd+5s5kO3NmFWovrlMhJgphMW7Lo6i244HUuESnVcwBTTwG3TTVXmcJj+Iz
SYVOZQT8boUKsPL5BTedKBWf6dB01/HGhQW0N6rc1+ZwTYaMsp57lSJBvaKsM/OMLIjhziLO
Yd5tKqJTq1QqYoPTXFfqtDr/AFidnwxi7OX0pmfOb7zlFyYp7dn0knaZmqXprifPmabW/wCr
i+xKpbCMjZdR08j/AFlUVEydvm/60bhumoy5k106rmTH1uurPmVqJJ/PFy5f8NFMhNIdlNId
WDruGoOvzxgcVxkO9V3n+q0tBhzma9eSsihZP0iClClRk6+fTEogWhT4qfqoo/DHneIYpJIf
XPj+qv4Ydz1U5s02HGA5bfbCpprUaNr2699OmKx0oU1rSEJqOEDQqJ+GOhO3spf54G4sPsS2
J1Q0NgjQnBqUOK99YGGl5GhRAN3ReDA15unTywNDYPQ4aQluutpT5a6YMQFLOqWhr5jAblch
oa5XftgSWiG1kK7YHmm3KGlTevRI/DHG20d9ow1zy7UpA0ckItAjQq1x1bLg7KThpIUgNC4W
0+eAnXxwA2XFoC6hAHudfnjvKRgnEdzQCvFsHxxxDOuE4juaUBe5Xyx7lnzGDGQpbLzg+PfA
0NNlGu/AN/mkLG8kAJ1Pb8cHbUjoB+eHN96aUHmI++P3ce5iPvj93HLlTlNy9z/uBHLpGRVQ
j/77X50aIj9xKnHf9HEopHC9xCVlaHa9e9oURs/4OOzIqR/zijET/DH0tRbDwyHTr/KvI+2h
SqhcFEGeUuXhnddVSA95imrhwWz8tjIV/wApiV0bgo4coaOZU8tk1tf6W535FYT+6+VY2NJs
1hdMMwP9P0QeIrHte1bOsqOIdrW5TKUyn3W6e0iOyP6qNoxQGfUulNcTjrNPqUUuyrdjpLaX
kpLex6Z7JA1Ov1nnii2oZRx4TPkPJSKcJv8A5e0HLpr+XlfC/UKQDMkORhvVy0dwAfHGe8/v
Si5v5sF61ciKS9atLfVsTVXVJVUZA+BA2NH9VG5fxxk9lK/h085VlTRcTVU1Z+RNyXhNXWrm
U9KkSFb3ZEtRcW4rzUpXUn4nF65a8OVOpgQp6LooDTd4gYoNodoXMGR68VpKGhby68FatAsm
mUtsbGNNO2mJDDajso0QkgfDGKqal8ntWhDWRhDTHQte1PQfDB6GQlv3tMVBidIc05oAQwCG
+hx1oup7JThm4SiiyN02ueydR8cCCyfFOHBt03RdACe2BIa1b1V+eCCO6ZvIxoc9O1B2/A46
EN/pCPxxxYuuupDaW/YBV8dcHx0uDssYAY0m8huD6vrj2m0Had2uHmJOuhIQ072H5Y7t2DRH
XEUxpA5eJI/pFE/sHHuh7jHGNHDlzQ7NdcecTp+GAGNcXLoAT7o0+WOtpHY9cJuIJKGpA006
fhggFIb11V+eObHdJvIxZb7a6fLA0pSfcBODiFJvosp2uaK6jHPq0o6YA6Gy4PQkcpX28e5o
3cnXrhrsk8Zr29HkMe3o8hhE5WNPcqUWluKpUJEmSGytiO+4W0vqHYEjtriibpzm494NRWmm
cK1FZiN+7LiVhNZUf+CQuGv+OPtkTuB7gt8F4vwxyUIuviX4r6fCefrVUlUSSwjVqImxJkZC
l/o+bIU83+O/G0YgbIKtBr5nFfQVj2N++bf45/NSA0clmPimodHvHiFfol1xXJ8GNb8F5NPf
Wsxw4p6YFLLJO1SiEJBOmp2jyGGG1LNtO0d7NoWxTaahwaKTTYiI4UNSeu0DXqSfxOPI9sKy
qGITtz4X8ue74aKdDu30RuZNEduWwqxSAn2psdxHz174qWxOHal0pKXH4WqlJ2knuR5fLFMK
9uHQlgNr9e5XmCQh47wVn0OyqXR4wShCenhph8iMBoeydPljI4lVcWffIuFqKelc7ug2KUMs
lrtoRhUhOvQdB8MQJHSF3GGnJT2hp7x0Q2kuDqCn546hZcVoFHBRCXd4Oy+KQ05doUeCkjQY
6C6tGqdfwwE1AHeAQ4RxILXzRrSHWVa+wfngKmQT7oHywcxiWd0zTZp0HWSKWB3fGiMQ08ro
tQGDWo60N6LfH54UVAZG6oIyOiCWh3eC9tKDos6/PHgpB6gD8MB7RuPhmIyOo9hRoWA946I5
sKS3qB+WDW2do74bC0Sd4nJNNOXQ2BzXQdytD1wNIHL1HT5YeIeB3XOufinQxcQITa0Ib1Da
R8dMGBLTbfsKBOIvG395tszp+i4BsXrIgpUDonpjvKU57qiPlgImLd5pGun6JDAXd4HJcDa+
Vyz389cDG1wdu+O42/vRhuZ0TjZ3eGi4pxIX7owJO3unAA5x3mka6JNwM7xXd20e0Brjitm3
Q4V0xlN2iyjimdHBZxzUdvKVPRWqFTEXazQKZNqDcSp1ox0SFwkOo2tnYVaICntqCpWu0Oa+
GJzdvDTntlZVXf5HtVXMOlSEpdDinosafDUEarQptYioLZ+yodcerbMbMsxvCuCAOJz9vjYl
UuI4t2Kt3C3L4fqiYPDtmRUqTVczM9r+k5YUejQy61DiSoMhwaDVb0pSkONBBSlISlCveUfb
xDMtHbkqtsNTrlmF559a3WOY0GnVx1LIZDiB0QvlgE6faVriPtngcOy+GU8G6DJ7TkT+JsD4
pMOr31FT2ojucvZ4Xsn0JSEbgkY6QlJ3I6nzx5ho6xWgbmEHlnzx7lnzwlk5V5R+IviYt9pL
E5izrja1BWytuRTH1adtVpMpJ/zeJVS+M+bCAbv/AIf7ihj9PR3o85n8itD3+jj6fo9t6OQ5
keX9S8l4YUqovGZw3zXg3U8x41BfA0DN1R3aQsD/AIcaYtCg1+hXGwmbQKnHnx3Oz1OfS6Pz
BA/hjWU2IUdQ3K3kmAKO5icPOTebtTRXrxtVT1RbaSyipU6a/EfLaSopRzGSlW0FaiBroNx8
ziibusOm5XZ3SrFt26axJp7dKYk+qViZ60Q+uVJRolStXCNjKT1Pjih2yoqIYfPWWF/w680t
O+5SoDmtrQtRI8j1GG/kto6IO3TwGPBcXa6Wo4bVtMDYLItMW+LmvWnZf5cUWkSp1Sjvyi5V
564jCG2fV9RqG3Dr9b/HEnTw78WSBqLHsg//AKySz/8Au/G02d2LONYb2gjr/KUtfjrcOreG
T14hM1yWznJldXqTBzTtOhR4lY5qIsqj1V+Xo62AQlQMVvukLP4YV2Zb2eGZkisSMvbEt56B
SZv0ep+qVl2I8p3lJXqEiK4NPbGFGyAOKeiLZ9f9v5JPS9qLiX68U8P5KcUcVoq/uY21JI95
uFc+rp+SVxEDDD9LVWg1xu1r/s6oW1V3k7motWQkNyR95t9C1suD9lYOI2L7B1WG0fEF/P8A
pT6LaASanrxQ63Vq+xVKTblqW8zUqpWJXq0eO9JTGTrylL6kg/cOH9OUPFSlP1WS8A//AKxx
/wDs4Ds7sWcVouJbr/KU6vxT0dLwz15hILwtbPvL2iuXbe2T0ePSYi2kSpUWvxnzHStaWwsh
KeoStYKv1cAkfy0q90UyxcvbPZqtUqjbjiEyZiYrKEtbNxK1dftjAavYiro8QosNIN5Pj/T+
RR6LE+JRcQnrxSjMTLriRyxtlu9rytC0Waa3LYjPNMVqXIfIelobBA9TQn7YHv4DGZv+5rrZ
sLLmyotVnuQnagt2bN9UZjNoUlBBPLcKjqsYnV2xZjraHCQM39fy/kUCixPiUXE6+aPv2xeI
bLGFTrivu2LRapsqoR4LjcGryJL/ALfiAYzaf9PBUdF+3ReRsXLWwkVqa1C+kHlGe1FSw3u2
ae0Op1xHrdjDHikGE2z6/wC38keDFP2LidfNPCcqeKYJ/wDwfx0//wBhh/68IK9CzZy/n0tn
MrKtykxKtJMZqcKixIAWGlLSCEqHfYcGr/s3rcOouIQfP+kKNRbQCSbhk9eKXILLh5u/aPLC
S3pV4Zh1WTRMnbDmXCqK6tmTUQ4iNTYy/urkrBG//e296v1cZHANm6zHq3hi/n9CrSvxD0cO
v0UgqvD/AMWVMpTtcctWxJDUdHMcixK7M3qR5Bz1Pbr+GIrFu+oVm3LeqNn22Jsy41xWYcFx
9DOi30dQp1YKenyxrcW2H9HVtDHb1+v5VT02L9t0PXipLVslOKyj21ULnn2bZEOPBYdkqRKr
kt53RCd56IhhPb9fEes85lZp1qiWplxRqMKjUacqqynKtJdajxmkhsEEtoWQVLXoP2VYLW7C
cOtoYwPX6/lRKPaASUXEv14p1zIy64j8qbMqt+3TaFmSKbSI65MhynXDJUvbtPRAML2lKJQl
KfvHDdGVmDc9yUGxLDs+DKrNYbckKZnTjEaipaQgqBUG3FH3x9jETFdiPR2MUNPb951/KPzT
KPF+JR8QnrxS/M3KTiZyptdV83jAsduIxKisOQ4NQlyX1c+Wlvp/Nmx03gYS3RXYtr0ORV3o
rj62tOVEa9+U4RohtHxK+mK/aLZQYTWUUdvX65BS8JxP0jRcS/XiU9MZI8W8qOiU5k/braVI
1Sl+6dqh89ImIzSa5XDDrTV00FuBOoUt+FLhMSfWWy4z3KXEt66YkbQbEHAqPiOHX+UJlLjr
a2XhjrzT1auRPEvm5YkC4GbOsaDR63Cbkpbq9YlOqLLiN2wtohbDqOmm/DBlnW+JnK2dWct6
bnimI3bdRVCZgNxm6jGQEtocSlpUgKc0BdKQNegSBjXGCo2Hw/txvb8f/r81Xuq6XGq/L8v1
RzNp8S3Ezcc1pysqvODbchsLFfqjdGprcpYC9rUWPEUHFNp0UVu7iFKA+zhwvy0M+8pV0eVm
NZltMQKnUEU8O06tuyXUubVL1CPVWxp9XiNj2C1WO4dNiFXezPj+YPzCfR4nR0TuwG1/w+v5
I0gIBSdNDgOxQ3kKx4ZMN161UWYXtjP6Rf5nHtjP6Rf5nHJ6qOi2LxAXXF5lv5JSo8Zz+ikX
NUGYId+baQ46PxSjDqnIvihjD1hvLK2XVfch198u/urhIGPoFv2eSOg7hsfd/wDyvJO0NTBc
M+7rDikZu5a1e2YoOhqM5tMiBu8zIjrW02n/AChTgoZWZcvPiqxrajQnCnemoUoqgvn5Os6K
/jirqqWuwWbffI4N+Jt+SNDunVSCgz82LYIRZeeV0sBPZipPoq7Y/GUhSv8AlMG0lm96xdNU
vK/7kjVKo1PlNB2BE9VbSy0ghIKd6+pUpR+ZJ8cdXY727DjE5176gn9U6NjQcgnlS0NJ5vh5
YRLU2T0SBjE4q4CXeGq1mzlzBcp+yBfLvE9QVcwk/Q1UVrr474PX540jfmYdj5X28u8L9uFi
lU0LDKpkkEtlZVsQAE9epx7ZsJI+LAd8ErObSxh9fu2zWeuKbiM4f8x7Won8hM0abPqtJr0d
5EaMhxTqm1ksuH2k6e46rX5YnXA6ki07tWlwhP8AKF7oD06MRQP4YPRYhDiO1HGiAvzy/VLU
wuosJs/VS3MPicy/yrzKgZbXg1U465rLLyqu2wpUKJzHVISHFa70hew9Qj2cPmc2V1IzfsCo
WZVV7XXGlrgzG/6SNJH9FISruk/e06nGgfUDEYpmSd4DS+f1UFsDqQ5lZjyUrT1yZj5W1KWj
lPvVMlxodNqxT5hX+RbxsG9LztrLe0qhed41YQadSWudJkKBJbHyHvYzWwrHU2Hy3Ok1vw5f
D3K4x8ipqMlSme/FXw+ZkZNXPYkG7au7KqVKkRo3/wAnamAHFoAA/wBq/eSD8wDiIcMcp2rc
QloVBcZbSnrfqLymnO7av5l0P5n8ziJieJHENoKAxu7w9t8/mU+mppKagmJOQ0Vuca5bbyPU
T3cq1JH4fSMXpiA8LiObxHSFjui2HFa/EzWgT+PLwTFXyO2rw6EE7zfb7fFJQR7mEzA6jRTL
jg1TYttNlwkuXPFT38AiToP9FP7o8sRrhKZD3EJXnirUM22wQrxG9+R/9q/hgNfxDtrAblFp
yPRMx5K9czM3MvMnaSxWsyLpbpkaU96sypaFKU65oo6AI3/ZSo/1cUBxVcTeQeZ+XMClWTfS
KhWKfWIUqPGbhSkrA5qG3O6NP6Nxf4a41u0+MspaSaklNyNL+zxKpMLpXuqLhRqg2lVs18wa
bk/RJrkNmQ25PqlSjkpciQWlBKglQ6hxxai2gg69HlD+iRjXltWzbOX9tMW/blIj02mU1nRD
MVHLaZQn3iVHQdfHGS+zSj7Hh3a5B3uft8bK52gqxNPuBQCZxj8KZnChSM/bZVId+r9ZRNbU
yVfd52nL1/W34zTkG4xLuPK+k06S261FuTkh1hRUHExkS9pGvnyR+Q8sWG0tTBilfTNhfm2a
wsRkOQtew9yrsLoJsP4zpCbD4/QLXOfshuBkVek4q0LVCqC9fEfzVf8AqGKn9Hpanrls1jN9
9SyKpy6ZBUTqTFho2qUD5OSHXyPPlp8hi6dTOfXse7Pd093w5fgobZGsoN1uSUcbd3quG4ba
yUp0orSp36fqntHRttlRLCT8VPhJ+TB88R3h+YRJ4pLe5n+BoFTcGvh7cIa/kSPxOMZj1U6q
25pIw67Wey+Q/BXVJGI8C3rZqzeO9aBkN6shWgfrNJQAO3/3Rb/1D8sVjw35fKzfznRdFSaL
9BsV0KQhQ9iXUz7aSD2IaY1PweWlXvJBxOxfD3YltHhxcLtb7DmPlZDwydtPhNmZH3ZLV6mk
to1B798YNvOckQcyKsFaH6Yrat2vXRD0gHr8mtPwGA/aYJPRMIJNzNY/Dl8Pcl2dDDUTZaLZ
OTcFul5PWxDUADHo8VP48hH+s4yBeNXqiL9vhq3IxlVetXhNp9MiI6+tSStLKEkeCUEbifAJ
OJG3VJJieGwQtzB9n6Zoez5ihqd8gLXORGU9MyUytplg0pwyDHQtUmaroqc8tRW++fm6ToD4
E4rDjyeD9IsKCtwjm3KFbde4RT5RP8Rr88XGMxGLZ+oaMgYb/jz+PvVbhwZLiMLpBcnW+aqd
wlCuh3fPHHFuL9xP5Y+TngGTNeps9Vc5A++fzx7kD75/PAU9TPMfNC1corSdvG6prhjtKDYY
htKeeedPupbbGhVr8TiuYXG5a4eQ7cuUF60inqO1U9+PFkpQnzW004t0fgjH2LU4lJRScMrx
7sxV1UmXRrlozdWpzzUqFMYDrbqOqX2yneg/HUYzRmNl3TMlM2VWfaLCYlCrkRVRgQWtAmI4
0pCH2kDslvVbeiR06q88Vu2tHHVYb2hg68EsEi8gtLb9prf8kn/XhTEVv1KkqXr1JGnU48Pk
pH0zeGVYx6oxySktKSe3kcJ09VdcU+KPu9avZwfcJ94e2CjiYogUeooVTPT/AC0HFlcbCh/c
np+qOrtwUwH4jma/249r2Um4eyvEVLi0XExzhqpI5eWArmHVJBB16g98W1wPpP8AIe6CP8Jc
L3/QRcZL7Nal8+M8R5VztXRg0vDb15Jj4mMhM0c2M5mINrWuPoer0himy6+5JaCIKBIcW6A3
v5u8tr1bG3Qq6nrjQlVq1Nteiya9V30xYcVpcqQ+4rRLaEo1Ufx8cewUlIaZk91j5qoVLslj
3h2ZkvZiZUSJsctuvz5EpaF+8hTsCeog/IODGvsy7FpeZ+X9Wy8rtQlRoVVa9WW7DdS2tI80
lY6Yoti3Cpw+e3/WVhjP7NUZrNOdGRrORl42qKDmhdFTYqxmofi1l+Ipv6tCCFBQabOoJ11w
vyHqLUDictsyHCn1ymVOG2pZ6FzfCd0/zTDv4a4xVQ12GbV0Mb+vkrmOZtTgc8gWgM9srGs4
cuJdjorSqa+XmHo0xbQWlh1p1LzW4faG5rQ/LEO4fOG68Mqrxn5gX3mDBqk2RATAbi0unrgM
MMl3mElTzjpUcen1GEcTGfS9smdcvzWcGICOlnjSXjgWkWzZzJOvMuhvofhDmqH8QD8xhg4O
06Z4Xc4eobodNb0P+XnYy1aR/bSBWMH/AAidW3nrkVSc9qFSqVU7vrFEXSJ3rseZSC0HArku
N6autuo/wyvDwxnC5rBquVOcdTy6/l5Wq9CZpkSc27VUMb0KdXM3dWm2u3IRhftHpHmgnxNu
nXWqZs7K2SoVncD1LbfrN+Xmrq+Z8empUewajw2HdB8Q5M/NOuAcb9xza5WbZyUSrl0yptSa
pU46ToZrbakJaZJ+4pTilqSehS1tPfEiCduFbH9obl1+CC+nNRinDKrxLMRqMILEVtDIGgZQ
kBA/DtgWWlIpVNzuy3oNIhMxY7dZfcRHjICEI/mE5WoSOg9ok9u51x47s1WV1VjkEbyT9971
scbiYyinkYFpviFoQuPIS8qEirxad6/RJsYT5qtjEYuNrBU6odUgDoNML8m8taNk/lbb+W9A
UDDo9NZioeSdebsSVbj5lRUST4knH0yGN3uIvMSTu8NZTn1mbfOaF43zWWHW5kusPU9DBHtR
Y8VRZbQfIEoW7p/vmvjiXcNTPP4p4YV19Xteo9/13oOmPDKKqNXt1M4n1FtHxiPAclN/SAU+
9KpkzTaJl5QnKrWJlxUxMaI0PZKlPapWo+CEuDcfhiXWhR8veEbIVmJddzNxKdRmg7UatKGh
lPur+teUB9pTihpp1JGPZ20rYqztDv4FlRIY6XhhWGHWXGUuoXuDnbHz3vaVuynzBqDZ1L8m
vOhXj1lSwTr+J/PGL+05wFLBH/8AvVrs5/iJ1u+0ofqloU6CD0bjMN6eX1fb+A/LGeOEjJ24
atnreudV9Ud2PEplw1dihRpAIK1rmrD8vQ+BT9UjyCHCP6U67Soo2vbBG9VTJjTxcQLQlv5l
WVddz1q0LfrSJdQt9xlqpMt9fVHHE70IJ8VAe9ikeOyUhVUy6hD/AMbyHtP2ILuv/SYrtqHC
PAZ7f9BdhP8Aj4FWZ6tFRH445zvI4+RZD94vWI/VXPb/AFce9v8AVwFOU4vewrGzNoKbdzCt
in1eClxLyYM+OVpC0+6vrqNw8D3GIlH4PuF8nc1ktbqemn1DBR08ugx9syCied6SxPvsV46C
/mrOt2h0e0qFDoNuRGIkCAwliLFQNENJSNEpCR0AA6ADsMMGYmROVecEmFOv+3XJj0JCm2Xm
Jr7KkpUQVJ1aIOhKQSPEgYHL2Wqj4TiC3llbwXMZbRMDHBdw9Pt9LUqqf8jcVWR/ZIxVNey9
o+VmcdfsW2WJbVMTFg1BgVOfIllIeCmlJDjylKACo6zp5k+eMTthgdN6L3oLB3MWB8QLqZCH
E6ox4I2D2R1RrgtLiArt+WPCqy3EzW22dH3CkXDypLvE5Rxr2oNT/wCnp3+s4sXjX2oyuo6V
H/5w0/v+3j2bZqE/2SVFXknGN72qpGlKDWoJHyxcHA8yE5fXC8Vf/OST/wBG3/2R+Qxmfsya
Bi0w5aK22pe8QXBUnzU4pMv8o7tTYtfpdxzaiYgmFilUtUpKW1KUhIJB7kpV+7im8289rx4g
oK7MhWrJty1NwE5qe8169UkJ95taUKWhphf2gpZ18QjHoO1O0sWHsnw8Os/n7fmD5KhwXCy/
vOF+vgg5btIHEDYEZtWg9dk9v/o6UP7MaC4j77unLTJOuXvZAb+k6cwhbCnYq5LadziEqXtR
1VolSjp8MQfs6LvQZdfMm/48/j70baQA11iMlkq48/6vmJdFIr2Z2bVvzGqImQGGadRXYh3O
6BRUr1hfQbDh6TMk1Jqj33YFdZE+muJqFMmrB5Dm5JBCj3LS2yUE9ykkHpjzzaWvnosWp8Tm
BIGl7/n9VfYY2OTDp4mtFuSuOk8crsaK2zdPD9dLNQGrbjdIchymd5JJKFmS2ojqfeQjviU5
C8TZzpvWrWt/c0qVBNJix5bbtUfZWp9K1SEAbGVKQBq19/wx7Bgu11NidZFA0gh2oysfiLm6
zGI4U6jBLhkderJh43jug2JHJ/8AnLr8/wDY+dhr4NWubnFermp0RSqSg6+J5k44pKht9tYL
qVB/wInnqpJxh8Ql0ZA023ZNs1u3acqrzHGZNRuZDq2WEpZWtJIQpJ6r6Yze5ntRLyzAqV/Z
j5yWXKqFTjxYbbVF/m7bbba3lDclby1alUpI74hfaFUVVZRzxQ33OQvbwGSmbN0UTDYnNaB4
GqsxFdvqz3nE85uroqLbfitl6PHAX+/FWNf1fhhTxn5e3M5IomdFrUaTUm6G3Ii1OFDRvkeq
rU3udQ32UW1tBWn2grFhHRuxfZDgxnrzUJ0wocX33qiZGd+U+1am79pCnNdPVESU+s8z7nJ0
37/9726/HEh4f7jh3/nXlpddHaeTFdfmSWlPJAUQIMsDUePvjHl2zWC1eHYxRPlJzNzrrzzA
z961OK1sVZQTiOy0Lxr7HOE2/wCGHCnn0KWyFA6HVYKB/FYws4Sb2lX7kFblVqq+bUI0f6Pm
OE9pMdXIWSPi4gk/A4+hw8NmdCTrp+i89LGuh4gCpTPi2Bl9xK1VqK0WoN4RW6uyR0T6w2ks
vjTzKUxiT471a98OvCinn8TU+QT/ALXtdXf9eakf2NAfgPLHjUdEYNu5C0WD+uS2TpGP2at7
Vp8lKQdDpr308cY89IRmIc0qhMympMjmUW0kJkVAoPsyagvl+rtA+KWkrDqh4LW14g49Txyr
7BSPqnH1uvcsph0Qmmm3hcDTkteMFDMZCdAAO37+PnnV3fWuH+vPA6mampL18+Y+7/bzMZL7
RxeGiadSbn48/j71ZbOAffn2r6FQW0swG2fLZp8PDER4gc3IeSuVlQvAsCVOSRHgU4nQy5jp
SGmwPEKVtJP2Ut/DG/qp201EJZNRoVQMYZ5dwaclTPo57el0qpZkVGrzzMqUypxnp1QOpMl8
w0uOu+YG9YCR93p2wo45XQ7mFl7BSf8Axm/p/wAFGb/+yfxOMViskk2yhle4m4sbn2cvh7la
UsbWYqA0ZDRV6t5vsArT4Y5qnxGPl2c/eZL0eL1V7Rr9K3+8ce0a/St/vHCJ6oCXDRQYHrlT
zWvODHR78h68qo0j8SZBH5DCWm3K3VEF21cyM2au0vtIoVUr85r/ADiVqH8Me+4VXYhiftPm
vJhGE5ms3hAR6xULvzwhI/TSU17lf5xTJH8MKrYvCq3RuTaXEpeEtxPsuMwa2XltH9ZKt238
dcPqamvohmT5p7WBSGPIzM26M8QN8j5To6/7W8eo9Bq7d0SLwua/KzW58mOzFMqsKaAS02VK
00S231BfWfnrjJ1e09XWUvDJPn9VLgZmnl9DQSrRzt0wla0Cu2MpiPdkWt2bzgUm4emv/wCp
mlapJAoFT66BB3c+D07geAxPONapU1VhUKmNVCOXjcMRRZS4hayEbyVbdT7PQflj2HZ6sDdk
rKkrWXxZVahO1o/DFv8ABFo3lnXHFOuHWvz1nsddNmns7R2xnPsyf/e06tdqmfcKHcQb7T3E
vUtkdQSihQgdoBKTz5vQ9SN2GNCkpUDrpoQRs6aadsZ/7QZ5ZcennacvxU3A2s7FxEuyuJXx
E2Lpp9XKle0E7j/tFz4geJ/M41yA0r2yh1R8SB/3Y9R+zmX+4Vndo2ft6hfEbeEmzMirpuen
vueuIpzzUb2wVLecSUNjQHxcWBjNdtUtu26JBo0U6ohMttoSOw0Gg0+QxQ/am2jYyCkZa/4d
eSsNkX9obPGUsVyyooUkEHoQfHE34Oig523lIdkIBTR6UlR07gvztRjG/Zo6aTHYY3E+autp
YmS0XEanjjfdU7IsGGl1TZNaedKQAT0p0vQ/xOEnBhqnM+/HlOHpHpbfUhP+Nn/1xj06eo//
ADSBZWCP+4Vog+pSkAuaK0O4biDofP59Tik+NyTTGMuqFZ8WKhDtwVuM2oBKSpLLAVIcP4lg
A+eqfhjVbROohhc8jgPJUuEGsjreHc+aqy2L1qGTGYsPNinQHpUIxzCrEOINy3o2qtHUjxLK
1qIHiFHTuca+s+9bWv8AtuJdlnVmPUKdKRvYlRXNQBppruPTXQe6R4Yy32YYw2qwzs0nXmrr
aOjJquI1NGZ1UpFh2DX7/wDVmm3aXT5EsyEJAWEoQvpu7+A/LGWeFejLo2c2WVBkncun0mZv
Ku5UmIlBJ+Orn8cSsWZFBi1DuBBpHOFBPvFX7xrln+9juxpD+in2W2AlQ++82j+3ER4HLgFO
uC98uZUj3ZCKvDBPQokN6OgDyDsZ38XSfE4tqyvMe0NDANHqFRQ8TC+IU7cdlvtScuqXmjBd
T6zaFQTIeWNdxiPKSw8Ce+0NqbdI7bmte41xGeD5sL4gLonuKKkMW7T0pKUjqHH5h/tb1/AY
pauBrNr6KT+dTqOYyYNw1cHEDm/Cybysn3g201IqJ0jU2A6spVJluqCWmtB3Ct24n7IQcY9r
1vP0qyY9MqdQVMm1OpwnpsxWp9cffnoMh35KKgnTxAGKzb/FXGShwlhzf1z/ACRdnaYSRTyF
b0klCIKnfWEkN/dH44+ecBSZHD7TY6kAmc3GQdfHmvo1/PeNfPBftGn++oY12zjMp19DmnIa
I6lF9JIXoNSemMkZ6ZgHO7PB1MJ0OW/ZK3YUIJOqJc4q/nDwPYpbAUyD4kunyxYbf4q6gwTf
aevFQdn6YVE+anPAU0SzmJODh+tuBpBOvU7KdC/1n8zhm42JCHs67EhtPpPLptWc6j9eDiNW
T72wvEUqGK2LqCudT08fDAD36Y+aD3pFu2izUDcn7mPbk/cwl05Byf4UrKtNpi6cy2I9z3Ml
Gq5tQTuZgq/RRmCCltPxUOZ8cWDe2a2WmVVOYqOYF7U6jMvr5TKpzobU8v7jaNCpxX6qdD8c
fYlDQQYfBcMA/AfQLyPeKZbT4sOHS66mxQ6PmnSfXJX9AxLKoZe/ZDoQVfgRiSZjZD5W5vRt
l+WTGlyEDRmopSWprI+81IT7aT8UkYcWUuKDKMeA/VIHHmqFv3L66cjrwiWzXK69WKLWFH6I
qzqdj4WEcxUSQOylpShzYtGhWlBJ6tu7gRN7R6HTrr0PiceIbUYScKxPutszkBl4WAU6CTNc
dDjg0SnT2NcB7I1xlK7N2a2Gzv8Ah033NYVnXm8zJu2hxJymUqQ0JSQfZUUlQPTsShJI8do8
hgug5ZZaUGc3Vrdy9ocOW0dUSY1NZbcQfMKCdR3wVmLzwxdnjkIZyBNvC9lZikje7iOaCeds
1I9Ts6ePnhneyosqdIfnVCgrcVIcU+6h150slSveIQTpqdBqfHA8IxCaikL4XlpOpBIPiFJn
p2TttK0H45pfb9n2nanNNs23Dp/rG3mrgtJBd2lRG46ddCtRGv3j5nDu2RykrZfTt+9riHXV
9RVOMkgLr63uUOliYG8JgsOQSGv2lbV1MRm7ggtyjGUXGlPLILWqdpKT4apJHTw6YSt5S2Mv
ozTXG/2ZTw/68WtDtDWYRTTUzXObyAJH5hRJqaOodxXtB+Iv+SUKyws5QBkxJTraFpeKJNSk
ONLKVBaSUFWhIUAR5Ea4kCEewCk6aYg4riU+IPD6h5cRoSb/ADU6mpYqW5gaG31sLfJCUkaE
Hv54bPoGTHr8i46Deteo8mayiLJ+ippjhxLJdKCdmmvV5R/DDcGxJ+F1YmjcWke0Gx8bhEqo
hK3cIuOXsRzdptPVeHXKzcdw1eVCUVs/TdYlyuUopKSUtrWUglKlDUeBI8cFrsuM5VpFchVe
tQHZYSl9dHrMuCHinXbuDaxrpqdNe2pxP9PVJxQVJlO8NDfPxuoxooxHwg0bvK2XgjG7VnoX
tTmDewHl/Kmp/wD23BiLOiu1WPXKpcFfqL8QKSwqtVeXObZ3DRS0pcWdCR0JGG1m2NXURmJ7
yWnUEkj5qM3DWMfvtaAefQTsltOu9fVQ06n4DQfw6YbKdbku3aiuuWDd9ZtiW8vetyjSA0y+
595bavqlK+JTriLguLzYTN91IWj3EgfMKXV0rJs3NuldxKzKv+kyLZvjPK6qxTpbSmH6WlyJ
EQ+2r3kK5LQWpJ1OoJ0OuCJ9ArTdy066LZvisUGfT2nWGZVMSyHSl7aFEpdadHTl4vajbV8l
e2R5J3dPd8O9kq44aA0sDcjr7/JdrlCuK7o5g35mredZjBbTrkGoVVxDDxQrdtUhCWweoB6j
v1wcqiXJT7hbu6zr9qluS0R3IS36Xyk+stKVuS2sOtubSFJUQoeJJwF+2sr8RbO5xJbofaPg
d7L8EVuGRsZwmtAbytl4WQblt+471o8m3r1zjvmrwp7RjyoztYdjNupKdpSUtAAgpJGh8Dgr
+Q8aPVE1qjXLcdNkKjoirfotZlwOe0gqKAsNrG4pLi9Ne25XmcCrdt53TMna477dDfMfA71w
uZhkbG7jWgDlbL5Ixq0DKqUKrV67Loq64GrjIuCrzqi0y4UlJWlDriglRCiCR10JHjg26bcR
ctF9Q+m5NPVzmZLMyJs5ja2Xkvo6uAoB3t9OnhivqMbmq8TZPUSFxboSb2+HJSoqNkDS2JoA
PIWXpS82aoC1V+I6/JCVd0t1BiAD/wAXbThC5l/b67JZsIesswYzbTaFsyVJkIDRBSoLHULJ
SDr36DywfF9sZMRc1z7kt0vnb4ZlR6XDxBfdFr69WSpNGvBJ2qzvzE0PXrdc3T/pMHUKh0y2
KOxb9KS43HZTsCFK1WvqTuUrxOpJ18ziLjG1c+KM4Uji5vIkkeFylio46c3iaG/AWSGi03MG
1JtWXZOd9z0SDVZnrT0ClphJbDvJab1Cyyt3TRoDv4DHItuS5NzIui476r9ensMrjsOVqcZB
ZQvaV7UDoN2xOunfaPLEyr2wllw3sTCd3lnbw3vySNw9odxN3Pn7fknQaKH/AF4BjGS63Cs2
jJe1j/pR+7j2sf8ASj93DVytdobWweYfIDXwxV2a3CPbObOYf90+bmbc9LqCYSIelOMIstso
+ygvMukbuZ1077R5Y+2qoCWn7q8gTVO4DqRVYy4VRz5vCbCd99ibGpbgX8wqDocXPlhZqcur
DpNkpuadVBSo6IqKjVlIXIe2+8pQQOpPiTiBRUpw1vf6+S4BJ848oKbnNZybVqddqVMKZLct
ioQUtc2O62vUFJcBQoFPTqO2KKzgyIrWR8SiXTHzjrlYhyao3AlMVRmChAQ62vaoLQy2ffSk
fjim2qwiPFmdoaOvApYX5pGsFhtZSddOnXBKAD0I1x881+TlvdnP8OutFST7Kj+eDGR7Pbvi
pfC4K/jsjW1pJ0JP44PSnmDUkkgaa/DDm3jKPJomm4Itv/yroD2YtZqUW10yls1T1KQ5EW2h
aNjbinGiFBsObSVDro58MTz+9Azhjuqt+ysxKA5bbxIiV2ouvvVKOwr7Jb0LT7g+ysL1Pjj1
3ZfAaLGaLiEDy+hWVr8U9HVvD6+YUQlWnbVo5pT7WyzvGrVKhUmIiLIdqkz1pK5pGq9i1auK
2p2hSddqVOdO2HZGqR73X54xG1EdLHiU8DMvBXlERLRcQo5tsK9pB0IGmowYsqSEhJ018sZJ
oMhU1pRqWElOpdJ+GuDS+2tAJUvp269v/jXDXQuli4jUsJEmqBzU7toV0PhrjiCtS+YXDrrr
rr1wItcHcRPIBR4it9yNPwwJKSOu4npp+GJERp36/khcVqH0A0OOc9ROqVkHXXUHDHQuli4j
UWECRC9vZsLqtPLXpjgCugC+w00+H/wT+eGT8He3wuLmlcaaBJDaiOuugwo5xUnepwk+ZP8A
8eZ/PBCyDe4n0QuK1BfbDoAcVu069eumBHeTuDh111JB6k4CWQP6C7itRagfFeuuOpe2kqWo
kk6nU9zrr/aT+eAlrt7iItgjFaqGqnjr5a4KbCioneep179Scc1kMfrIU0rY0PaoN6lw6/PB
LgUeg1Go0Onlg7DTx6/km2BQVrBGg107YCtx5KtC6rTTTQk4DuxOG6ncVq6PZ6A49hnrJNF3
lfLHuV8sNSK14D8WZDRUGXm3WJAQttaSFJWjzChikOI6wuJVN7ovbKm9Ljdo7kVttyg0GTCZ
eYdTrq63z0lCgdw6FfgNOfj7Mr5n08H3A3vP5LxuzlAYTnG7V5X0ZatRzSEvXRX003Q4zEdX
mtSo5Vt/ZQvGq8sKTd1v2FSqDmDc6azXosVKZ1TS0GhKePcpbHQDEPDpKh7fv7u+Nz808NKi
vE/nBX8saDSqLYs6nouWuzRHY+kGOcGI6U7nXFMhaFbdAlKevQuM/fXinbrvLP3M2mx7XvG/
LWVT25kaWs0yhOsyElhwOgBZnOIAJQU9sZ7aXHG0zuwMdY+42/P8kaCPNLZLadqto/LCHs5q
D0OPDMYyns1bnZvKnQxHUFdVEYOQ4GzoUDFUOJUG7FpmhsUHe1RraEI6KSPnpg9CQVaJ6fLB
+zuM+4U0uD+8NE/ZJ8Mys4MtIuYF05wXNE9feklVMgIgttBLchbIGimSvQpAPfwxT9nWmtOU
tIo1tz6wqbU0Mw41LiViW1ElyHlBA3xWlBtKCVblgDQhJ1x7JPDNhNHRspDub2u7lf42ssXD
wq+SZ8oDiNCc1bV/cLF+ZMZRVy8KLnVSuVb9MfmogIoSGmSptOumqZPn1+eEsRTaHCVpCt6N
RuGuMnt9s6cKldI8953t9vyBVvgE3amTAHujQexDQkjw018MHpQOX1GuPOZZT+8aLBXJhc7u
grwHLwYlaVjVKR8hg7ZTGIcsjr713Bc/usNiuBkJVqkBWBobB6IAwB043OLbJSAP4r5ISd+v
LJOn3icGpUkdQAfhgckDQXBpsTommNru8NFzRfljyEIC/aAOGtqXAZZBKIXRd0HNd3oLeox4
B/ZqNNcLUU7T3mnJduB+i8yrlnU9MDbIV0AwMxh0fFvlyScNvrexGktbOq8BWsNnVGh1w9tH
xPVNuvgu4bWaoSdmmhQP62AEN9ykdfMYaI7B13a6Zp0zb+qVw7dvM0Vp88dGiTqBgD5Gz90D
NNqIQ3XNdVpysAcUyv3V6YkljOSGi1gDsMBda1c74CQ0exdujkvY5r7eGFKF3ev9On93Ht6/
06f3cIkVS5e37mnkhF+jcvpcOr2+khabarjim0xh/wD48tG8ob/UKFhX2Q3iy6NxtW40gM3n
lLedLe1J5kaGic0rXTXYWXFKOug7o8MfT2ym2lE2D+8rH42/8nLycMTr/ft5Klj1YU68HVaa
cg2rVB08tfVsNFZ4z7jqbLlPytyemcxQ3Iqd4SGojLQ+/wAlpS3V/srQjFrJtTQ07creX1Tg
wKDwoVaqlwv31f8AcS61cMpO12SUctDDZVuDTLXusNlXVKT7aj1Jw+Q2eYrRZ08dB89f+s/n
jxfFKyTEa3t4OXXx+akQMzQ5Dg2Lwh1BHT+GKDEu9Otbs7lTouW5clZrkGyrFpzcutVUq5LM
hRSzHbQCXJLyx1DTaSgdOqlHFrUbgbiSKeZV3543fJqYG5x2mOQ4kZlXkhjlL1/ruOY9A2I2
T9JUhlcOv8pQsZxfs0vDB68VWtat+u5a5nz8qqndLdwNRYrUxmsJaDTiEuKKQh5A6FXs7kqR
okhQ3BGFyOq9U6j4Yyu0dKMKxTh9fkruik4lFxCru4PWQ1w12/qrumUs9e/86Xin+BOzGcwr
ipN2TG99Ns2mx0tLI1Q5NeYbI0Hb6tlStfIv/DHt9ZRNrXUMYCwUUxonT3V+cVL3K4aL8UmQ
oH6Bm9Qf1MZ0rVWRSYUf1OO5OmzXUxYcGCnc5LeUdG0N/BSupJ91OMj9pdNUYnW0Mbf4/j+q
s9mZzTUU8hU/oPCdn/W6YiqVvMe3qHIdR7NKapEiYI/+UkF1G7/g2xiJVWn3xl7dKbBzPpLM
WbIbW/BqNPJciVVtB1VylHqFbOqknt4Yp8d2E9HYN2i3X+UKbRbQCSt4d+vFGWra+a+Z92VO
2suKVRdlHZYefl1mc60HFPbtA2ERV7vcPfCuwsjOJ++K5V6JUIVu23HosxcYViYiRITUviyz
q2rl/wC+k6fDBsJ2E9I0UEgHX+UrqnaAUVbwyevFJq5Rb9y1u1Fh5l06K3KlNrfgVKmLUuJU
20K9rRR6pVp7Sk+Ce2BWnaucmZlyVmjZa23Q341FDHOk1mpPRiVLTv0AajL8MUUmxZGNehbZ
9f8Ab+SsGYn+xcS/Xij8wcvuIbK20pd9XdZNtqpVOAXKVBrbq3ggubVEIXFQOieuEFfuJmji
MzHgSpk6c6hiJTIDe+RMdc91Dae2p8deicRMc2JqsMq6OKx+8+P9P1SUeJ8Si4l+vFSqn8PH
FbUaV9Lm3rQgK8KbKq8h18DyW4iMEBz4JCxiOx5lZp9Zl2fedsyaPXKftL1Ml9ghXuuIc+22
v7Ku48cT9othzhVFxLdf5Qo+E7QDEa3h368SgXLX6ZbMND0hp9x19aWY8OKguPSHVf0bTaR7
y1eOvROJFS8geK+uU76SjWHbVLSv6xNPrFacTLSjyUlEVaAf2VrxXbM7EVeN0hksfP8ApKkY
tifo4a9eSYFya9RLqesPMG2nqFWmWuemE8d6ZDe7ZzG3R7Djev2gAcCpTl33ncj1lZT2a5Xa
pHAEl7npjwoIPYPSFApS4fstoC3FeKcVlJsZWTY16FIN/wAf6fyS+k/2LiXTzc+TvE3Y1NVc
FxZY02p09pHNeTaFQdnyUD74YXFQpwfqoIw1Uis0m4Ka3W6ROQ9GfBU2poEAge8Tr1SR93En
azZOq2c1v5/QLsJxT0j1+pQLVhZy33S3rmsXIas1OlIkvxWakJ0JkSizIU2pQS7IRoPYOEjF
7orNtUyr2/bUqZUKu61EiUFlxoPvPua6talW0FGnU7/snD6zYiriFFl+8+P9P1SQYnxPb14p
VXXsyrLm0yNmJkzXLfjVST6sxNlSYL7JXylL0PKkLP2Dha8r7p0xSbQYA7Aa3hu68gplBiAx
HTr5rjDi1DQo1GOLZShf1a0nFDI6yntQV4DqT1JwElPXd6PDTHOnfTCJiL1Pnj2p88cmqokB
e7VSzr88Klx0hKQWhoe40x6FwIwLXXlfBdzRzMZChoplJ+YwraXyjqU9dd2vx88I/ed6zz4p
WuF0oYbHTr2JI+Z7n8cLoCzz+qyR8ThYKcPksHd3lfJHjuCjZoSpK1J6H7owl2BZGzt8MV+K
bonWq2d/w6nvBnQmKnmRd97yAS7Tm49JjFXdv6svrOvhuDzWvnsTr2GF+bPFJmlSsxarZ+VV
At+RGt4obkKrS3iZz/KSvlo2Eco+2Op5mPZMMxg4Fs/DXMbYHWwt+Y+az9bTOxHFZmjQadZq
sbfiV5TsqvXXITIrVWfVNnug9FuqUNAD4pQhISB4AADQYdQdXNB0+WPFsQrH4pWdskcSPfn9
fmtlTU74Kbdvkr04QGg7w3W4199h/TT/AC6ziL1CPRfR5cGsp2ik1ipU6M4polCwalOc116f
dGiB+w1p2GPp6l3IKNsz9W6Hl8D7F5s8OlnLDndTHiakrqHCjeE2QlCHJVBkOHQdAVo6J+WK
84UrVjXVnXWrvntb02tCZYiJI1CXpRLzi/goNttJ177XSOxxS4pTdsxygbqArKmeWUE4bkpr
m/xdWtlZfEi1kWNUavHpTTbtXqcN1GkBt0HaoJI+tKdUKKUaeycLuLqhwbryAqV8xHA7ItxC
LhhSU+9taPNUN3fRbSFoPmkgHpiyra+LF6esw6wO7p7vhrbwUaKlNLLDXHQ69fqopwYhlV73
+82AelOR+SHCP4rxL8wOMSw8ub9fs2o29WZ0anPNiq12Ghv1OmOLSg/WHfvJCVgq2oXirwPE
xhmBQOcc+veFJq6QVdfNlpojeNahs1DIaddu8LlWk61WmH099GSgOpB7gKjlxJ8/Z1xHOCJs
IuHMSVu9pufFQVePSEkj+KxhstM4bUwy/wARhuT7b878/ejQy3oJhyUe4jeJq7L+tXMDJa28
ojJR/P6Eiqv1NKBzQNgXyg3u6Ht1w6cFljs3Pe1x5vV6LvXRFqoVM3ncI5DSFynBr9pTjmzU
dSGlDxxEnxBuPbRwRDMUvrfrr52RCHUWEwk+3VWPcHFtlBbWZRyun1OYJLMlqBIqCIqjDjyV
pOxpyR7qVqKgk6dEqAxH+N+zYa7Dp+bUJGybastpXMQNCuI6vlvIJ8gHNxHbVI8sX2I1lNtD
SVtE1oLm6ZC4+GtvBV0VO7D6mF0eROtsvoo7we2PDujMev5vVhHMFvPfQtL3DXkLDaHpTo/X
K3WUBQ66NOj7R1sHMjjIyHysuWZaN03HPW9TU7571OpsiUxT1bd/1jyE6IOn2SDip2eLcIwO
F0r9wn32v8lLro5MXrZmAkgezq6zNdl+XHdkivZ+1elrbrFcQGaTT5BIMaPvS1Hi6Dstbi0F
R8VuaHoMauyss6zOGDJJuLWazHisU+MuVWK3JOin3wne664B5kKJH2QUpT5YpNjqnt+I1mMn
Pd0PtHwOdvFTsfcIaOGgjycdbZH6+SX5S8QeV2d6JrNjVWSt2IErfh1CK5GdShfZfKdQhah+
OM9Z62hBylz2qceloS1SbgguVptrXRLLyNW5G0dgDuaUNPHccWW3FI3aLAfSUbvxv/v81BwS
OShxThknd5ezwV58H9FXQeGKz4jrKmpEqkomP69974L7mvx3udcUdkHYol8atdsl+PvhZezJ
lVKXAdgXPVrESD47USJZ/wCDT5Y0M9EalmHED1VEirQHZFWLxxwPWbHtapbkp9SuKOdyvDe0
43r/AKYxU7ugQAR1Pnjxb7XIzHXxW9oWt2PsYLlFFZR2OmAhKFdVAJ+WPI3uO8tEzReJ1xzD
hmiLmivupx3Cpi5on7uPaJ+7jk1U+ig51N/7a4cLxR+yaef/AGzB/qOaiB/PMgb3a+URtf8A
9kx7idi6z3+f9K8k7aEJC76jr+vyVv1H+ToT73/RheBprNWb6SsrswG/8tadS/6o2AO2Lrff
5/0obZEaLuSx/T2ReLX+VtSqj+yNhytK5KRcJeVAMlDsZ3kvRp0VyM40dEHq24hC/cWD3xCr
9m6zDYeJn5/QKzj1Tm6OZvKeh88FttBs9MYrFpLTrV7Of4dTjhCuSLQM1bpseZIAVWo7VUi7
/Z55QEsOEeZ0SydPuq/VxJs3OEepX3fc+87MzMk28KuEfSUVVPTJLimwE89srWjluKSkA68x
BAHTpj37CKal2i2VgoGDP8P1+Spq2obhOLT73XyVOU6JcFu1OoWDeT6XK1b7qobz2zRElBSF
NPpT4pdQpKtfslRT4Ycdi+YjU6a+Rx4TjVA7B644eevl8lscPqRWwZK/ODpkJ4bbQUFHUwyS
fEkuLJOKS477wF+16uWtBcSulWZR5PNUj3XKg6ySkadvq2VfgXj5Y99xytNLgocCsLR0wkxT
hlXVxPpbb4RbnZJ//Ei0afH2P9eIpwZ1mLSs0rzs559LbtUjxalHKu7u1PJdA/ZQ3HP9fBaq
rFPj1DddBF+wTovPjhVzTu/MevVOwahR/oq8UJ9fkVF5xt+nLSyGXXUJCNHAppLWgXs664nn
FE5TrC4WLgteCrUzaaKHCZKvafXJAYZ+e3dqf1UnB4MNfh0tdXv069w+aFJUCoigoBr11oop
wTwkfyiv9TSQSiTCQT5/zPd/b1+eGTOPhSzeu3MC56ZbMSnOW/eUlEl6tSJQbXTUuNNMvfVA
b3VbUKLewjXenX3RisoMLdiWAwbnXkUSSqFNXz3Vm8Y8+FQuGK46Ahzc7WIyKPHRr7Tq5jgZ
Tp+ySFH4IOI5wQsJcOY0jXq5X2G9f/0fCOn8T+ZxPqKgDaWD/wDwTKdh7BOqthSGV3XeZWgF
Ltz1UAadgJqwB+QA/DFycDkyMcua/b4VpIptwz+a2PeG9YebV8tHE6f5P4Ywux8pj2uxCF//
ADb28euav8WpeLhMG6qvvzhpzpq+YVfy9pdkPOUm4ay5Uv5VJkNJix470kSFlz2t6XUnenYE
aAJR5DFy8bVWiQOHKtUQv/XVl2NT4rWvVxbzzSQU/EJ1Wr4BWNlhlA/CG11fJp17h81npqkV
M8Fki4GZEZzK6t01JHrcW4qkVDxTvWXm/wDklD8Biqcy8t848vswrpTS8nK/cbdVqT1UhVCl
oaLMlKxu2vOle1kp9wbgdB07Yq9pMIrdocCg9F3Hwv8A+IKNQVQoa+ffUXfuGk1ii2/dTZUm
O3WabIkNvDRQQma0FBX3SgJVrr93Gp+KbL+4MxMi6pb9qwVy5Z9XmIiAj+eNsSW3uXr4bkoO
o8dTiH9m9IYsIroHespW0bf2qCr9nXWqrbhDsK/5mbNTzMrljVOhU6JSvoplqsMFmTMeLm7d
yjqoIaDeg69Qo+eIv6QetR6jmJ9CUzpJptqvtLUjqpK5zraI6NfP6tenlqMWU2H1eF7K9hlv
f8foPkosVUJcX7quHiSzgd4UeHyLdNEp7L4pz9Pp3qytVasOSWkOaDzSgL/LCXiazitbhsyj
refVrW3CdrdaXFYZIbUVTVqUUNEnuoNtuOK666J1xtuK2mjz/gVBHC7eSfjgS1NyDbrKAP5t
WaY9oPAeuRk/2KI+RPnioHFJdjdRtX8MeHfbFbt8C32x3+HRCgFe90/HHnTqeuPFn+stLHog
44ffwQJ65yj54EttQb6KOFTSgck/pVfnj3JP6VX545NVvw3Y0iLzY76dv6VfRH7wJwsbQEo1
bXt+XTH3C5sVN6rt78brx3cbyVSV7jq4caJeMmwq1VLih1eL/SQH7Wqq1gfeGkUbkf75rp8M
LY3Gdw5pbBNxVtrU7kretqqNhQ/rRTijqq9tA37xK2yXNcZvDQE+1mQhj/zmBKa/5yDioa5e
ti35nldNcy+ryahAqEeBJVKabWgKeLSmXQAod9rKSfPXGb2sxCnraC0TgD7iPyVhAblLkp9h
Z0wSv2RrqceCVljP3lttnR+zpJVaVOdnQq/blbepVbpbwkwaoyN62VgaK3o7KQsEhSOx16jE
/pHGLm9AhNw7hyUok6W2NROgVssx3j+kU2tsrR8kFeN5sXtnHglPw5Rpp1vBQscww4g8yNGZ
9vt+RUOqdWu2/wDMORmdfj9Pj1JyIILdOo5KmYzAUVBJWerpClE8xWqdSTp1wrSghY1USR21
xj9pMQGI4lxwbnn7fHNX2GUZoqfdOqd8ouIzNvKXLSmZdIyOpc80yP6u3NRXnE88dTu09V9k
9cQG46Fc8vKuuszEiZW61ElSZK2FFXrMt1K+aAT2HtJSPgAMbraLaeGvpKaGI5DW352JVRh2
Gugk4j/W5+35Kys4uJxzNTJuqZWWxkndbMmqxkxETakILTSAdmpOkvd1/YwwO/ykt+vQL+si
axErtIWpTBkkpbdaUElxh7T/AATqUIAPdKkp8hgu0m1MFViGHywG27ra3nYoOE4c6GnImzvz
9viFcNG46rGFKbj3jl9d9Kq7KRvgRaWuc2pY7Ft5hKkEftBGK4zCzDvLPW54dwXJQnKNQaSp
S6dQJCtZCndCDKf06bkhRCEdk6nTvjS7WbaQVWEOjpnWLtbEC/xs7NV2E4HK3EA+QaadWVg8
EbZ+kMwpCVkE1ZhvUHyp8bT/AJyvzPnh0gccOV8Wv1+2b+i1ujvUaqSIKFop78lmdsVsK21t
JWf6h9v44uMHxoYNgkFXKO5y9nzAVXiVK+sr5+F5Ktc0c0a3xBXdAqwokyl2tQXC7T4EtIEi
ovr12SnUDohKdx2IHmdcK+HniEsLJN29aPeVLuFUybXBKbbptCnSG1oECGAQ62wtv30qHv8A
2cZOj2kp3bUDEZCDGBaxta3IC9re66uY8OkFAW89erKI2fNXVlVS4XqdJjJqtZqc5mNMG15L
Lk5xSNye24hYH4DD/l/mNXMisxJF9U2lyKjRqs1yaxSYf9OnaCluQ0Oy1IBcCteqht11xicM
x9lFtV6Uce55fO3mr2uo5HYeGAnJXm3xp8K/0Ua0rPagoWUEmnvPKTLKj3R6sDzuYf0e3X44
pPMrM6tcRN9xLidosinWtb5WqlUqZ7MmY+tJbMx1ruyAlZbbSonovU/0je307bTamCgwkxQE
O3tdDf42IuslgmFSNrgZRcDn/sjsrc2FcO2YU2vVpl12162lCqimKkqVTZKEhtMgJ+0CkBtw
eAGoxf7fFLw0P0c3D/d6s0QzqeYqtRNTr36c3diRsBtXDU4FwZHbpHvA8M12N4XK6vLo8geX
+yytcUmysw77vJ7L6DK/kTWV81mRLQYyX31pPPUylY1DRXsUCeuqlnuTi8uHfittmNQWMvM6
7kj0evwEerJqdQWGY1VQBohxDpBQHdP6RsjcPA4pNndpKWlxnEGiwY7QZAfgL2VjiVBNNQBp
JJGmv0UwzT4sslctYKmo92RKvVnNG41AoTwmSZKh2ASgfVpH6R0pb/WxlW466pVyQsw86a9T
ojtx3DBkVWY68pESnx2HULbZDigkcpkN7CdOqlFXc64t9s8ehlqKGgjl/wDdmM/jnn+IVfge
FStfxJMzzOvyVpcXucuTmcNsWpY1h5n25XxOrQVIjUqpsSSllEOW4VKDe7/Ccvv46Yo3MfNB
/NzKWBl7Kd5ystLfmMT1L10VUCFMIV194hllJB7gSsDxzamB9YRGe6dQLW+aShwuT+PryWhO
LjOrJao8MtSo0PNi13KnyojzcBNWYW+txDrTnRpPta/V+eIEo7m1npqOxxgPtUxSDFHQSQgX
5i35Eq72SikgG68lFKKieYUAjyxw9Ryz388eRyarWMAsgr6DHkdccFxXdTzNNce1J6a4fZDK
5on7uPaJ+7hq5UbbtoZr5dPCVlVljmdZ7jfuMUCEkxVftQCVxT+5ixbU4ruKC1FIjZgcL913
RBR7823bekxpifmyd7Dn4SW8fV2z7a6l/wCIk/jf814+r0YpGXmflhw6je2VypEKV9aKTeFO
CJMVf3ltLBUk/FJxXtw8E0Cl82XlJmTU7dcSvX6NrJVU4ah5bXdrrY/Zdxb4phLsSb3OvIpG
6qGXFl7nvl+rW7Mu3atER71Usp4z0f1oyvrx/VSvCS1LjolyxnKnQ5wdabXy3N6VIcZOwq0U
g/a0WBjxvaXC8QwxvDeT/q+gU2DVOrgAbXp018sEEe0de3ljB4j3Z1utm86dCSwpRBUD727U
+fn88GoUpPRXs+1u7+Pn88V73xyP3WZBX8AYPWQ2E69d/cafhg4aKP8A14HuuDuI5EdK2WTh
tXEoS4OWEaLd6ajxwKzMv+Iy+8vYuZlv2TajVKqET15hc+tvpe5W3mdUIhLG7442uyGz0uMP
mjdnudciqHGMTbRnLrzRVrVd2u21T7kWzyFzY7UgoB6ArR0H8Bh0SdqEoUronsNfjr/b1xjp
4pmvLyfU+Kuomslg7qCjZ0SEABI2geAHl8sHJS2FbUpT00AHy7YYZZ3v7O8nzSySR07uIAnH
IfPejZJVW8qXcVj3XNdqNUblsOU6npW2pn1GIj+kXsRrqF+HhiN0GRNrL9Wrk2iyqeqr1ipV
BqDM2B1tt2QtaArYtY1AUnT5DHq2PbS0s2zcFBGc/wAPr+Sz1DQtFfPvdeSekEaDQaDUnp5n
v+eClJjqVvWgE+fjjysVUscPDBO9+KvmQs3eHZHbQvqXVfifjr/b1+eBNqbaAGg06dNO2nbA
NySSLcHrIjnNkbw0BSGOZzENAq003EDXBoDrg0BVp5fgR/YT+ZxIfiE08HDrHE/G/wCaAymZ
Tu4ll7mnsST006/LT+zphKKRRVyvXF0eMXv0oaTu/PTBXYlLSs4FC4ge4n8iufTMqHcQhLEp
11VuIPT+HbBc6DCqUYxanTWJLRGhbfbC0kDsNCDiIytnp5TUA5v+KeYmSN4aIoVq25bQKLbt
6FTknumCwlkH90DDisJfXqhWh11/+Pyw6or6+sl9IOJO78cuvimNpmU5uAkZpFIVOTUxSo3r
KAQmRy0706jQ6K01HTphNDtO3YSqiuNSWyKm6X5TakjR1RASQRp11CQOvgBhXYlPO7fLj4lK
KaOP2IEK1Lcom1FLt6DGCPdEdhKNPloMOckaJG3p8vHA6qrkqxDxDdBjpRR6ItwkJ2g9Pgcc
Q2onUqOvniK+O5RGPyXClZb6lOONgcvXTHFi7eXB73N1/DAw3+thDkkuucs+ePcs+eGJbo5n
jbybA2yKDezIPcKtie7r/mmFYUjjWyESrfKcuxs+b1nVfX+EbH1+7H6E915BP4fVePdmk5pc
xxrcPpVsfuiusg9NH7ZqrQ/0opwuh8aHDQRonNRLIHb1mDKa/wCcg4UbWU7Wd23l9U8U7kpT
xocLq0fzjPegNf8AnUtDf/OBxSrF1W5feZ173ZZtajVOmS6xzWZ9OXzW3k+oxPaCyACd/MGu
nnjP7cVtLieGfdkb/PK/jmVMp9U4O/WNr2nT5YJU0VfaP4HHgNebz5ra7OH7hdb5h/wqvzOD
UpUraVddfPFVcA3C0UYFkYNEqJB0HlgyTKiwIypElxLaUDUuK7JT5nEhoMhiZzQ2kRnfUkyW
4crkzqokfMW/brqdAt6XqYFJoy0sSpTSv6Nx55Q3o1+yhrRSvE40faeXlt2ll5EyuoTbiKXB
h+pMIddUpzlbeXoVeePp/YzBRhlA4ubZ7tTbM/E2BK83xusFdU3Zos85icJ105IWubhytuep
XFRKO0DJt6qBC5jDLXdUdxA1Xs+47qVfpMRunTotUp7VSiPpfjyG0FtaOmqfvY8i2+wM4bXP
MTbNd7ALD5ALX7PYk2anma45jTq6aqrmXl5QJzlPrF301h9sbXWXHzq0f1wkkt/iTh6ptWpF
chM1ejzmZUR4ew9GeStK/iFpACj+qAMZSow+ow5lPiEsd2+24OfxyHzVk18NbNutdl8QlMqR
DpbG+S61HaHZ1whI7abfnp0+WGeh5lZeXRMVRrXv+iVGTu9qLTakzKUV+QS31V+eIYw6sroh
WNYdwaCxt+GVvNc+qho3EutvHU+1PydoQp0lIShOpO4BKU+ZJxxxptR+qhun+orAG009ZE3h
szGuRv8AinSVbKTN6ElKHFFSELKQnepTWiin8AcddDLA/nIIb++v6vd8tThez1JlbRMYQ8am
xv8AXyXNq42d4rjfKdBU2tOg95xH1iR+RwNtRQPrF6H4HEWRstO59HMy7jpcZ/hfPyRHSCTO
+S42EOEpWVAA7ldtyRjiSkNe2Un9lRwxsM/de1hFtcj5o/CYeCxj9dc13nstp0U4dPvaYEZA
WvaHNAjuhemv8MI2CoqAHtZkPcUjYmRd1z8/ihOObeyiPkccjv7HPaHbDYjLI0QMvYajPP4/
qhTO3e8Tkh9UK2laHf2emPLToBofHUfPDeIZDHEWbv4Wv9UYvD+8gLQpo6LXu+J646p4No1W
gK/a64c2CSoj3yN234IL5BON0HNFbSj3uuDJCR0UhRT8umONxJFIRkU1tvVRT6d59jQD4YHs
2tajCB27wt4a+a7dDNUBsfV6eeBFwLRqkaYjOOa4LuPYRIqrZ0dXotCT+GC0yKtVblTY1g2h
Kr1eUlK1Uumj/a6V9lvOHo0jy3any349MwmgxLEazhgn/V+q8wMzVO6Pwn8Q1YjIm1a87Mt/
/eWIEupn/OKdip/hhY9wj5/wG+ZTM4LRqLn6F6gyIf8AyglrH/J49XGyM+5/v/So4qQovddO
zLyq2v5yWW/TYTquULhp0r16mqP6zoCFMj9ZxtI/XwsgtxnW2y2EKChqkA7gU/eCsefY9heI
UL+zvJ/1fRGgOaPKN7aik6fLCbRevc9cYWuZ+0LYbOO/Z0a2lzZ7vXBzaE8zTarFUYs1o2Py
RqYy9mumpw1XxR1VqlR6Ap0pRVp0SnOKSeyXZiGVfkkk4tsLpuJWwRqNWScOi4i0txD5l1nK
TLVl+w4sdFWnyWaXBdkNgtRuYVHmKT2KUoSohPYbcNdpZt34vgsczirFWYkXFGt6RVPWlMBt
KnGmlqS5yh7OhIB08xj6pFcxk/Z2Ly6CFwZxHJ34W84Ljzesaei/mIgr1BkmHKXAbW2zIBaQ
+h1DS9VJ1bcQNAe4VjO1vZez7lzRk8N9szX4TCK/VGlzIg9qDTGXlLIQfskJfZZRppoVJI90
YzG09HHj1NQzgev171a0TnYdLPH1+S0hLzC4a+FeJTMtX6jTrYQplsogtR16oaUrYl55SfcS
T/hXdqf1sVrxV5WW7lVVImddksMU+DVpjVOrlOaIRHfceUExpSUDssLISspGpC9x93EvaHCM
PrsFnpGNG8z4fT8lCwiWuin7xPmg8NWRlv52z5OauZ1NZn0SLJfi0ehS0j1Z9bTgaelPI02u
EuJWlCVAgBvcPexe1/ZIZX5o2wu1b1s2nzIumxG9rYqKrzbcT7TS/ikg4lbN4DhwwXsjmi/w
H0RsXxZ0tbw2nrxWQcwLKrVv3Y7w43dIcqTjlXpcSPOeCSZsB+YhO9R6DUIbktq17lkqPfGl
f7y7hMl/WI4e7MHRadGaTHRuPwUEkYqdm9nKFstdG4DufD6KZi+JOl9Uqi+KHL/KfITNiky8
urCiUxlyhTHHYVHY2euP+tQ0No0B95RWpKfgogdzi08ouCiyU0Vi5uIi3ol0XJNRzHYNUAfp
0D7rDTKgUHZ9p3Tcrx1x1Hs7QS4zXVZaLR+4fT80lbiLo6LiAorOjg1tOjUWTfPDvbjFArUF
BcNBp31cCqNj32yykBCFn7KgNcVPl9bdCz2zMs63ahWqqii1aHJmuIpcxyC44pDaNiFOIIUA
FukEfq4oto9l6L0zQ1TAN2T4fRS6PG+JRcS/XihZ2ZC2taPEnbuR+W86uxWLrhx0yjJr0ySt
DZmqU66HXVlTZEeM6NU6e8MP3ErkRl7k6/bEDLW6LrjVasVBJU07XZE5tMZkKdkKKJClDQhL
SB8ZA8sTsW2ZoMNo66QtHc9w+gUWjr62StgjufNFZS5V0HOrM+rUy+67VI9v27AacVHplWXA
TJkvuL6rfQtK9qUMkhI7bxi16hwMZEy6P6xZci5KHLKNzNUp9bmvFCvvESHVtOfsqGE2S2Zo
KzBu0Fo8B9EuM19bT1vDBPmqNkTahZkuvW9mFIjtzrVfUxMko1DbyeXzW3kp8lNqCtPMbcTn
JzhQuzNyhs35nJctYodPmnmQrZoyzBkFoe6qVI13pWv7iC2G/ta4xuz+xoqcZrqcjJnX8qtc
Uxfh0XEv14rnEPw02bkblvOzRy7v6vR36clGlFqlQcqjNRW4QGo45pLqFuEhCSk6+3uPu4iF
JiXvf90U/LTLynMfTcxn1mRKmKLkSkRtQOe4UaF0gq0QhOm9SSD7OLPa3Y2jlxmCnw1oA91v
/FqFRY2ZKLiX68Va7XARSzSw7Ws/b5dqiupmtOxGmkOeSWEtbQn4OA4rS7LNvLJ29mrAzJlN
VFqY2t2l1+KjltTw2dqmnE/YfSn2iB0V8cF212GbT4ZxMPbb4D6NQMGxs1FbwyevFey5yov3
PO/K9SrczLYoECgRo5Up2miWZTrqllSR7aNNEJSfxxHb5duvJmr3lad512LWplupakxZrEX1
VMlt9oFsKRvXoS6Fp6eWM2/ZAegIKu2fX/b+amNxf9t4d+vFSLMrh/z3yrydqGbNWzit6a9R
oaZkmlt224kkjTe3zPXtOmp68v7OC23BptV/HFRt3sz6BEFhbr4BTMJxP0l1+pXFMpC9ocIH
wOAhIHRKh+Bx5/JHYq3a5C5jH3k/vHHuYx95P7xx3DK7eVBtZ5ZM7v8A+6lvN/5aosJ/scxo
zgiodHbyRaveO4HpNyTZE+ROSoLDqeetCEFegACUJSQNOmvTH0RsHTT0Nfv1Lb/EH815jW7v
8GSlPEPnvSOHyzotzP01qbMnS0QYkZ6YmGyp4pWvc6+tJShGja+w8U4heTvGyu8b9pNh3na1
vR/p131aJUbYuA1Ac7YtzY4lbTewbG1jVO/2inHok+KSQVtrd3l7Pmoe6OSv+ZToNXp7tPqU
duRHfTsdYfSFocT5KSehHwOMlQ7fjWbc9xWJBW45AoFSeixStZKuQpKH0p/DmlI+CQMY/wC0
GB4o+K097n7fFSqc5pyipDquSnxwph0LnfWb0geSseMPpnTw74Ga1+AyNZAjnKcx/gdMKI9K
2I1UkE/HEA0L+XXgr1kzbLyKaN/uq08sNeYNNmwLYcrVOjqcfpbzVUQyju6WHG3dg+JUgg4s
cPjMdeH200Ued4fHuO05LRGaFhUniHyoiKta6GYzsgx6xSavpzGwtCStClJ/RFKlIUO5bUde
pw2U/I266fwiO5Crq0F2ruW87SvWEqIjc1bWzXXvpqcfR0dMJZuI0LzwTBndOicuHbKV7I+w
psa6q5Gk1OryfpKdJigIYaXywlCEeBCGm0ak9lFXniquDiUxc/EXdN/y0K/2ehSarCLw0Pq7
lRWO3mW2o34KGBSmOmOHYbYXb11kjML6qKd98+ftTzm9krZ1CzZr/ELnxeLUi0t8ZUG3Go6l
GbKQ0Eht0d3RqN6WEDqpep6jXFe3PftUzzvGVXrulx/WLeb58GzY6t4oxU2spce+yuSQk6kf
0aTsSQkpeezu1dZLSQOMTbb2tsr/AB5qzwSRpn7+avDLR6bY/AvRqvYUMSJtPsxMmEykbvWX
hCK0g+ZKyR+OKx4SKrUaZnVR6fRb2qtZh3BQ5E2pioVByWl8tKbLMoBROxayspJRokg6aezi
4qxLHLQdnJaP4rZX+NtfxVbDHE6OZ0jQXDQkZ+OqduMy0bTujPS3IVfoMKpJdoM5T8eQgOoB
Q+wWVkEEagyHyk+G9envHEy4KokWlcPTsWlRAzHarFaShtA2pQhE95KEgDsEpAAHgAAMQqAy
DaKpYxxDXaj2H4jQqZUMjOFwuIG8fb7VnfhyyxtObdOUFWXR0et1t+I9KkyVOLVIU1BclJGp
Oo1kR21/gD3GNI8W99Xlbse2bEsm6JFC/lFKebk1GCUIkNttMBamkFY6LUopIUOugVgOCulk
wypdvHedqb5n4nUp+KMjFXDHYbh1Hs8NE5cJl9XfeuX1Xp14V9yqSrdqcinpq0kIK5LTYbW2
pYQANyd+0keKVYpvh0gNROMR6iw9PVac5crbO3onaJ8XQAeQK1pA8hpiwfDv9gEuZHPNRads
bZZmgDdGg9nhorTNjUGucen8vJ1XZXOt2ykNRoSVkKBkT5aS6PLRLemvksjxxWXENX5lf4na
4usMFpq34ESDAQtXvpe+uW6P2loQgnxEfQ4ibcsklwmpEZN3a29vx5o+BSbteHSZ2USyt4Km
eK6VUM36/Lg0ihyX+TFedgt1CRUSwOUp7lyApttAPsDa3zFe9ri8uEPh3vfh3rd2W1NrNKk2
3KVHdpf0TG9TCSnfzStoey2rq1qtI29+mJOzmCz4fFDCZCGnUXNvCwCdidZHWu3xrzVV5vUy
Pe/GbLy9mJColXrtIZlII1C0NxhOWjTxSQ0EkdiFEYvvidznreS1kQZNn02LKrlblt06CJh3
R2SUqWp1SUaLcSAg+ykjDsMiNHPU4kMt7X3/AB5+Ki1bm1TYWDQ6j2FZsunMDOTOO4qWrN+r
0CTTqAVyIiaBGcaRJkLT/TOtFxwp2oJAAc6EnF2cDduQn7Jr2Z7uqp1w1RxIePvCPFUI6E69
+zLqgPArV5nGe2WmftLtDLXElrG6DQD4ageKlV9O2koLMFvgo7WuN28IWZ01qn2VTjZkCrij
SJKpCvX1rDnKW8Ee7tDvTZ723xxM+OalRZ+REq7koPrdtzI1SYd8U6OoSoa/FJ0PmOmNQao4
pSzMByGg9n5qDHTiiqYXNyJ1TVwKQVPWzet2qWQKjca2W1a9VNsstsnr5ahf5YYuIzJS5r44
wcvJdNtx92hVZCTWpgbUptoQHjIZHlooupT8t3ngeHYeanBYISLjl0E2Z4bX74VocV9LXVeG
PMKmghZVbtQCdqve/myz/b1+eM002pxpNMYm7teY0hepP6mpxgPtejknhgc1X2ybmM42WmiN
XMZP+E/HXAPpFrwGPD3wSby07JW2XvXWvvKx711r7ysE4D+SXjMVmRM/Ml5h+pzwttX7FdY/
6zh4g5iZbOJSIN90Z8JGgDU5pQA/q6Y+w2T0EDuIwAeC8qL+IlcqPal4tNwqpFhVRlKt6WX2
0voCtNNQNNNdCR8scpWWOW1OqbVapmW1FjzGTublxqYkOtnzCw3qO57eeHcekrXcQW8kqlMZ
O5GiWT+CVKxk+thLucF8rQUqJra+xBK/qIvbTp4n8zjJbe1ANAiw5FOdAixnauhC9QPLD69R
VKQURUAp89MYHBqBtRBmOvBXVBUGOnyQmaElpvVTZwriUkKRvIUEea8Sm4Q3l14KxZVmyVt0
iPpv3jd5YL+g+evQrJ0OvXz7/wBuOGCCN3Et14IrqgkIqz67mjw6x5FOsKnQ7htZDjj6aDOe
XDkUvrq56vIKClbYPVLS9mngvF2R83KI9kuM5n6dKEI0b6bMHX69LPJ9Z08tduPUtn6wVFPx
CszW0RjKo+/83sys+qT9APW4LPtSY3tlNOSkv1Gqsq9rkhbW9pltaSQVIWsrB6cvCOPdacm7
5t/NpmKs0ylsrp1TjRk7lNwVlO9xKR35K2WyE+I1xUVM5qsa7WNGKVTR9mgnur9vrLHJriPt
qlzLmioqsRhwy6fUadUHojrZIILiH45StPRRGpIT1PTrikOIbLvKrJK8LDjZa0uBSX6nz6Y5
RYYJemsaF8SSk6rc5awfbeJUeerr3xoMbgo8RgyA8v1UCgnMdQplwW5iU1i1Dw/V+otNVS1/
qYbKjomXTlrBjrQT7wQ2otK8dUA/4VrbZVp5ZZN5TiqV6zbLoFA9dUHp0yFGaiBYB1HMWEjd
oSSNdepw+lhFRDxD/AmyP4c08aoB650Zw5lVjNyCpSaU62mk0ZKgQt2KzuW7I0Pu73Fjp4tp
jHupWLH4XpDkXhgmS+ZoBPrrn1Y0/wDxjN/7I/IYpcFYJMZnkVjOf2WCNUlaIm2pk1YOYFGh
l2RbEWmVZUZgaLfaEZKH0DT7RZW6B8SMaluuxcq+JSwKaue6KvS30omU6bTJimXWzyylCmn2
tFpVoSjTUbknRXTpiPsuziUs8ZTMVed6CREyzlXwo5KzJcWIqBQqGy5ISypbjz8p1StVJ3k7
nX1rVqonUla9D0GKC4SqfWo2f9Jl3CEpqk23atVJmntBEmTOhOrA+CVLWMW1aBHW0MaFB+6n
kTnelzSrV9JRSrpXLUiFNoEC35QKjtHOcnOtEj/Kx20/8KfPAOPW1pNAvW380aejRNWjPUOS
vwDqUF6MT8BtcSnyUrphuJQispZ4ymsf2d3ECtXIQy6lwcWzTstpbcSW5akZmG6TqG3fVdW9
filzv8cRLgHyyzky5ty4Ws1abVaaxKltiHT61UEVF4Oob2vyN6VuHatWh08S2r72J3CqCIN3
81Aa10XrKqcy7rh2hxoVPMOavZGoFywVyV66bWV02Oy4r+qmXr8No8sajz5yVovEFYTVtSKz
IgSoz6ZkCoxEhxTD+hAJT2KFBRB8wTiHSAVMM9ANeutFIkf2bgXWX83chr94cqrTLlurMR+5
qVXX1xH3zETGbgyuqmwhtPVKVBK/accOqkg9zi4uAy6KfMyyqmXzclKZdAqstCmCfaU2+4ZD
bgHkUuqR8wvzOKuhwv0TWT0lFkfd+gCNWYgK2gyTNVOB2ozMzXJ4zOjNWZIqiqo7QxEJkFan
ecWA9v05Jc9snl67fZw88eF7U6k5QM5eJkBUq6amzDEZC/a5SXUPPa+aQ20Rr5rGLChojhsE
+/18k2atFTPBZF8NlRasXggbv5a+WqRBn15az0IS6tyQk6/sLA+WGPht4kKhQvR/IzHzBnKn
XFakB6nTg8sqckzGwtDQ1PUqcJY1178z44uqNzaKlgjKiTu73ETrw0VK7cy+AyF/LyqLqlZn
0SbFmy5Ci4tx7WU31UdSR0A6+QxnXL6tevZe0CYV7lrp8Yq3ddxKOuvnrjA7a0orKeC6tcBn
MfHTsmpIUOhxwz0q93Hncmzrd7TrwV1HWG2q7681+lP549681+lP54P/AGcby68EnazzUENt
WghzmSbapwb83I7BH+vDFVpvDLTdv0/OsFr/AM9VA/6lnAqR+K1H8b/Fyy9mDQJPGt3hqr+w
0bJuiVv/AOibTNS/+t2cPdPyKtSoA/ye4M605v7a2m3A/wDrkRsX8VDizh9294+BcnceLkE/
0/hezBnJ0gcKD8D/AOl67Cif9DIXhZYVEmWjJrVlVm1maPPptQLMyLGluS0LWtltQcLjiEE9
Cnr+qPIYmY5g9bS0fa6uRzmcnEkeYsm087PaFPcvaQ5WroahhwklCz1OLUg2MGmtNG9PLU4J
sxTOlp95uimtkayn3fam16lttvbSenlgl2O2o8sr1T909saluH5er14Jwm96RPRXkuey4B8s
FOuzYjvsp1GJDMPvkW9eC51QeaQVGTLeiOQVucsPN7CpA00xEBaeab2X6crahxG3i7QxB+iV
U5uHS2tY/I5PLJTB5mu32dde3TE+ipBC3djFh7skOScv9Y3UmgwX1tcgMrIaaCAfv6DQa/hg
uU9IiNKcfVtSgaFYHTTQj+wn88NpaRjSbtGfuUZ8ziCCciojDoNu0RTiLOuS4beakDc9Bteu
TKeyV/e5DS0o1+OmuFFtW7bFEnyapSG1yZ08ATKjMkOy5ksDXQOPuErXpqe5PfEo0ZdT5BDb
JHHOnOrWdT7qehv1IvsT4ClOw6hCkqjSohVruLbyCFI11OuhHc4c12BVL3Y9TzOzQum56eka
qpNcnhUV5Pk400htLg/ywViO+KaCnIaSL/FHjkjlcXEAkqVoppShKWWjtACUJ8EgEnQeXUn8
ziLwsn6/T6M/Qomal9RaVJcef+i41VMVpPPdU8tO1hCV+8tQPX7R8ziI2MwvL48ifaMipIdc
AH2aJ5pFPptu0iHQaeytmNCaaYZYWrVSUgAA6/AAAYZqLDzLy5nS15MZjmjQpalvroNTp4n0
9txZ1W4horQ41uPUhDgbPlhMMpzT3DMr62SSPbJYOzsiK5Rr4vauxbpzkzEkXHJpyw9T4KYy
YtOhuAaB5phPd3Qkb3FuK6nrghcTMm377i3/AJYZgwKRKRT3oDzcuniYFtuOtvHTVaOWSpoD
2te+JBhe+pbI7Pd093w5IG9ZpaNDqm65bJva5ptUu26Mznahc0pUNcSe9T0MtRnYjxdj7Gmg
FKHMJ11Puk47m/cfENnDbqLOv3Ma1W4TEpqWE0i23IzqVtLDidqn5zpGpQU9PAkYc03uD7dU
F7rjNE5aZ3Z78MdDfs+0raoVx26FOOxqfWZTsB6mpV76EOpQ4Fsj7KS3uHg5hPaHGlxW21eF
wXJcFBteuRaqGTFhOVCXDi0NCOZ7CWxGcLgVuTqtTiFHQeWLeGRzgLexAmlDdVD6pXrgzCrd
z3TmDDpKpNzSue9Dp3MXHS1ymWduqvHayD/VHliwMoeM3OXJOhMWXXbSjXtR4zYREkOTjFqE
dodmlbkFL4H3y4g4hNpXROMkYsTqRkVz52yW3s7aJJn1xW5m8RNpHLz+QdOtGhSS07IkOSkz
576EkFKGyBy2dCkELIWoaDEctHMK98p7yazHyymRxPDKWJtIqCyI9UZSSUtrV9hYKjoodRqf
PDhTubVmUesdT7fFNDo2t3QMldLvpLIKKQAzw6XiurBPSOJUARArXXX1j1jXZr48vd+pigsw
r4zIzar1RzKvSoQ3K45EdYp1Nhk+qUhhWm1DZPvFW0b3PeOg11wapgfUtIHt1XQSx3BsMtFM
q/xg7OFGTw/xMjblhz1W59AR50aTTn4gXyuTu1S+F6bevuYqaXfF10+4Xcl4sBf8n6vOj3PL
eCjs3MI5fJ07e08ISiPHlLPhiHUwSOsATlolhmZ/Hmrl4eON6y8oMjouVNfyrvSbPiPS23fU
YLCI6kGW6pGinZKT1DmnyxVmXc6pUWxqNSqxCdiyWojaFR3lalOnQdRiJiWHumaARe2nVk6G
pEd902vqntFbCFclTidcOtn0utXpVWaDRWVLdWfbWOzafM4qJcO4cO85ufXuUmGpLprA5Kwf
722q/wC6dP8AmFY9/e21X/dOn/MKxU7w5KXw5OakNG4QeGClOeuoyAtZ97/GahSm5bv7y0k4
TVLPDhAyUrEi2KjmrYFs1OKrY7T2KhDjyI5/XQhwK/JOPQo8Jw+j9Zo8voqffShfGpw7wlcr
+6LImEf+LaVUJP8A0TC8JRxwZJsACk069Zah2KbUqTA/5VlGIkuLYbRDMD/T9UzglAc44bec
QfonJDMKZ8okFj/pZicVgLlqV9Zm3JfD9iz6FGq5YLUKovMqdUUtcs68lSkn3Efb8cYXa/aW
KuwrsDNevf8AkjQ0xCXS8z/7kUV290RecGRsS2HUtk/vA4mGWPHHad9KapNZteoUeTIVsZec
PrSHfnykDTF79nlKKjC+IUOtmMcvDCljl2W3VlrFOqcZ5bXvCO8l3l/PbpuwiZq0Nw80vaj5
43MdG0jRKZyEa+5GdZS8yoHX9bCOVcVLbc+vlM/jg4o2j2JvGKD6zCqkVPKfT17ujVWuPR6M
gI5jLe5KhooJRpoPLqcLFSAJnaE9UeNBXHUUvJ+r7/Wf6sTCnZRUSVT0Sa3IbXHWneGFAEL/
AAxDfAIynPksFnjPe312Xe0pmmp5dNkHfF2a7Ej7uvniHoqvXRStdfM4v6KhbJT9fRU9bVGO
o1TlFveezy0mc7oBppqcW7w/LmVxwCsU6a606NjTwb0QnELFKBsdP19FIwurMntVwJsaIGxy
Y/btoe2DnaNCpkRTqGFaI7jT46/24z7qcXV+2TJV9X6LCfqpdaZDTaxpykjXp8scVbtPaG5h
KkHv7XtaYmCkEahmcppq9FS0lchtJKHDqoeKj5nDX6ilJO5ZTqdx06ddddfzGDikHC4iKZF3
kwtvqqlEp8zgcej08oGySErB1GitNOuv9pP54YzC8+voo75FEM0G4samuyEyUIcSAGtVe8B2
GKjmVflrMeSpKAggpUnrtI7EYtcMwviDr6KsxScxoLTsmU0UNK0SepWodT00wBVcMJX841U2
k6nQdz54kGiby68FD7UeakNhWXdmZlF+mrYlRExUvbHlPukup/qdsKbksNm2p6oEq6GX1Ib3
72j0WryGIfZRx1M4xsoPUL0olPCnnqs29qNEOBBCgPIjDrCTV6ugrplPdfQoF0OtJ5qlE9yC
jQYPJSil1UOCqPNJDdQlPu8yUk8tfdRIUjw6nBC6wy5/OA4k7PdPn3/1n8zhsdC2TUdeC6aq
MftREiv8gbg6gp+6kdO+v9uC1VhyPIQttR2rGgGvYYK7D2yDTrwXCpI9qPTXkPPb1DRPnjUf
Cjl1Mo1oR7pW1/PKtq5uX4MD3Rr5nGf2gpG08GQVnhcpknVwfyakfoh+WPfyakfoh+WMR6OP
X+y0nawqEo3HNlsFf/KzLu9qJ/lqR65/9ZmRgyo56cFOai0w7wuqxprqjqYd1IZjOE+fLljf
/o4uKbaKiqvWcD4fVUnZpOacofCVwp3HFM63MsKTDaX2kWq47TtP60ZaB/DCWTwPZXL/APvc
zGviklfYR6ymoJ/+qkPYLX4PQ4mPui3y+hRe9zTdM4Lb/jJ/+SnES87/AP8AQ2+1M/6BcPEG
hwb0te+q3YV4Vmk1GRRnWmUT6W0plD5caQ4fqitxQ03Dx8Bjz/bLZpuBUvbwd4eP5D5osD3c
0RfFn3Hf9tvW/abTapayFjedANvfFXUbKm9qlfD1gGjyky4jfNcabYOgPmknvjc/ZZI04Ray
iYpCb7181Kbryh/uV2w3Wa3PZM4qCEw4jjqluanVWuqemiOuJJYuYVItG2pUiqVis1d546NR
Jfsojq8y8vVRT+OPQuDxILsFlXCYxT2cVIbtzBuSysqmKs/RGodYnu8tth48wN+3pu+WI/ac
ubfUZ2XV6lOgy3Ebt/rJ5TX62zXTTCxR8SC/tUxsjY57O0TRF4jYlq1KtW7T64+afHbWiGFK
O+QvXTmBX2Ru66fdwx3ZmwzUco0uVmNIcqfrvLZkRpaklaNndenf8cLuEJC9vsUFy5gcVNUu
5ykZeXRcSZTKS67GlTnGUaD3fZWojri2spuNjN627gRb2aG+pQPbSWQnbIiH7qVnqofA4fiE
cdRDaJoB9yqaF0sM15nEj3kn5qcZmcRFiXlZj1EE8RpaZA3U6enR6IpK+pAHQk4rSdcNuUst
uvVmElqQne2oqKtPnifh7SxtimV5D3XClGVlEpd/MPtpr8WM4w2qUlc8rZS40jusOFBRp+rp
jUuRtWoVq5WNCpXXTpKYyiFymXSlCgpfTXd9rFVi84eN0aKbh9OY1YFKdiulKkPtltY1CtQU
qT5hQwqep0aU041zQ6g/cUBv+WuKFwPJXUAvqVGodl2yqoOzlOOH7rSlDp8lDDbV7bgwWwzF
cJ1X7K1dx88ODnnVN3AovUKXJeZcDTKitHuj72IfXqPW4zai2ypLn63u4vaKKPd3Xm4QHwP5
qHtXbMo0F1FyvbHmj7TmwdU+YGI/S81Ii663GLwba2LK3FjdpiVT0zpobjVVVRWcGaxOSguY
N6VO6pi5O3bGj/VoZB6afe188MVJpq5zy5Sqkpad2zkgE/xxfsMUQ7gA+CopBNJNZ7iR8Sk7
eYUymTFwIkNEsbdFpcOjbC/PXTUjBFRk3JIYkQ0pWgk7jIXqkEfAYa6liH8XmlbHJzKu/hEy
ig3DbtRiPX+8wmUpwuQae5scStPuqJPug/q4VZq5FxbUpaqpTbjW+Yw+rakBCl6fHT7WKCYt
FdcaK5haTRZ68/aoFadkZdTJn0nmHUZKABuDWwJEhXkVj2hiwLczasxi2kWrSqDT6amKnlsQ
I6dkYt/FIG/d+OImIFz/AGo1PGxuoCh30TbFRrz7Ffj0+DHqzm5xMdAccaH7ZGuCKjldYki4
XYdMuJr1VSNWCxqQPzw5rnjQrnRsdqAorUMpLieSn+TMz1tlaloBH1Tn5K1T/p4ii1SI0w0e
ouux5DDvJcD4Vq2fhp3xf0NVBbvgeSoquknp/afNXRlnwhXDfTECrtV8wqY6pC3G56TzFI80
ef4417ZVKplqUeNQIb4XGhthllK/eCR2OMptNPFMLABXmG08lIbvJT3zz+lP7+Pc8/pT+/ih
4Q5K23jzXz5TdyA7tdse8mk+b9pVVr/nRjgczMC13mPVpzVX5Y/wcujzkJ/JUY48Ri2cxOi1
J/1fRWHGao4pzhxgShUPoekUSUO0+LGdpL/76ENq/jh3p2e9t20B/JjjSqNL07Im3OxPA/Co
pkYsKV2M0Is8n/V+iThhSWi8cd9UsFMPiiywriE+61VWoyH1f12JSU/8nhZZdwVG95lazAq1
Wo8qXX5qpDqbemGXGbSEtthCFqAUSOUB1+9iTj+JVNRhfYK7X33/ADP5KPCE154u3y1YLrmW
9yLpdVcfaCJHNMcuIUv2khYIKSfHzxT/ABSZ35pJdVeVBqlRt+qUdxkc5DmiholG5BcSdqgV
nUjTtj0X7KqInCVAxatCj975+Q87KfFo9u/T5uqYSmQEQ2tZ0gttgkK36tI0Soez4E+eJtwl
5dZjsSapBzBl1CFBguohCmSHUrU2VL0Uo6jboP1celVIFFT5qmpnGtnyVuZ65e5ry5bl8U+d
EfgwqetfqUiZsjBDZ6Oa7PHyxku2uJa8mK/UJNRfY9Wq8f1VUZtSglhryb+Pzx2FsElPmnYz
OaefJSqtVWnIletR1l+PIW24yls68xChoko1/pNw6dNMPDkqJUJcp6a36rTY+1cJBks7pih7
5KgOwwhYl45VwcONTue584v5TtU/k03lrjzJLoA5gT7gBH2jh84lbBt2lLezCiUSFCmOSEsO
oc9ySCvq5oB0V8e+K9svCm4blZupxLDxGqj2ac1HbM2DITUZypRcCVSd/NQTqQVABQJwbJl0
wFMebTW5S2w41saJLe5JCU9O20pQVficXjfuxkqVw4hUltjNKBZVsSxby0RnpYXFZStpQaaa
CUbggjqklfU6eBxIU5r3FmJSG8ppqnn4B2a8yMnkuOqRzElagNQQnp1+1ipqKIyKxFWI00W1
xXXxlk8jKKjZjTqZMbKWnIroS6IxWdwaKXQVI6eKTh3/ALveZ9fu6mWbVs2p79dW9tXERLKI
5G4dgOiVaK3adtqTiR6H66CFDiluv1RknjYvbKW4Xq5FulMunl3lJYjx1OQ3zu126k9FbAk/
V6e9icTvSNSzSoNSlZbFTdSbU+yVVFKGyEd0lSmydcI3CPd14LjiiOsX0oFqvUxdcunLJIjt
K2LEeYhTqfwU0hP+nh0q3HXw+Xa609TLiMRMobVRZbTu9s/DahaB+/iOMCrY9L+f0Q3Y63n1
4qJZqV/LWqRG7qouYMScqY3ogRn0yNB5Hlhe3A7dywtuk2l/L68ar63TFtc5PqCtqlj7nTxx
Z8dtFT5qNwDWz5KHXnQ0WdNVbr1Ne9RlNIltRZZPNS190nzwqtl5unuRiiCw8yh9Dy4cVA9p
HkfM4hOrDbVWIpAZ1YFazWotfe0tiwoCHlOIaakymd8nTyIRp0xMaLR7LftlVRzgyrp0DYja
mWWfacT5hI93FK+rreZ80RlIFWaU2nS7lqNXtacqDTGl8uKC4pbryPNJPVP4YbJcGbNe/wBj
XXpm4KdccKiCso7nTE+ok73ESwMG7w0zNz6fKbXIXOUl5KtFM7dpI+8dfH44JqldQlpDMFlA
Rrr9SdOv4YIW8TVAmdw12nVaBNk+rAtBSEdSonrg5uYqPJQ0soQdNm7cSNcK1q4uUly8uP6K
rMbch0RmUlUhhpeoSfMA+OD79vqyZ0qBMoNnM+ul7n+tPNJ1/gMQw58YyKmytZW6Kw7P4ipd
vJZkSKXvpezZz4oIKT90jy+GLKpF8UKuEVCn1RAC+qjsVuA8tNcVdVE6o1RHStl9VOv0xE/x
pX8Me+mIn+NK/hhu6lui4R9gObNU7d+0kaK+RGBJKlI/pVfniPJQRwfxb/xN/wAlMVdU/ja4
SVvvxqbxFWk27HO1bP0whtTJ+4sEbv6ww5s8XvC3LRvb4lrHcPmu5IoP/SYh1dRSUbfvmNPx
A/NKHHmlDOfnC/W220qzrsOaB4OVuA7/AGODFBql2s7mresKy6vT5NN+lUuMuU5xLjRS5Diu
EJCAAAHFr/EYxG3fZI6Pegs53PInxCSBpsq54y/r8k5odc28t5L69wJ02d+3xxSGUsvLrP3M
qbaeZEmoU/6ZCVUNEaRoWHljQB5QR7XQadfAY232Vyn0Fe+aosVYOPb2Kz8leD+9MtMxaga3
JiLpsZhCYdbjupDiCpeiinpqNB06Y0ZX5+WeSeTDbt/3VGjxYICUzqqrV15xR1VtHfpjW4vU
mvm3IjkiUNMKCHedr18FmLO3iNzI4kqTKp9mR2KLa6QuNGEsOIelI++spOqh+qcQCzLUhWza
b9RrlEXJBBelIWQQUD3nNFeXljS0jGwQaWVRXyCefvZpJmwiPVqdCqtvVORypqUqZMV9KUFp
tGrYOg7a9hhro9+V+n0Z6nQHqZHahR1JeXKkpcDif0aEke8rxUO+HUkYl7xFwgVknCmsFrjg
Ir/0rk/Nm1SjLjodnqcjPtOf0uo2nQD3dp7eWL9rkWlXDaK406hR5ym1e3FldApWvYnxxmq1
tq6/sWgpHuqKfuFZ9vTL6fmDNn5rWew066VKLkVGn16kdwhH3vicV9cprFq2kitx7cRSXVx+
aGZqHQN+hGwkI7aEjT44vKeVv8earKyJw9TL4KP5H8Pee1zPNNO0KOimszFrFcU/yvV1qb0U
pAOu5IAA2np0w2Z2MZr8JOZ0i3aPf02euWz6wVN8wIlIO/aop103jQaHuNMSoqmGSe1go81L
KyC5Jv8Aik1933OuFxqp2Xawqkmo01M1+fLaUJLKtNCsff2jsEaaYrqg5vZkWjU3azTrlW1M
koW0ZD6A84kbHGtNyuumjpHyTiXExxhudVDlka2awTlTM06HU8sZljVrlpWZjc5p5uOkICkt
BtWitNeug/LCClZg3bb1stO0C7Y6SJZ5MdKkrfjlPfakjRKVeOnfxw6np3j1io9TUtPqqW0y
rTWqGu2bKmQa5TpUdch95loNzYruq07HBp721tato6dU4rYxpqXZVNW49IMU6h9GoSPmnEui
Lz65J+Ki4oWj93kl1v3hWbZD6aTVpDSSrRaHCQ06PJSOx/HF+5Q8VNrTaZJsuvQ64+5JUhuH
Roi1mC2tXvPKX3SgeScRcWw9rqfdDRfr3KVhOIObUbxdl8VLc2cyqTa+YcKkZqZrpjTZKUJU
qUwtbqR93lJRuSj4664lVHbtSsw63VLKvGFKgUyKlx+W69uTFWfcXvSAga6K6LB7pxnX0Z5L
TMrW3vfNQqyM4uHCTNbqn8uQ9UjJU2iHJKobRWj7e7vp+t7nwxKboz9jVRMz1quVOMttxUZ5
wqDzZUjvoo9VJ9ofkMDmw97NevJDhxJr9Cmr+6lYlcqFNo02tiJLdCQ7KdJPK07aoHs9f44e
KhPvyn3dIr9QmGjU2lKSvnyEe040pHtahPcE98NfBfIhPgm9t03SIbGY1Sdu687gf9RVHW4l
ylRxopX6Dt3+OEdMmQppiSHaEI9PbaWywiKre7IX5u+KT8Rh+7bRIXb2qU5hUU5WiBcVbdDz
VUQtXq8JzRbA+O7XBLVdjTA3UqFUy5GKeYmIoauK/PCQxlJM8DRExZtRkXOGqShT6l9FbW9U
q+evfErs6927ZRJnOWxCkuNnaRISApk/dGo6fhiPPGpFPJuwWBzTzHzTqZo8ilXVb8dpnnKd
elIcQOST7h109pJw20a/KzDu1pxwMxSvaA6yshPTtu088BIa7QIjbMU1/upXL/uh/wD2eMe/
upXL/uh//Z4xF7I5P7QxVNa9/ZxZYL1y+rGZ8Jhob/om57RrFVgL/V+uYD6R8EOt4sW0uPyr
Ud9mBm7kXdDSXDtNYtei1J5hKfvORn2EvI/4EycefYBV1lJ/xE+N/wA1aK16vlFkNxD0iHmH
Mtpp5yoNesR7giKeptS0/VkDlugfqk4gtz8IeaVsK5uXGZsessg6IpN6tqjuqPkmawgH+quI
4v44scUw5+JN7vXkUoCrm7oFXy+c/wD50ZSzqAw33q0+KJlMV85UcLQ3/wAIpOHS027ZFNTK
s9qD6pISXUPU5sFp7aQ2pQ2AHcNB0V5DHj+KUlfhjeHiRP43/wDKylwMFkfcDVrzbZqTF4LS
zS1x3C84paS0Enx6DXGcaEzwq5csU+4E0gMS7WqaUs1FiYp4zx4vuJRpvCfAI7Y9d+yt/wDc
Ko8Vj+/W1bHXRMwrSYvezwqTDfbEgLSSkKStO8Aa+GMTcWfEplZmHm7MtupUabOoVEivR4sV
hZbLkzeRzz8Oh6fqfrY3+EURfP3+vJQsVrAYO6q0yjzNqFl2zJQYTDqorjj0dLzSj7Sm9oA1
7e11+eIXmfnXccy35LNfqyyJDTzPIba9lJc07n8Vfu40GJP7PBks+13EqFPoNwVSxshKPITl
sxJYq8FimsVaQDthOJjAlLSfEklJ3HyViANtOuuJZVtU4pLbbal9AnEvBBxKLiIGNv4dQtg5
J5fZs8LuXs2ZOu41H19SVN0pEVTrMLU6l1K1FB0J6kDGhcrMy6XW7fgUu6KwyxWHGeZJbcSY
7Lz36T2+gHwxnq+LvcRabDXdmgzSqbYdo2FMlTaJSWqe5U3UPS1xt4TzBs3qKR7oOvXb3wzX
HYdr3TAetar2uicG30LXEe2vpI+Gi8R3zmNTDCJFILPte2rQtEx7QoKIUfnrU+20ShDbihqp
RJI6A+z8umM8ca1LpkmS5mZRreolYqNEcDNRbJWtbbakILW/ToQnU66eZwbC2uknQ8Uc2ODJ
Z5h5nV7LauzKIu3ILaWkf7XCty43N12pC/EJ3DUfDFbVGn0+rurVLlq5ihqNqVEBe3XTp8Tr
88bSADs6xU7jx0ZT4KagiNCt+M9KnqSlCmW0hxRWe4GmmHPMrKDNHKylwa9fdnVCjtVBG6Kq
Q0sc4fjrpjpJ2xoDIHSJry0zFq1k3GK7S3I6HmkrUpt9O5K29CNunnoSMLZ+ZFURck2tRYsW
K7McKl05adE6KO4D8umCttGhVH3mqbaNbV13pVprNMZU69EYVMcbcUSopQdxKEjudPs4nV3t
XHlblvZGa1gZiIp9WqDb7DkOKtKJMbRftEI0BCfuqPXDqidskvDQqeJ0cXEVXQaxWafXUV+p
r9em+sIfUqU6pzmq8lk9/wAcSeq51ZsSFSmqbe0+nRai6lyTDiyXERzt936oHb00GnTpphJK
BvLrwTWYi7mmW257MGvR6hUVvOuIUVteqahe49ySPE+eL3K7Ur1GizI1cZjvKccfjqeYWQ+g
6ahvyPQd/LETE2sjU3C3OkSm3o1MVUksz60zE9bBKlRWFkI5f2D/ANrF2WfdzkmsvRGrlj1N
XqiWnqW4gSFvtD3X1ae4k+QxWOpwreCcou6ron29YyLct2hw4LRlcxEcDQsp8iR7wxCY9z0m
lSUyKtUHqcw+8lLbjI/oie6+nYYh8NTOInKbPgyKxCj0iTMjvS2FuNuyWFrbB+6rXuMIqVd1
OqkhlFXhpi1SNuQPWkKiGQUd+UPtJ+eJkFOFDqKhSCfdtUokJ+vR6q2HGkJ5Z3Et9O2vj1wR
bubtCzKo0muUigzJZUtRlO8vXZs367wT7Cug6q1OAT0wR4Kn73hpPfHETlnYKW7Xvyay4JQ3
GK02JBU0E/VrWU+4N/UJHhivGOJR2780nabRpTP0Jq3HbVTop5byh2XqeoGHUeF8Tr9FBrMX
4ft68VP/AOVdf/xFH/H0Y9/Kuv8A+Io/4+jB+wt5deCZ293Nafh8b3Deg9KtcjX+VtGrp/sh
4Ux+NHhrUjVzMIsEjT+c0ye10/rRjjx84jQSesWnwXom6UuicZ3DBzFOuZ50SMpfVSpDjjJV
8ypJwpi8ZHCg6dYnEpYCTpp1r8VPTy9/Ez0tSgdxw8R9UHdfzTvD4pOGCejWn8Rdguk/cuaG
r/muDGcbTmUObKr0y3X4jsB+vVRxpcNwKYUkzVhBBSAdpAxjvtBkpcUo7xkb3PK/5qREXtGZ
Sm7rsiWjQJNQmN6tPoLLrjwAbQPJ3wA+WKe4TeFqk5/2/eObNs2vbKCuqJhUdmsIMqNFZJ1d
UIo683Z1SD0xp/s23ItmrgZqvxA79db2KT5rXfxIO3k1w6cOdfn29algMNwpdwSm9GlKQylT
r7ritUqTosBLeh08MV5eXBDel6XDbds25VqKqltQVS515OtbHJkhbgU4tXTVwaABIT206Y3+
Gymmi33HNU9XRuqBZqZa56PXNah3JR6fTZ8Or0iXMRGkyYhWh1gfpFpJ0SPliJeksyxyzy9v
hjKjI+0mW3oUBEqqp+mEaKdUVFlKmnVlQ9hJKtD9sYfjtYJ4O4m0NDwc3i596qrKbMDMLOWy
P5DUe0JTlIy+iKclORkh1tOq17nnSnQIOz2UhWug6DCn1tmQhT+8uFHUpcPfGhwCoZUUFmBU
OM2hrt2TNfRLKFu7bMygpEOfHFy1IU3mNpZcS16yvZry+avVI+emGK/805OWV1W/Z9/5dKJu
qpNb1suCcyzv/wAECG9B8sUNRE902ei08MrDT7p1TpxGZ4OWBxF0PLe3bNfltwG2JNZe3uLM
Hnq28pTeu1CRtSrRPTQ4lk3Oe37ZnwWKxTnpTtWkphNSISwsMvq7bz5YGaMiDedn18EcVzHT
WGSoji+zHr935syMnrfoN0P0GE4BWxRmSlTjrg9wKKQgpICVaaaaq1xF8qqdc8DKq4MvrojT
I1IdkbvpyJo7JeBWAplKVeICCNcTqZoZDvNFjzVfVSGqmsD3eXsT2OGTLK5qVQLvsdDslujF
SKtT6op4Sak8r3QpJVoUnQdUadsPFRy0ouXNVNRtux45pkeBzmfUUb0rXs+2o9Sv4nriTHVu
AsDko8lMwm9hdRJGRmSGYufddsmmP1yh3BTKf603UIq22ISXtiDvQoaaHqOg/W88PF/8V1lU
DLKBab7MaovRKFy4n0qwJspT+m3nKcWC2UaoX197qMPnZJxrkmyjb8fBs0C6xnIpsiOpiSWQ
4HPrNugSlB8xoNQnEguSsWXXsvqCiDSKk1cMeRIRU57rynGJTXdjaVdQQkkH4JxfCnadX+ao
HTu/l8k45JZi0vKfNmi31UhLMSlzC4/6h1WpsjQ9fIjBd8XJWc2MxarfEWkOOvVV71nkxgFF
Ce/tKP2vicHDYzXXIFkjnEUNgc1F5LjjE9xl5kp0c0WlXvA+eBN0KezIiVisSTHgPPbVPNkK
UB5aYlPd9xdVDW5p8yuoNNurNFm2odakUxU91TUJ1CypPNK/YCwfaCT88XrEyypeQ0Cm29n5
Uok9U3nOc+LKU0mK17Htjft1PtK6fDFBiF5O77VoMPPD73sUdtOv23fF5XE/bL02XRGm0xIR
nLUCUK36lXL09o6DXzxbNs3BaWXzVMqFsZe02NW3y3EcnSVrWX2AjoltSuqfk5riJVtfBNa6
saNzZobjVMdRu676lf30JcRkux1yNyENIHLa/wCoJ+HbDPf0WHX7IqdOM+PTVx5KloWdAS2j
ujd+j/jgMLmmexC6YOEFwVEbE4nJ1TrUpivTafEiaJRDEjURhqteurg9rwH5YgWY+ZFYq+Yr
l1UWsOIVDUUxpLSyAAe4AHYH4YuKGieB3lUV1c0nup8l523XdsqFUadcrtKmutog1R07VMe0
v2Xko00Tp4HwxBaXeFy2PVy3Ar7imo8guBptZDbuvfUdjrrg7qdp1CAKlwO8HG/xU5zutClx
7Xt7M+lXCirx60wlv1vXq0W29NFJ+9p0xBLeZbivmU3OU2SjqpHQnA6BhZqo9e4O0S/6Umf7
qZH75x76Umf7qZH75xO+65BQu0v5reLexS/baSPwwqStO7TYNPLH539uxH+Y+Ll79uBHIXqv
RSdR8cHetPuK2vOKUPNR1wd1diRHrHxcicELjkWDM6SYLLn+UQD/ANWFFNjRoTSYcBlLDKNd
rLQ2pTqrcdAOnVRJ+fXDHVlfO3hvcfNDqIxGMlWHGspl7JZ+msJkOSJUxpDSGnkNtrcPcOgD
Tb8Bi7uAXIm1cm8lQ/R7r+k3bvSzMeWlvY02eXpyuvXt018se/7Cv4ezSoi7iV+abOJGwM+K
Bm/TLqytgU2nWTy1zrifabBTId2hLi1qA3qWGktbUo0AOumI3V+IDLustwqA9crlMSYKqykt
HRl2Kj3FLOmqP2cbulf2inyTHzNptVSx4tLvz64maZlxly+YFpzJbUblpIZeeZB1W5zNAUAI
67fe+OMf+kNzOh5x8Vd3XFTKUwuPFkqgNTAoKS4GglkLB8ilvX8MMxmF1NT5rqSVtSMki4Zr
+vW28tLjsyjVdceBXH2jNbA2rdDSPZRuHdJ5p6dvZxNKLRJ1z1CPRKVHMmVUPZbjpOhB+Jxr
tl6Y09BmsbtCO0V+Sshm887+Ga4IFYi3QuUxHTykR35C5cVwbPcWNfYHwHTDtT+I/PbO2v0+
0EqNSEyrs1BqHT44EmAWQXd8Xp10SEoKT7xV44mT0g4XERIKs8Xh3WgeOrhmzuVGTxW5UVqr
Nv3BT479w0GK6pDsZaGEBawkHqlI95P2fs4z3k/nzQ7YoKaRW5Mt+QH1PKeDYCErT2Vu77h4
HuMVWEytxGn6/VS8Wa7Dp8+vkrkzVp9OqFXtvPCRTn5cu8oDYn1FogtKqEdO1YI8NzRaUPxx
C76u5FKrTFAi3eyYbvtJiGWNWFqSSr6v3RoST+JwsDf2dLI/ssXEKbJuYNMqdcFLg3f688pC
UuOsqLaVtjsk6d0jwHbDrV82beqdnVGcwtqZJhjcv1OSQ64rz2dtMHjoio8mIBUJdVb/AJW3
NNuqpvIRInOc4raJGivLXD9k/mfOt11GW9UpNsrp86QjSTX6aH/UeYdS6CoHoD10xop6QcHi
dfJUVHVmSbh3U6f4r7by0u6VSoViW/dKKd/NW7k5DMd+QjXT3m0rQfa69vdxFapffDxmK9Va
jd1m1KgfzZ+TCaoS2yDJUNAlQ090AkafHFc2irPf5qxdW0fVlU0JSmHgTFW63rsXpq2APPcP
s4fqFKzCYqjirbpriVzApxXqUdKWn0J7lCNNMS2v73EVU893hptqEyVJmuyqo5/OX171FQ2a
K8uow42vl7c10uPUstogmKpC1etHT8kjEh0n7OgiLNWRkvlEhV4N0Cr3fS4UITWpkgVQqjuz
G0e1sSk6gI3dN/fHOMWl5j3LnRWLXplCkuUyhrbESLCaSQhDn2wnXcSfPXEAt4lZw1PaeHR8
RF8N1Prdtz6ha118yEhp9px2MEJKlpUheh3/ANQ/nh1zjz8syr3PS6XQqOhSaarkOyJLyi0o
fpAntu+PfB5YBWz5Lo5zRwJ2pOcFhVaqv02lXIpyW5GQhDCvYjyV+QV3TiB39mlT6nTK7l9V
bcUW3JJdYfiObyy4e+pPvJOI0GH/AH/X0T568cBViXfa+pBSO+nb/wCO+AqfUg6to0I69MaI
FsYyWds55zTjbleeotSdccfCmJCEsS48gaNLa8d6u4KfDTthqnLQpxYZSENhfRY66YjloR7l
Gm5pz0KPQpFTcVHQoqSydUNJWe6gkdNfj3w92h/J6bKbg3RWX6dHc6etMt8zb8wcADBHonuv
JqrI/uBWN/8AlJ2f/pY9/cCsb/8AKTs//SxV8dSfR3XQWkIGZKapb7970uzK/NtyO4ptdww4
CnoKdi+WXOcjcdm/r293D5WrkodtsCpV2pIjs8zktoWlSlLV90JT7Sl/qd/jj4eqsDqaWaFj
ic/j9F7dvLtBvCjVqcqktOS2ZjaEuKg1OI9Dkhse+stOoQvYP0gTp8MKKvddtWoyh66LjhQE
OhSUKqEhttCyjvpqUnEeXCKunqnULnHeOmv0/JPEnvRcTMWwpi/5pfdFc/ydRYV/Zph8pspi
awmVFeQ4lfZ5lWqFfLA3YdU4eYXzE587/mEjnCQZpizEy5pWac63rauOUUUlipCXOc5iW9Gm
0LK0pUfE6DbiUR+LnhylVJy2LUzSpDT8BAabR7TTAQOyUu/0QHwCse97C0Elbg9o/V5ez5Kk
qKuChr++B5KfTOInLi2qzb8a7K/Clv3UtEOK1ABkKmrV7ytoJ0QP1sVHx/ZH5lyIP8mOHCy6
tVa1mE/sqFUXDbMaBBbbQkR0yC3sZbKjqSpffGuoaaWjZZxPmmSzQVh7oHkq6zezAs3gpsmJ
Q8wLaoFy5oVmkl2dVWGENwIUYnlIaGpIVqCQsjTUJ9rZj561K2Mv6tbVQqT1UTGWFkhbDaSp
Ti1kAaFem3qenxx2I1YlO7JmPeo9O0Mb3Mvgl+WTVt0+hvUKJXXJcxx4PIYdjFASEI66EYtP
Kq87RsNw3XKjzl1Fo6RUR0gpA+9ofHG5wZ5qcJ3Izn5rI4k001fvSaJ7zwzrpeaqY1u0KjfV
JcQ4moyujzq9nYoHQ4L4YsyYuTeeNs33XXZKYFPqkd6ahpJCnEIcB1CT8h+WLCQE4fue1RYi
BiG/7PJfW6yc0svM3bf/AJQWjdMKsMSgtMd2K+CVDTTYsEdDoAPwxivjI4BaNLiPX5w6WO9F
qgVzpNuU8qUiSFK2K5aT7SVg/YHTGHwmR2GVm67JvL2eGS22LwsxOj3mgF3P2+OarjJmk5lS
bNv3hZvOZUYtZhwxXKMw4ou8mVEKEhpojTdz45dToO/KA66YoB+fMnTZL1UmpefbW4XFOqPR
fyONLhcsfGs8Xby9izWIQvfQ2vmmqoVeXSVgQHOWvcgLUDoSPIYNDi4K1tspW2Xmtp0AO4eR
+GNDGxnHtZZh7ncC90ufqRiRPUinl6Hfuf7/AMMInZLLj0ZamdTzNm0j7PniVK8R0/fUaBrn
H7vIpMG5CAptrUFPVKleHTTp+GC0kIKWVoBJ7/HB4Wuf7Vxc2XQJcarUI1ONMhVRcdlxHJWg
KO3Ty08vhjSOWqshKPbLEdmqzLnmRoJaTV4bpWKcT3QkJ05Wv3lYo8TjLco8vgrfDHMcbyC/
xTRxFXvZ97squGoQW4dPcCXYq0EFcgjsSPDdij6detxwq+q6I9QUZCl6nf2KfL5YXDGOdB95
n8VGrX/yZK7MuLotvMN2MmK4hUzl7HGNqStspOqtqiNQknqdMUvfc2psXvUoEmpP8yMssAKc
9tCU+6np0IHh5Y6iid2jedqi1jx2fdbol9MvqVBsSRDhT3ZVUnyAl2XqVLaYQg7AlR6g+0e3
mfPEWMhDTnsICdRodOnTFsyMMzbkoL5C7JxuuU5LMeqR5m7ctp1C+nsnDndSWY8wSI6uWta1
+wOo/PApWllR3ck1zgRYprSOYjUvA/M4LL6kHapOqfM4kBt9UzTRBW7vUopPXqUJ+7r30wmj
+ssurYQ9qyvsnTCFqW/NHt7Gm2x9xfXDiwWFsFS0cwq7knQnAt281klyER6vS/8AFj+6Me9X
pf8Aix/dGBdmj/lHgi8eX+Y+JX0ZzvzazWvHh7t6kZvhrL43LW51GnQUttMhyLy18psKlJXt
CnEp9tGm7X2dMcse4Y1myruz3lURmrVS2Po2gUGFIVtRHkSFRyt0+RBlRkqPcBt4D3zj5bxG
OKpxSBgC9qEiVX7mZXs4ctLmrF+0SkR7uy5YYuOHWKOlaGJERapBWyUr1cRubiSUkLJ1QWnT
9YBhRljGiyuIK0Ys+mNTGzFqSksPgFJcDQWOh6ajRf5YqKoxVOKUNeBk/rrNO4iUReIS5rjt
yRdb3o3RLg09/kTHGwlT7K/tp5DkRDjgT9otIVt+ziN5PvR5Fjx5kBiJFZekPvNs094OsR0L
eWpDYWAEjY2AkjTocO28o44KKCRgXUUnEGarPj7luRMqIK21FIVPQkhJ01GxfTGQRVDv6rWv
9pAOPWvskawbOcRyxG1Zca/ulOlj3fdOVlyw7wsOrvwavE15D7CAVoT5be2mLcp/pCeLOiQF
09Gacl9x1Wh+kYcd9SR5BSmj5DG/nw1sre6OvBVeH4k6I94rV+Vlw3B6RfI6o2OmjRrcaqUI
06p3S24ifNnltaVqQpDTTQbaWrqOZtUoLO1A1xkDO3gFzIyko67AumDFekS3NIMeJtS3UAk6
KW3zAkL0HtbU6deuPN6+Ah62tOLtUOrPAPXsm7dhX1VK5RnZKUOGfSYiXC/Ea/VUCtDqv2AM
QYLbdgiTuTtZGih4EfDG52Tk4T+zu0WZ2lj4ruI1OFj09VSuylU913lNOSmQXWl7Vob36ag/
e06a4szivrluHNldu25GaWilIDSpjIALyzopQ1HfRJT/AFgrGjIvUdnVG02puOl3DPxf5h8P
MGv0a3prvJrMdfqzq2g6qLL/AMG8hB9lSfvA9/HGqrH417VzvyGrN33bS59OlWy207VmaKHF
SApSursYNkFKSoDcV67Fq0XqMZ7G8L3HcRnXktDgmKb7eG89eKxpXuKXNu+7uo17XDfBk1i2
l7oE1UZpuUkIWpSA4psDdtSFAanoHV6e8dZFfTvDpdF51vMpuBclOh3DT25kaPTG21R6ZUdd
JDBSrYHGgpbRSpCwdriPjg9PSmOLiKM6qEjeGqpoUyyGLlgqzDp82bT1L2yI0FaGXQf1VKBI
wXUYUGBVXqVR6zGqLSQ2tuZFKiUoW3vAO7xT7qv1sXTJfv1QPi/Z0B5xxhaSpSXOmh8cX7w6
cMmXmZ+T8/MK5bmUqZIcEaMuMo7KQUkg8xP2vaUD+yMC2gqDT0+SLs/TCorOGVHswuDq/wC2
whFvXZSq04eshllwMuxkfpFBWp5f63fFSVykVC27hdt+rJQiVFVynm9devwViVheIcTVMqcO
7Fr15JMlxTQcacSFanXr1wpoc5yjsyFU6pSI6ZDW1bbDikBY8iB3GLCogEiraecxaIuXVJM3
lw5761oSABqonQDsPwwgLhQrlBsbMLTQCOnSOfxEa3U6tQZaJlEqimH0gpLjZKVEHuNR4YIY
S8SdywNTuO/zPj88KIBHPkil5fBmlTUhSoSVvKJJ0G0HxHY/PAFNrTu3KB0wUDJRnItth6Q7
qtzr5k4V1Z5aG24RWo6dkKOgH4YBP+/XXuk6gwlrlpIB8xglxaivaVHTy1wVO1QW9yDzCU7v
LHUFSnQUqIPmDhSEiA4opZVuCvPDhWI7TD7gSohtZ3N6DppgP/qFxSHVr/Fj+ePatf4sfzxI
3Fy+hlYzG4pq1aFb4cc1maR6+02pD02r6+uKil0rbdS8xoy8kbAnckNqJB38nd1X0+68uLFq
9btzOxZjWXfbcZp+eh/b9EzmVp5DpUn3Sra1o6kbW1MtFWpUcfG78Yb6dA3NPd+q9xAHBuj7
gmZH02y6llRkJmTJvqpXe603Wrrdkx5LUaEhRUpnmx0IaTqStLaEp3FbpWTrqcJK9WLlol3U
Gfl7TZ826ILq5sFFPp66kkgJ0eS60yUqDJbk7Toep26+GIWIVkdTidNDTjda3QDID4AaItgn
RWdPFy3dYzCkUC740rltsItaPZVSdpMhlPfeQ0tzmnRX1rendOiF4bcmpjlVy8plamlPrMxL
kp8J3bW3Fr3LSVKQhfvKUOqEdsP2yMhpYGvcShQWaO6qp9IRIAywo8Zx/lpcqmizprp7C8ZB
gKWhjqhCx94jU49f+x6r/uCFr23B92qxO1UoNRduqG5KZWpLyAoL7r090DywKl/QFRp7cuhV
VMyI+PafLqdW1+RGmPTZpd2bhtKoIIxwOJZfWP0drVQpnB0zWLHpsSdUZr7jjDEhwttSVoSl
vQrHUf0en4Yt7Nm2aXWqHLq91w0LRDhvvJLaBzWXC2vVaF90qOncHXHl+IOPHtdeiUIvBcrB
PA5wtWvxOW7dcrOaiXBGfpkKEQ5XKyxUXNsiKqah1pYaQY/1bzSlB/m6jRJxke8YCDcb8GDS
mI7LL3KSyykJSoeeg6Y1WxT+JUTF+dlndpxuQQluV0msak1GsXhTKFTo6kyZMtuOiQwpWoUS
AVgDwSCVfAp1wsuk0tV3TjTKq5OitzHORNdJcW6A50UrbpqTqep88btjGmv37LMPkHZt32JG
mclLS20NBxB12nTTTXvpjSXoqa1T1cRVQtqo0NM6HXKRIhuodQFISlQRu3AjTYUdCOxOKrHW
PdQ5HNTcCcxtbmMlGeNPg4unh0vv6Wt2lTKjalVkON02bFQpaAQvQsrCRqlxA/BWKoy7yfuz
Ny949pZcRmZFWdRIeTEL4S48UNrWQnUe9y21jr4lOIlDUw9gs92fxR61rhW9xlh7gmh9qZS5
pUjSO9DdSk7dQtCx74IPlgKajIUtSJ7KA6oqWlxaAlSg4dfaI79evzxbXYYd9ozVWAQLO0Rt
uMQ59XYi1FMn1b29/qg9tXyxoXhfve48k8gsyjUUxZCkMokRGGTzFMPLU20CpB9nRSXUk+ew
4rsflbKLEZKZgLhE7fGR5ql8s8165aebCb2uC4JCzUliPPXKJ0eaPvBX3gPI4Z71qLdw3lU6
7G6x5khxaArqRuX7Ony8MWdNFGz1WgKLVTuk9c3+KaFSlIKlSHypwr9lIHfC/wBYiyoQ2RSl
xA2EtDQp+aTiyuT7VV7o5J4sXK6vXrrMiyG2oiVbFPlWpT+GEl15Y3jarT9RnRU+qML5RfKu
ih5gYZ2ptrIopXBRZfNdkpcdUdD31JwpfketuIZCANvdQ7nBGEk3JQ3ZCwRzauSPZVpoddAc
CcIUkqUevknBQ0gKMUfQoEmS6uqFBVHhnc8pagNg/Z+1hPUHnJilyH3A44rtuOpGAFtzcqRk
ETqVrURon54G3Gdcd2IWCcHshXsg+ruJcUtTPQfHAUr5alIKDrjnLtUohBgvoaqAWthfvFHc
YPQ/Inw0Lde5io42bSdMRpzaoySpJyU/oFfvY9yU/oFfvYNcpLr6JVO7a3eeWeVmYNy1hdQq
xqVWpLNad28yowEiWtDpKQAoFcSOr2QOp17q1wosnISLnRBv9+iUKiquSFVKSYNWq8fV6O21
6rJUyHUpUtsLUlQJQdDqde+PkAxU3p7/AGXuA/w6V5gZZ8QGWdozb9uqk2bLp1NKFyzCqswP
oaUtIVolUQpURuV9v7R88NFfzHcylveh5h0yXAVV4LU1aaRVg4ETo6+UHxubGrRCkMlLi9Ug
pT06DFTPhbsNxaDe68gi3UxunPjPnM+3f7unD1eUw2eR6vWLbdt5h6p0F1I1WtSSgesNEJ3K
LW8gAuI5zW5DMcy4iMwrSgsxa+mpIUFPCpITsS+FqLnRP2e5/PFht6wR08FkKnzCp30hjrMT
LekB2YjrO1IX03nZ3H54yHGkMDSPHbV190KI9rHp/wBlWJ0kWAwD6fVZHHaMyTpDctzotqkO
VFmnGUoqQhDOvsq1+8fHDVk/dlOuN6r0mn261SUpfS+0ywvf7/ZJPl8MbGav/vThqDBSf3Vx
F9ufR5URFt8K1AiqYU2XHZrntHX/AMKWNcW5V6e3WfWqNKAXAfjFtSE9CNe/564xda6862NE
39nVJ5U8LtD4VrMu2bZF8XTWIFTjDfCrU3n+qobbQ3qh0HcnYhISNOyW0gdEjHyUrcrbcL3r
CvaSvalR7qONVsOfv51ndq2/s8C5bd1Vuzrkj3JatVdhVCL1YlNp3LT0I909OxI/HDd6sHgX
TJ5i0d+uhxv2P73EWHe77hBcYmNx0SX3wpr7qRi0OE7iUPDbmQb4RbaasJMVyK4wJKWFISst
ke0oeaCfxwHELSN4amYeTG7iLUtuel6sNS9l4ZN1NLbTocDjExl5C9Oo1SsIGI3Z/G9wb5b5
1zc57B4daxJqs5tQkVOU+y2tgq95bcYK2JJ1OpA64xrcAr428PPz+i05xeikdxDby+qinGVk
HY+bkeVxWcN1XVJo9ZacqNQpS462TDAAS64jdr2KDuA7a9MZXpsuHS6o289Gam6KAH3dB2Bx
eUdRxIFR1sYjTtU5EMT0VOgRXI2n+ACzuR8leGL3ynzJ4dLA4Z7jp2Ylem164ryi+rPUqnML
QqGlHtMErc1bKh75On6uJdfRGTr9FDw9/DWYpbUh94sSGvq29fd7de+HBhuoiJq42Br7p07Y
lQPUOdyAyy+zPZmEdWeoSv7WFNxVebXLgk12REbaelnepDQ0SPwGJzX5Lt1POXGZVXsNqQGa
cw+xJOpSVkFJ88JrtzGum90oiVqpo9WC/q4zA26/M4icByldoamBtoS5AWXQhKPZIUOmuDFv
R3HOje3VGvTpiYJLKKWXQ0OpdO0hvT72pwanlMpce36BPvfq4PxUIQoiIygqL7rZCF9Ak9sC
fTHZKi5odOxTgHFCLw0BrmSzzHRtB88GsqCE70NkK8wrrg7ZUBzLIUhTr61JabSgI7hR74K5
a0LW84+D+OE37ri2yHGmqa2ltOuvf44Nbb9YW/IR7CVubgg9tPlgM5vUJpQvVEfdP7+PeqI+
6f38Gumr6GVi57pzSvdq87otmLRYdJj+qUm34jpX6k26oBRcWlOwOLDbYAA0TsO3nbsVfm7Z
EuoU65c3qPRo0uTQa1TqX9GMU9SnqgHUNqUpyQBqQhK9BsQNAgeWPirD6h+O493W7nwy+q9y
/wDToT+VN1Gt5hRrgqP0eiwXKRGfoUWZLk06pCQ7q6reotrSoIW2NSS3qk9MWPIuTNWys2aP
V8m6GqoV9qlz0qgu0lctIYK4SlFWsuJooKAGo+8fPFtXl7cWgdMSfjn809TEcTHHFEUhc7IP
mqDnvItSpg9Tr3RIX4gH5jEPybU3/cuoC0yualdPQQ/yltc3w7KJ06dMR9uCSIA7NMh9yp70
iUZFRsSgibTvWWmZSyApI3D2MZNuJimTENKRQWYakncDHAToPwx2ytU+DDg2JxAHI2VnSUEU
kO9M0E+8X+YSC97Hp06iNst1afHVu9untPqcQF+fU6aYZ+HfL65Wa7KmVKZGbo6ltplrSnfI
1HYto00P443OH4u7f40ryTzJz8bqPXYXHucGJgA5AZeFl9vcm7Rvms8MVhQ8sLz+gpEZ6JUJ
D7sZLolxlumS8wsH3VLaWE6jucWxdLldco9QNoO09VUXGWmKuaopj8z7yiOumLd+7M64Ve09
2zRZV48nN6jcM1Ufz6nW+/c/qEz1l22A43EWhW/aAhft6n54+NFwvsLuN514HRp9a/wxqNhR
9/PdZfaz9xBZIRsfJOnsb9FJ3dD8sCVymAXHNCko1Lh7HHoLyynb3lio4jKbBedXVVtBLjiQ
EfYQDqr2d/T8MeL/ACWy3FjhSj0KVHXpiLT4zS1btB5fVHfh89MMyfP6ItcqSjopzX8cKY9R
ltuF5D5Oo2n2u48sTTI6Xvh3mo8+56rArWyU40c38lbEXYNNpNIq9FeQ4yIFZZUrYCSSBs6A
arBxWhbNSnSajTKSxFbkPFz1eKpXJRu7JHMJIHwxS9ijw2Xce7L4/oFZVBdVw3auKotRW2v6
PDbyUr6qaUNT/VwjlSJqkllfRTaSrVauupOpO3z164t2VNPVaPHiFXvp5aXW6Ry5rsWI7NVI
abYHvuOI7YPbqcpQQ24pJIPx27fPA42Qibd3vMJr6V5huUCUFvOKf9ZWdvZO46DAhIbeKXHH
dARoevhiTBGDqVGeXBFp5ftof0KU9tPHBk5cBhllMVzcF9VDToDh01WAMm+SELkoj1kbilZJ
BOpJ8cL6bSo0+JIlNuHlR9ilyHFaaDy0xDxivhpaK7bA8/arGMGo9UJ8srLut5kVWFZVlQly
KxUJCWWKc2RzVFZ0HXt7vtY1RT/Q+5kRoqKdUadWXEyltqflvOQgQFe8ABM8Mef4tjks5/Z5
CPgSPkVp8FwsOH3rb/Efoqt4tuBu6uFunIr0i50z6cnXntugIdhpV2Xp9tH7PXFMsW9V6jRD
c7NtzF08pK0y2YSyyQPe+t7dPli+wraCGCivUG59+Z8yomKYLLNW2pxZvu08gja/Zt7W/bFO
u2rWXIjU2psqfiS1p0Q8jyHxV9nXDJZsm2LkmGDMuWPFeJ2ojrBDhT5+WJEW0MNQe6evFVcu
C1EA71/P6J6qdn091JcYuaPtPcBPU4FSLLoVQkGObqbQB7wd8fli744AyKqt4vTfKok2jS34
k2MpSGV6Jdb7HAXXTyfV2SFK89OuJIO9mdUx2qDyZH+9fvHHuTI/3r944LdNW76+5lRWrrt6
dlFw2ViyFQ35Hr8yQxBZZW0WFkoPqsuSo6uAago7gYHame995MXZdEeyZdHlMzZjbk1FTodR
d9VdDMZITzmVbTonr2+2fPHyBBWUbMe/Yrfhb8l7l/yEvujiF4lOIa3qpl7auSUeswGnYLsu
q2+8pr1VKJe8pSmStG9zRpXTt7Yw3W7cV/XHedsXJkJCutqsS6O/LbVQlUlKkQlrgrWHEVEa
BW8tDp8cTsRYKmqgkCVWxfVa43KDatiP0Ch1Iz1UTnXEadApb6k1H6v2FIcfQAj3+jG7tivs
nm4acsaE5TpjjzbtPSppyQgIceCu2qB0GmKvbnLgJKfVU9x9ByXQLfiMRHXCuU8oJb17bEd/
zOMpzbcrVDRLFZa5CyyhbMdZC1KH4e7p9rEXZ5pFArMVgjp0W+5U6dHkLqdPceStvRXMTopg
fh3xYXDZlFW32Z15OXl9GUtxxBVGLfMMn9sfZ/DFrUOdT0XECsaWVtRW8Mr6E5C8aD9BtakW
7cdpxX6ZSY7MISqM8VPENJCA5tV06aDQeGmL7y+zesjNGI5W7bqYfirCmgkEpc3J7pUgncAf
IYvcGxftBzPXiouLYX6OHX0Cbs/k0+pZTVdhbam224Mj+bveyeiOitR4jXocfFCt1Dm1J9Mh
AKyteu3xx6dsS/dnnXnu1DLwQIpliCync+/y0Ne+tR6JxGKFmK5dl+fyOpNMJgSwmO3zE6pS
4OwB/WxP2txo0bcj14qo2foRUHPryU5q8PP95luVUbVYiQw4DFnwOVopaW9Cgq03bdOmz3vj
iPX3m/btQjx2LfsQ06W0p1bshO5SXSe+g+6nadB4anHneG4vLTvzPXitHV00dQMgjmYVSL7c
OWeY5tStYZ8N6NR3w+Q7SkuUZyptOpekNpUPo5pWjqgnuoA9MeoVOL9iouIT14hY6LD+JWcP
r5KHXhPlFKnYUNaGdeWh51X1Z7e1zPc16Drp4YhtJqzzt1NtOvPxkFYC3WlbwojsRrjD12N1
mJT9wnz+pWmo8I4UHeHXgnmDWE2zczjyKy6+NiBuZUWQk+Z2+8cdn3ZW6RVF3RKTzUJVsU2+
8VLP54gUtfX02rj4ldVYY2p0HXglVyZ3UK6rfp1Nl2omIlC98xLDpImo9jokHsep/PA7/wA8
Kw9TG59AhQY6S6lpEeMwCVI+enbFgzFa7j6nz+qR+Gt4GnXglFOzKtWuU0rncynTNqF6Mr5i
Xfz93BdCzYsWqQJMOoRZUd+NvcbLSkKEhHl1HQ41MG0/v68VSPwgcuvBCpmYdr1kFAkPxXWV
6GOtOuv44XuXTacOI4/Jqc0bfeaab3bf62J0+1dJbX5fVAbhGfX0RUfM+3jFYkNWiqTT9dy3
i7teA/twXmTmjTaq8ujWY9HYhFKC6pDYLj5+6SBqRjH4ljLq1vDB68Va0uEdm9bryU34Jryu
jKS/Y2fk+qU5pFtOqMCj1SSphmS8W3EILgHugFSdNO2gxqDKnP8A9LlmXcy86rfzJjm1404n
6OqcBDEN8I/pWgExuYlDf21a6nwxQU5cHd4q/oHNjCBxx8blGzZpMbKDNPKmgXlftsS2qpGr
lsPutxaTGGhWVauac4KSU6K1R1PTX6nCuTmfTaRwVNXlwz1Sg1t+lzFuVNVWSG3UMOqJdaab
0Q2HNVhKUuJI0Gg34ZO+Ut4bT81NgkjDuI4JlzFoV75l5K5nVTiZhVfK20WosEWzbz0aM9y3
WxuCQkJQs6qCU9D9rGS7j4P88bSykouf9Ov+z6nTakkpfpxrrLD1NcCOYmOpt0p3rKAkbGty
9yu+DUr5aY5lRqrhVIyCfslrfoGbsB2G/mZb1Kr0enOSzTpjwZ5roc2qa3lWwOFPVKdNMMzp
LzYcS8Nw7Kb6HHp2ztYcVHX6rBYthfo459eQTnT71q6o6oFTdS+17qyoe0o+YOAvSoyZO2E6
6lr7x6K/PGpiNws/ILFe1Z/8eDHtWf8Ax4MEuustwWrlHeWWFnWLWMxIVVp93XC/WTWoEmoK
dZWQ4VtbWUuLYToFjTlJGmHzKu++KS1q/dyOHvLmJXKU9VELkLmRop2v+pxBohS6tFWRtDau
qPFWPkGGkii2kLY2gfAW/Je3/wDIU8r2bvFNKyNuyrZo2gmyqrElUqLTZtN5Djq0vzozbh0T
JlD2eZpipKrRcwrLRFYyVrkmnVS1bWqktVRfmqZPqsYxC6gt+quBxwnkkJGwag4tsU7+KUUM
WQOtsvku/wCTf2o2y87+LDMGv2zbWXuat4Q5Fw09VajJuhNEbjzIaG1qLrbjECU4k7umjiDi
Q5OGL/cqoIhuPrYVS4qkqkrQt7TZ/hFIAQPwGKvaykeyigMpuffr5p1OLKjvSK5yKyrp9rOM
0tElVSektqZXqlShsR7SVD3T7Y7eWM0WrNtq3bsp+aWYd6aU+tIdTKRGjF1LDikaqZWg9E66
p1I76KwXZ6jJw8EIUzhxtz2JFc96X5Ua89VLSktx7aaVvRUXS0XWE/eUjf7Q/VxPOH7MW5Mo
bWmWzfFt1Jb8t5L8Wqstc6IphXZzfqUpH6umJlfTmSg3ApGHVopXb7znz9qQ1jjhveiXnNsK
jUWFNpjSyW0KaU04SFdHirvoV9dPLEPjcU+duXXEHAzatmtGRUKLJEtUdS+fHBV7wdSzoDr4
98SsNw7sWoUvFMTNf/Ff8f1W58svTAWRnfkXcyMz7OqNBqCIciIzPhRnX6bKeKDta5ndpZ1R
7KtR1xlij8P18Zl3pVLbsClOzZkCmSKy6vdtQY6GyolGzeSpSigJB88bzA8Yiw+adzsuviFk
8ao3100DGaclEsxMsb4Fq8ynWxWnFqd2OMswXtF/V7uoUnr7XTFf1yyM17Ho1Om1SgVCgpW+
H47DkFbC+aBtClOFCClQPgN4xX47iEFbW2L7t5XBCfhmHz00O8GWPwP0XapxLZjtSlRK1dKF
IZYMRuK2kpLYPdQPgs+ffEjczXyzi3FSTBuIsy0sqYkMpT6zFjlWupQoe82dTqT164ouyOPe
aiBhYbFBzIvS1reozSqdX11SpyYrZcmRlK28wL0AAP2QOmK+VnveKn1TZrzbyEtloRipSC2D
3Oo88aGSpfWM3C4kcr5KLTwNDt+2fNND2b1edgO0KoyBMoqlrDcVaddg+Cz1GGeo1V9+atVI
bdaZLnNabAJ2H7vXAmuDDdmSnjeta6fXpzMGm0+NTpS33mjv9YU6k80fLT2cF1ltyqxEuuzm
QtadwQ4SVa+Z8zhd++qAd4aFFzGWafIjxJiGZjrSOZrvOzf5fwH5YWGQlNDTCqlNe3/+DL3n
Z+ODNfndBJfa10zs+tzJqqdGQlBfShsKQNAf2vPCySzWqS+puqBpKtuoPfmH9bz/ABwg3RoE
0tJSejVR5x6fOTHYUh07NDqQhfmPhiTQp91QaaKhTKsw2htHPW24n2Hf1SjsR+GGubEdWhII
7JqoN+0Jh+dUnaIy+4VIUyp8Dl8tP9Mkp3aa+WG+bNRCq8m4LKSqLGac3oZd9+P8/PAnFuoC
f3jqU6SbmrOY0iNKdbjgsp2KZaA3O/rqUe5+JxYWX+eVdtCE7SKBcVWgw2E6OW/HfeER1z73
LCtpPx01wgshzXHqZKG3tKqV53tUKxGU6iNJeU+VSDoU79e+nzP540vwy0W8hkvBzCyPtKGt
NFqaafcgXq5HcZccbKJclJXqrQkkctvptGG7vtRYSTktJ2tnNxBxs2RlTnHb1n1q26jNEiJM
npW65FQzoEMtoc2gLUptR3d9QvyThm47I+ZFEyuN/wBj5WQU2/CletSnm2kl6BLStCkyTqNS
gqSlOn3FadsEa4E5p8zd0d3JZbqFwsSbul8Qme+X1Hrrd3schpVGdTGfprrfL3ONstLW0Sjf
1Q6khW1WuzDPSJ1DcU3MXb0gNzUrkNLUkpaDe/sjQ6k/PGq2WxCOlm3W5BUOPsfNDvE3KKkp
YRMWttp3lIc3I5+gJH4YLcUtTiXEoQB8B0x6RkW91Yt/rI3e3+kjfl/3Y9vb/SRvy/7sHySL
6B37ZXFLa982lO4g81o1djzDKahQoS4z6mHNgWVEtQYaiNiNPa8cHZZZa8Tt4V676pkjm43b
URFUQxIhPLTukPeoxVc3Y5Dc1Ty1oT8wcfKAaP7Sr2z/ANOpbf1l8RdocO1ws8QGZTNdL9Wo
wp6mtCYwFRiFQUv1KKk6kAnp10xCH82IOTOaEK4K1lNX7wgSrZqkWXTaHB9bUmOtyCpa3G9m
0tbUEaka6YXEndm2joYyu/5CnVK4jMn0N0uvUDg+uGJIpcFUGlTaezRAYMZaNeW3pM9hGp12
p0HXtiL5YwKnQsu6DSqujlyolLYbUxu1KVIR1GuKHa3GW1LIIwevFPgVE+kFsBeYabbg+sSW
1stzy28zoU7x6roopPh1xg6/KPXqmr1QuGLAckqaQ1CbU42lxPdIb136dT7Wvji92QqGyUCh
Tn79Q6E2zSXHDU0FS3kezsc+15n44lVu511O16TJjtetKUtkNR3S/o22B2B+9pjTOpRK3cKE
6Ey+qo/WGrprjrlxVW5Iz8x4NgtJkgPKGmnUdu3TDhT7Vs1+mwEzcw/Vqg8rZIjmMsiF+2f9
WCOc2X1UxrXResrksziRayhyuqORdvVuJNpZX60Ey4iQl6YeVoo9OYQOX7Gp6+OJrwE8T102
rxBM1O36sWavUWVs1JVSbS63KYTu1UXD7SfsbUjttTp2GKuop5DBPI1WlO5ong3lpe9Jb16S
3ILkhx4KV0bXr0X33a+WEMGt5YsU6VbNeu625657C4zsWY+CgJ7crdp33dd3njz/AA/0hWO4
hJ/1L0Ws9H08GQHksbcb3DxbOUk+DeWXkwVGgVlwqceS8JTdPeA1W2HANVEj20k/s4oREZze
mUthJbLmpSTqTj1ejlbJRcQry+saIyns3vuj+rSlgyWo/KZLjQWgHvhgjVB5lSmVOrSh4aO6
E9R8cOiHZtUGBoSqq1+my2mKbFpiEeqOOKTOQAH3QrtuHj+ODZlwTKwtcSHG5zrq+ajROq1H
7uuOCJYLsKoVHlp2hbLgVotKR7QHkrDjUahMXynVBklXsOgoG7b5hWOCA4LzjcuYlhoM70Ba
NFx0gFfz174UuVFbkIUJ+SEtpc2B90blNp8wPDB0AhJbflpiTVtu7VsunQygn3B94DCmrVV6
t1l31YtOMK6KIb0Kf4Y5cLJsTWGKY7JgQGdzK16rb+0B5bvLCyVcMqSyGpER5LiUbhp1c0+I
7Y4hLknKkVOmv05lq26Y02+8+Wy29p0WrsSrywW1TUQKlIg1uMhMll3kupSrVKD+19rANUhy
Rlbsl+nxkV+1prTiGxouOtWu4fEeOGSTVKpRZH0nGMZBd3ulplZShJ8tB0w5pQYRxEfCTcC6
UhyKwkqklS3HAs6LSOw+Qxq70RNdzZrubczJeiwG6lb97w3IU2LKcDcZhTKubzVa/wBIptKS
NidFkE9cTeHkiQBbuzcyttyq0+TKbjopRiTDzJ0SnoQ4Voc7gnrpjJ/EDx4ZicS0idkpkfby
xadQQ3DqdYmQFrcd1AQXV7l6NpSQPZHbQYgA2KkzC4VvWz6N9+q8Pt3U5VuJSuioYFvXXSGG
lTaohKOYV8pKgFElSk6q8BjBl65fTcsWPXkx6pHqNEqAp1RExsJZbI1KwkjodCB+9g1KXU9R
koVfCJIFJYKKLMpAdcejh8pKklg6g7u3fywmkKZQ39UUHHtNFLxGrzeRlnIOz/eh+/j2z/eh
+/gvFXbi1xZS8qpGdz7OUy1yKY0H1KF/PNJrrSuvRltX86Qz1/8ACzzevfE8puRdq5wXbWZd
UqFMtWj2/Haerl2qZSl5a1hO1hClgoTo0kKW6rUAbUgaA8n5JdTT4jtLvMeWfAkfVez/APIQ
7gyEtHL9NDu60Mx135ZdZlpZYqqJ/rBiy0HmMhwRVoYcRvaA12gpdSkK1BxMMsqjbdPzbqU6
729aW3ZlVXOTpqVs8yJzOxGoLYWRp16YK+QybS07pTe2l80633CRId4IXKSl1izc24O6OA0t
h+5ijQdgEsvKGEOV71Sfy6oK6+mUmY5T2Od657/M2e2VHuT88Vm2/ZncAwMDfgAPkmwFZS9L
Le1WtFNlu0ipyIjr5lIUYrqmypJ9V1BI7g4x/ECGYa7vmRajHQ6ssxpUZ4pSknujYrU9fPGg
2WYG4TCWjVR5wL39qTvxsp6y+zAfcl01xjclc1vVznk+5qlXbT7WHC8LktiLY7trVGbIflQz
thhCm0OMp+86AND+GNFG6TmlB3dFC2bgpjFFNLRQG1TXv6WbIXpy/wBjTt+GHvK+q2raOatC
r+ZEFNYokKa2/PiqAXzmk+8nQ9CT44kBttE02dqpG1YhvqXLqlNlUih0uNHXUGI1Rd2Bxtwq
UWitPUqIQemIra9eftatN1iireiTWXEOMTVOFO1fl0xFdvbpbfI+ac3UHlottZI8RtyZhW8u
AbWrAmPQUNpnvpZDLatNurZA1WdfPF/ZU8CU/NPLmLekC3XGXUSlxX2X5KUMuJTJCyvl6aE9
VJ18k6Yj4dQNiyAt18FYYjWmqFmFL7g4LKrXqVUctL43PWVUIDiX6xKfhNtxVthbipIWjRAL
Wg7DU4+Rt3UZFm3rVbfi1dipxqbLejNTIpKmJAS5tSttR6qBT164m0wDW7g05exQpBv+tmhS
aJGgU1l2oty25Mj6wNNoTs2eWvnhpm8naUtK1Ue488Sb72qj2togRWG1udA2nf7ylE6DCy1b
qlW5Wm6jEQy8ts6o1BOpwq5SNivoqFXcqcChKQt5rYY7Cv6f9bXwPxwjQ1VqmliktuMrCxoF
Mq9lA8jrggIQyEdUY0+LV2qex9YyynmNrKtUrx1qYlyP9MLbQpUhWmpQkrSPiccChkJFMqYp
0JtaEKbd3bdW+2nkrBjs6ooDciCVpMj33tNE/u4ddNIS2NbkdFGMluS0tLvtLfSo9vlgEemu
O0wJZQEhLWhUkac5Xl8cddNslDEOBTFNRnBHRzNErbe9kajsdBhNWH5Kqw2wI+9sK3tnXRKz
5/PCWTSkBrlYj0iQloJ3oe1IHl5YSsqRVIqqXydy3FbmzpoST4Y4CyO3dbonKRcdx0ZUO02G
HRyhoGkI1UoeQVi4uF7Ma18pM2KTfEu/51J5Eph5+OUFCQ3uKXEqCeiztJB18Dph2+7mggW0
W0qTxeZLXBl9cEug1WUK4/zGoTa6XMSw84T9WrUDUA/a8/HEQyMuHNnMS8rftq6VUik2Bcdd
aoFfXb0pUJua+WuaUhbe1SXBvBUU9NRtOGAI+8DqvpdYmTS7L4d5GWFAzVqtbD7DiYleuOWJ
LmxxZCApR67AFgA9xj5D+lCpl25d1qs5POxmlQUTm5a5a0JS7JkqZBfcb068kkAgnr0xJp7F
13IUwu2ypm1KwxMtyE09I0cQ3sW+51A2+70+OHdDTiktyEtLKXPDHpGF4pFLBYarBV1K5puA
vcuH5u/kMe5cPzd/IYtdz3oGXJfRa7L7zkzIr9AfzHkW4YlBS+tC6O29FUXVdvYW44jT+vjt
t2ZWcxstL3y7tOjJqNZptzw7kVb5UEu1KLyGmiAD0V9Yysp12araQD00x8n4digxnGd+h68C
V66B+zodUte8LPyQuUX1QHqI9e1yUZNLoEpxBkvKiOtOPvlKFrAcLTaifApa3HqcRu7bKyQv
/MKLSc+7kqlJohpbi4s6ltc4pfK20EBaW1qQShSj007YdWu4eMQPS/8AIU8uPL3hls+2aZV0
8a9ep7VVgGTSRPm0nbJQkEJKVO09SuiygK188M2X1Xn16xqRWqgvWXKhtOOqUjbzFrR7fTwx
X7aQGn4F0yALF3plnSmXYiFElQTMOhPj/NcY4buKfSXqfWk3ChtyQ3prTlpakND+qPexrNlW
3winQJwiLnmx6lKVVA4+XJJUVOyZIW4snvqT1OuG11xSnEnxSNE/AeWNIxmSaUBpwMvNrA0I
7HxGHe3GKPVKlGp1RkNx95JU+8op0PnqMPISJW1WazZd0cvkw31MODWNKbDzK9NQNUkEHoo/
mfPEjytfyxr06e3mTUHKQJx0Yeis7ksK5m7UJA6Hb06eGBmNEC+jHoluFS184suahe1y1qXH
p1FqfqVNmRm0tfSbLZLoWpTo3J1Kgk6eWLv9I7mxcvDHkBbFJyXrdwUxyRWQpM1RW8oIQpx1
wOao1Wlbix7B1BSMNbO2NK2Axesq5zS47LVzf4D80IGZl8Q6fdLlKMKDQylKY75SlLZkQnC2
hS+bzPbB37PDHySqKh6stttZ1WNAdOw8sMhT9UiRIWY6oSni4hvq02oagfIYDEQl50LWlQKe
5Pc4MEAhHT5ilIKkJAZK9CgeP4YXUOqxYTfs02OVnZtfc6hPyGHJhVl5LZQ1m/am9WozbDzM
YbzSH5Qj+vdNdoPTQae3p/Vwy1jKe4+dOrsSNFcYVIdKafFdJ5zaPuf92Bb6aUzVSTKp8ZqK
42lsqRqFuDq2PIeWG2j0iXKqLiIkAPMk91ueycHBTCvB9DKTC1ZUs+ySSdCfPBqSw66hmUst
cpGo2jX88PumHJLqRUvU0qUtYDQGgaPs7vwwsiVlUelIcpKWndp3NtPDUoPmNe2OTSkdQraF
SDU4MCPI3q0XGcJ1SPvJPngh6dTZzKH3JLraGf6Nt3uPlhwTSltJTbM+T9HmFzGVHe44lwhS
x88DqVNhOVRl1uG1T1Nn2CVkgq8/njig8RAVVKjTqimomE26qOtCkrKQDp5JPh+GGi5KtMiV
f1mOw801vKmkrWVrbST1/rYajaKSWbc9ZpcpNOp6347bj6UPTmVFDiUnuRp16407l/n61lNl
tTaDKsmFdgoFbTWqfV3HFsTqe+pQU6l0JOq0lQBIPcjXChBD19JbR4irI40sioFdtGBVExI6
mp8qFS5oZfjOMlC+Q5podqlpSCkdCk6dsfOb0sedTM/NO46fMy5iIn3C1TJzNVDxL9NKG1oc
ZP6qiBqnsdOuDRGxUt+YWQ7Tv6oRXRElyY7ienVep36dtcTFNeq7D6JFMdMhkq3JbWo7Qfug
YkUdS+il4ZKrq6iby68Eq/l1Vv8Acf8A6Rx7+XVW/wBx/wDpHF3/AGn9/Xiqf0X10F9RYpUj
qlZSdNNUnTCPJ62qfd+Zy7yrnEdSLXnWtWUMs0ZfJZkS4oYivctSzIbJQ6FrSUlGgI7Y+cdg
4W0uI729Y/Fb+bujdCfeISwbgp92S89EZ8Ua5ab6/DiQ7edhqc+io0h5DDiWHUzNmp3KJcU0
VFIxHY/9zh/MxMnN5y8jQl0/6hdpv1RzbKK9frEwCNBt6e3r0xoMQcyix+CrmzZyOngbDzTo
cxY6Jzrlcs24btoUbKW36vBtm1KK9S2HqxElMOSVuOtOLQEvhLyijlp9pSfa5nwwuabAR0Vp
00/DGV2rxT0lWgNdkNOXzK7d3dFg70zElw1+xwrX/a0o9/He3/qH5DGJDy9Nm7aNdw0OnXzx
6RssP7ogso04+/slQ5koBpLYc2o1DqVHRHzwsuKy7qt1DT0+LubdTvQ6w4l4Dru67APDGgZo
hlNBVsV7Z1+eFMcrcXoyUgDwVhU1KI78uRVmubMSlbnVbi/DE7yPvelWNeUGqVC16ZVGm+YH
m6k2l1pwq908tSkjphCSnr7bZbcSPDplRws03NOrZk0pymUtLaTDoDyZKPXAy2VxWUgAuHXr
qnTGEeO30lFv8XEy3LZtKxLipFKodWMh99iTpJcZ0bG5DIPL56QlQHMWdNTiNM1vJSJ3rMGZ
95yrsuSs3BVooWuU7yYbPq6Igfb1HL1aQkJAKEgq81AE9cRiVZVwXJEFRpdumI2t5TQLahyw
T3RuPXp97CwIJKh9UpTNuzXIE2eH3Uf0TkR1JT+Oox63IDVXmpju1AxgRuJKddVeWJITCn+V
b9NqUxu126WxDmLWhtuat4oQB95QVr19sflhnuO261aVxyLfq8UmTHVs+rIKFfI4RMKkmYlY
tA2vTE0RDcKptKWzMjMqLmqknVK0k+BPXC+j3NyYVNjT7waeaQ0nkPxiUqhIWjVY0Hc+0Pyw
wAckNRu9E0p+5X029V5FVpumjbs4ndp5aYC2yyy0/wAlKo6EjcpG46bvIDEmEg6pCiXkNO0x
MmPIjl1B1cBGm75YGy7NZYSWltPGSvUlge2R5anww0FDKJqzn0lUAww0HdE7wrTQjB0KN7rs
VtwpT7qmSTu/PDwmlPb1ep1QMVlimtU4RvYdblOq2LT57x1wx3epFcj/AEvTmi1yRtcZR9o/
qjCJpSS164afNaQ1HSt8jYS4Cdv9XD/FZRV2QmbJUpaZOgAJ6DDkzdCLnRXpdSYhO1gKcU/s
b0X7DafMjHYtMnQrlnUpaGJZbVzESnFahfxBOGpUXQLhlFMmploIkMr0Cyror+rh2pku57bp
qrsaqKVeuOFKkL6jQ91fjhQm2C0XwR8fFR4c7pt9FQobTlN9cWiqvLfUW3EuaJ3hPYlKQCD4
aDA/S5NUmTxIzbTy4qKKgk0mPMlOlhvYpwIU4NitOykKSfxwZuScXFZHsluO5NU1WWSlBG1K
1J6pPwxP1IZp1O9UlS/aP1iXknTRflpglw47ztVFr3PdoUu5lu/+Uerf8We/7WPcy3f/ACj1
b/iz3/awzhxfyhB3nc19RW16DoThBRMv7hzakVqVETZ9EolGmCLOuS60l0IdXGjO+wwdm87V
j3nEe1j5+2MpKupr+5fzWunTXmVw6cKFt21b11WncX8ubtqlRYk0mqUxptcUoYnRhIUlENLb
KEobUpO5aiQVHzxLd5d9p5RV11BV1xfbfTFtXBSs1ToEJkrRqAojdpqAe+nbClogI6nHn0Ln
PdxHlOKwX6ZMLeu+ymEpC9IUnQA6f4RGMVVejVCjSVQqnHS2tCd5Sle/cPgce7bKEeiKdRZ/
8Ql9izFQKkuVOhOSYgaXuioeUlDigjXQ+BwsurNCrVshinvvw2SNDCQNEJGmmnTp2xoWoBUf
SeeUNLKQT44MXpHcRy/a+fXHWTboQdW8dHRiU2bmXWrLpS4ls0+AHwvmioLYS68Dy9u1JI2D
2uvbvjinAqx7W4naFE4dpuRtyWs7Jqi6+mvRq960EqiENbFpPTUqJA189MN9n0O15W/MRi7Y
MN6IlTrVHO5JdT4Dd4hXj54BOmTvTsznpWryrDNOFGj/AFjqUMJdQtwK176qTpriEZr1G7KD
dsilVSVIhvMuuB6mtpW2I6ivqAgkk/njoAipspSV1uzKrCcoq5TzS0Otz2kgLY2+9u6aqSfE
dsNEFc6mLSouFLpVvRqNwHzwYFIUrpFbrQqiZiX1Ldc+rW44kHp09rXz6Dr8MSLMCg+ucu7I
jziaW+4hAMg6K3+eg8McmEXTde9PykhzFm0LmqNQQoaNFbQQpg/olH7XzwyQVyaNU4L7kNDz
JWlzlNE8xaCsAgaeOgA/DDUNTuqx7Zh15mRRban0lTqfWHINVKgW1/oWj9ofE4js+nulUl1x
1vchWqGWtyQU/e0OGQvSIpr1ana1etM7m216cp0aJV8gMGUqnuVipt1BsNNNRm9zaFDULV5a
YOEwoilx3ptwTHQ62wwhtYPQqCPl5YWs1GTSnG4a1pcZWdzZWnqkfHBQmleh7Jjy3qgpaUKb
0DjIBI/A4T1KVTqBcC4FtLclwklAbdkEoUkfeJHj8cImr1VkqamSay0rZOQpATyk7eYPvDTC
Smz6nQ53r00AJJ3OM99h89MLdIV6oojoQ/Piyksl9aApvTUDCmKqTOaQ0mMOXGG9CdPbX+ru
8vhhE0o5q2HFsiorS4yJZ3tpVoSRhzrczdaLsUPhSU7ElLR6NJ8xr3woTFH364wmHHaalrLL
atNV6kaaaafl0xMr7v2sZizYVSrEyNIlQKa1TtzcQt85ppAQlSz9pRQkJ1P2QB2wRKmenVGk
SHVPzFpCI6/rEp7K+WFtWWxJhuVaI9HeSmTsC96g4Pw7Y66GRxNV3lxf8Xj/ALg/1Y9y4v8A
i8f9wf6sLmhWC+s6NNuE1OnPW5Crlo3Hlnbl9WrXpYmTLcqzJTKYcDbTQWhS1cvUBlJ2KCFd
f6THh2yGJPwivybvef0WonRuYNbyDasS2U5P1qdb9Ttye5FTZlytOplPNT57XrP9OtZWoLCF
BxpxSdEnpha2UhPtYk/aNE70iHtOY9qfAjUaa9cGtn2NcYplt+wSlYH9MahLl4Wg/wAxOohP
pDZ77eYOv8P4Yxc/KefBS4SpKRokE67R5Y9x2UIGEQXUV/7/ADSz1iYxQvVXN6U7uZtbWQMI
HdnUspGw90+Bxoi4OHdQHFASA2pCldTg5Jccc9lPu+7+thQmJU/6ly2lw5BcUpve4FDT2vIY
tDIm38o5CES78p9WnTXXdI1PpqwNFeakn29PxwybKCw1XXUezLtSpwL5ep8SnrbJe5bMXfuX
u++VHXp8cPdcpt6otwS7gpphM03ZT1BtoAFf3VFPc/rHATM0906p2TtVDXZ01IaTFeKQHNyE
a6lB8x5YXVesSq+2mnQaWpKCpK3EJ9tLqj3Op7H44eBbROunTKyy71rSnZVvQJRjSE8h0MOB
tIP3NT7w+GB39YdZsCty6JcAbRIUpTfJa3Ap2d+vu/u4ZC7PNcFFZteQIEejtU6M0Y63CqQg
aKcCvdBPcgeGE9QrkuYymnmSstI91O46J+WDBDLXJNPmxHYLNOEFr1hlepmanmODyKexGJ5k
1Qrmoa4mYVuog1FcKRykQFkFxgpOqd6FdOvwwk2WibNlopRTM/5aroqtxZkW7HrbpjuNNxJq
9wilS9Elsn3dPDTTEhsfLtzNRhysXnctKWidGW6BHdKX4avJKOyk/A9MQwCNEKzlX920GnUG
TNpFQgOrjI0jpMdwLLTqRtKhr2GuGS3WKlRaF6umI2844d6D1UtPyA7YmNuhgObqllrXRb8O
jzCwt9M+UrYmClJ/iTjlctuQ6puLcFRbEh1rc0pheu0/dVgwT00TUzoJQZlPLr+z+nSemENR
mpTIVyWylbo02K8RhUXupwVOkqhRjIDCnANGy2TvSPInBUeYxInOtusKQsvLCweu4fFXjjlH
KVPW/RVRnI4kOl4nftCyrHoEifPabp1GiPIdaTooL9lJH3h8cchFLHg4zHjNQZAmuxt45pXt
S38k+GG+ZDeuuOgokFtltW1La3k9vJPTpjlyKuihxIiGqdD5u0nUqJ+qP498LZOWtQegu1qd
W22YyBtSQrepw/EeOH3XIUSyiyhtxVYaTGO9azLTsSpXkFJ64eqfHr0qwpjNFpsNVL5vL3SV
I15nmDv3b/h2x10w5aJh9UrH6P8A5U496pWP0f8Aypx1yid3kvsCw4lQ7Yilq5h8NtlXNWLb
zb4fLKuiVUawhxE6X9FSZiEOIjIKOQ8sSOiySBv7E48f2DdTRV57b+X5q/nT9nfb3Dx/KaRZ
GV/CZHpFdtquwmxdNJg0yLGbQlceUSChQcGrDunudycOZdAV3xE26rRJXJ8CUtuJPhgbZ9nT
GMjP3iVywD6YZxSsyLTioY1Ipyzv166F7tiAcJPCnTMyX1VOqSaVWn22VvIozUjcVK9jo5pp
p7yu3lj2vApODg8FuShPP7Ql3Fjwh5SZMuSUWfmRPcTERo4xM5b2rmwewCAjzH7/AOrjMO5L
a1oUFADwHTGho3mUZqOShvjmNofPsn7o7YVUyamK4H3mQ7oNoTt1AOJ4GSS6lGXFJy7nV6S9
mNVlxUMNb48EocDT7v67gOqB8sS5WXGXz1CVef8ALllpTbOrtFYTypDbit/KDYX0Wn2U7gfP
Apx97w110yZP31ULJzATdrMJ9xlpP84dabU4UI89BiWZp8Va7gg1izbUsqkRqLVWm0loROQ6
XUncXRoobXCOm3tiP2Qms3EoKqH6RKnW3YTSEKb6lUdZ1xz6cqqEPx481xDb/vIQshKvmPHE
ndTgU/JzNuRi34tvvS2n4sJXMbjLQ37Ct/fXT2j8cXdmDel7X7w2WrPuCjU1SaRvQ2+lBU87
uX7LyleBV5czEeUcNOBVQWjYEjMysNWzQKiw3VHNykNyXNjT4QneevZPTE/zq4FsyslLEp19
XBNhPuVBoOKpkUklKVfo3R7Lqh9oJA27unRKlsnAUjcVFucterO7aUp9ptZIKVeWLLy+y1uK
l0+HcdRjB6kwXRJnstTUI5CQjmDYeZqVbOnTxw2dRJwh3s7w81OkruCwJNWp1RbXzF0uqqK2
JSNddN/cHEXhX27BckCiJehPSEclEmO6W0geIIHhhBGiGNTmPwuZ7XzYMW/bTpbFaYlMPS3G
abLS/McbS51XytAVj9gqVgjI6v2vYkNzMStVBSpsf6pEEJ27x5g4eAh1rBHolucFw2NmQyiu
W5YwpUlLiEtTIOjYk/qKaTokK/W74hy2otsSmajUnWZCXU6lgkkpPxOCBR0uhKh1UriIfUtM
rpHitEat/MnCOn0WFVq2209SFKcYXo5JdcKkD9zTCoW+m254CYFecmUuWEtqc2CHHS5uCfPX
XCuNSHHGVxqaHS0+d4BPVG73tfljkUhFNiFQgJUOcHytXLU9t01+Rwpp7bc6tB9qY7sW3o20
UBOo8tccgkIEqRTor8mRBYYWVp0UtzoAP+1hrdqLCoq5kCUv6pf1DR11ThLrrIuowqs64y68
+hcn9Ao6j88SDZAchtUxU1cd9P1qlhwjr5DHXXWSWFIdiy0vMSXVMNdNzitVA+fzx2nw6HVZ
LssVaS4taeY2iMjbt+eFSEJ1+iab5q/zYx76Jpvmr/NjHKJvlfWdpSQnUaYa8uM98zcnWbkn
wOHSnV22hXHVt3ZJqxZ9Vc5MXULRGiSVNpT+kOrY+8jHjmw0TKivm4wDrc81q50st+s1C6Kh
UL+qlUp0ubdEwzVvUtZVG02IbbQ0o+0tIYZaBPQ6g4cEbVDUjXGax+sdilf327v4W+qfAjmy
MHtpbLevMP54rof3i52i+fvpdXGF5tW0hfshukHonU/4df8AqxRNn3nIsqdGqtq3QiC/H9pE
h9txl0q8ipJ12/DXTHtmCwl+EwfBRw9gn7yHm5flbvGQP5RXLrBWVSHBTtkhJknXTVWjZShe
p0367dcVhUm4DYa9VqK3Vrb3PtLRpyVeQPjjUUe4waIFa5n8AslVt0+lzn1v1x59MVhtaymP
1UtXkNcH0FcI1dmPMecahuObXpDKQopHmAe2HcRdvM5Kdy8orYp+X86+V5gPISFcmBDcgNqc
kp8/f6fhvxXEipOLd5hkFatNNyup08sdRytc7ekFyh3CsXIfiLnZItzBTrcizGqinY+5rtcA
8ge+mHW+s98q75TMnTsm4jk+RH2evwnylHN0037PlhnYJO37/EPj+iNvM5KvK87YL8dDdpwq
puDe92RMdQobvIBAGGNzayrclpRV5YPuqMInc1ZlmXRTL8plAyjpWW9GcqkvWnfSb6CXULUv
o6gp01+ZwbX8qM2LItabJn0OrvW7LeLcWuxUPIgSFNq113kELIT16AYA5u9qniF3NV/Sqy/Q
a4xWoqkrcYeK9q06pWgjQpPmCOmnljaGVvHRlnnE9SbCzvpUmHATKTKVLQXH+U+lGidpSeYA
FdRoehwSYW0RoX31KM4luDvKjOez3M28gavGgVtl9TP0TKaECPXihpC1OspVsDa/rBqkdO27
k+zzsTV2mVu3a5Itquw34cyM7y3oT6Clbau21Q7a/Lph0Lm/xi6PXMafVC4ahRmKA5GTTnTO
K+YZvrCeWUeWzzw2hxRV12d9euGtUR5Kn9t5+Zx0+xY+U9u3pLp9KakOPBiKtTReU6eoW6nR
RSPI4R1D+YW7HpdelNLWF6oLXtFI8j8MG3RyQahxdqUbQ6suBbSXngTFfc1UylXUYU3lcNBq
MeNAptEVBeEXR1+WQUSD57R2OA3USzuaiUSorp1VacVJ0ae2blOthe3d73fyxJG71cixZlKo
c8ux+Zu3OHQrHx88cEfdbyUfkVOXPkc6ozgVr6NqR3HzOHwXZR6NPiQPVwpLbaEvS2joHCr3
9w8dPjh9k8hFVuvUqYw3TokYMxvWNrI110H3jg5y7aY/QGoZLbEiO/tSU66FGB3Q3BNkqrQ6
uy3AqVUVHS8rmONIaH5lWHClSrSQktxJaNXvZUuaBqk+euOQSjKiKUlf0JBAlTUe66lfsHDf
VRHqTgjygtosHYXEaEtL89ftDHJ4SqPbbRiREJU4+nbzFhgjVXt6dde+FLtdt2eXmGJj0WU4
3sQt5oBI+emFBXBB9ea/3Xn/ADePevNf7rz/AJvBMkHhDkvr5HUkJOvXCjIiHnSi4qpfuXuY
0O1rLgVJSqw5c7wlxZakhsOhtr3W9wAAcEpHYfV48d2B/wAfOtFOkWct9cLFYrTNeyLq0inX
DUKpHbX9HMuxqbcDTsna8sIU3ynlBtSlc1CQvQb9eV7OFaVFJ74Dt1DSGuvQC3wt+SdAlLZ8
MGtkbemMbAPvEr1i70l/0Ecz6IuqMFZFO03a6HTmLxmn+T1lzWw+y24C43o2ShKNfn54+jNl
6QSYTAqCtnMdQm9VCpLYJqLPq7iApKVsu7ykK7gH4+OEk6zrXIbS/PUkDsCSrTF27DzGOvog
GcyaopOWESUwX4y3FttnXejTYr5KPXBgyheUETG3tEdi64oJP5DHHD+ugu49kKXli+W+W4vm
M+7qttR6/icdpmUcWbLYCwdHxvQpBXtcRu2b0dBuGuIbaMxqRvqRp4XVkluRLeS8r2glRKtg
+PsYZ6/w7VaM4lcOuKcUBtUCjXaPLCikqt7ifVBM5CjUnKm54obbcktLLh13rKgMN8qzq+yr
ekoJPm6P9WJPDRxWBEQabWWpDT7BCVp02r5wQU6dvDzxIKXd+aNuWzJtylVydHp8kn1mCl5X
LWojaTs10JI6a+WI5iUkVYUWMV5/oguEdtCDi98tOGW37i4fW82KPnRRGbji1FxMu25M1tDj
MZPuupRpzCT5bcNnYhQSK88hHM4bhysj0mRChy6Gy8URKtIZSUsywAQy272SVIASQtRSQNO2
O35kzw8cSDESDfWZcK17i9VciQ2VFxZhqS4eYmTId1LqFOAhISdqEhYCwUpYxBlcY1YF/ECz
HmJwkZg5QTarIuC67QfNAq0WC9HdrcfnOKfSVpWWVbFpbISNVObQnX44aqnwr5lW5nPRsk8x
p1v2rU6+03JYqFWqkdNOQ06nelxUlCnEpRp+OJzWKE9ytyn+jUzjVU+Tb9zWXXkLTyRIt644
j+p+82HVN6j54z9ddIqFn3HWLTuaIhmbSnlRn0NvpUWnEL0KdwGih8U4PuoExuU202tersJi
SDqke8VePyw31d0OyTypOraBp6xp74+I8cALEbdCUQnaWA2mc648U68xjUj8jhfCk02ZIlRY
+1tCRq0tY6qT5fPHFiC0oMaBDDXJae+sUNynweiVfd0x6nCnqbqL1YQhK+X9SphoABfkdBhC
pTW3SKLT5sxYMRhbiUr0DyUL6fhrhRS5ryKi2X4ilJQrQsuBSunlokYjkpxiupHbNCmTawlV
EsaTVo0hvZ6t6u4vafgQkYXvZIXu087T61lvV6dMZ6hBjLbbV+JBw3eQDCkMXKtcFrfPrLsC
Wg7ktyYywkj5g4bYeWd5THymLCVzuahtDcgqb1wocm8NFXDbOZNrSVxqpT5AKBtLiSC2ka69
Fd8EtfygcjevpgtpaWNql+6SfgMOBXFiTepL/QO/vnHvUl/oHf3zgifw19oUEbcVdd1uXPEe
dvNt+FVaZU7vFChUSrLdeaZqDsNDiXw2DyUAL2aEpcd6q69ceN7KwvlqJxAbH3ZfJWc6tS8r
KRYCINTpudEO9IoqKqRWGuXHJo84oLqB9QkchJVtG2RvVudaOuql4UoSFj2xpiPtlSmir8sk
SBGtEYNaICMZmAfeJZNFiT0l06ltZyURmp05LzLdJ3rkSFlKR9cv7OGT0e2XWWWZPGJYloXn
ZkWq0uc9LLkKtsolQ3kpgyVpG1QIWApKSAodwD4Y+jNld70RBYrN1Db1GatP0iPC5adQ44bb
yM4fstqHQ5NeosFEalUKE3EaW66/M3PrS2kABLaE7ifujyGLp4yvRo8I+RvBvXb7tqwZDlyW
/DjoZrK6vL3vOl2Mguqb5vKKjuV7BGntHzxfNc9wzJRdxvJfPJu1aZXYLs+i0O4JjlPWUvN0
6C5IZQoe+VK00bA+6dcMFUYoNJaK4j8lcjellCWFqJC166AkADxR4eOJu8oPCK+lfCL6Lnh5
yMyug57casynSpzzAmrpVxygzS6QD7iHB/Ruuj7XMKm/hiB+kj4leHTiJiWtZ/DmJSKjbMhb
TVwxWEw4CYmw8xhsKG91IWlCk7WwkFKyF+0cV0QLtVYStFP6yyHVnr7j3CX6FLYlc0bHEga4
OYcv5ppb9fgMo5/tBMdk7kj46YvmltrKrcxyT1i7X50NqLWIZLv2FJ1ShPzxH6g5UWXRGcp6
lKe90gAaYGKZnIIRkTd6u4panXIS3A34LIODHKHQJAW8txQcc6nlo0SnCdjZyCkcYJCmm0ND
vKCuUjds37dMO02y6ey0VtTmlpWrmBATtOK04Y869eS7tG7onW3H6xZ3Lr1qVedCcSoJCojz
qFN6DQLAB6HTxwumG5augqqN41OdCBU4tiTU3tgWr3vZ1066DXz0wvocu9YdeCKa0jQpJmLd
N55jVKPUr5uhx6TFiu05FQVHaTLkNLGi0reA3PKAACVLJ0AGmIVIy2p5gKL1YluKSEhta3Ul
CAkaJG3TsB0HkMOGESdf7IRrBzRVXtmqzZaDVrrky/Z273tFnTy1K+2Fjti0JykoW7cL8xUf
2mY3JS2WADqrqnfrr4+eGCgk6/2Ux1XGRmEjcy8tt1pptcdsko1JSfdwS7lXQZL/ANQgp/WD
h0xYnDxbTrwVea83yKRSMnoxOxUl9pX5pwQ3lC+VDSqdjqOYnTQ+fTESbDCzXryT/SLHHJSb
LrhAz7zSqTkXLmzZVQOuoktpKGifNTqvYH4DGmco/RKXJTaQpzPTNel01uejVyn01r1l3+o8
sISlXxSFHFLwDL6qvIobau81eOW3o9uEPLVsPwMt6ncMhCdTNrMo7df2By2/4Yti38ssv7YW
ZFtZTWnTD35rMJoLP4hOuGmNtP6yY/sseccxd/8AIFSeCipygERqtDjgduTHVoMKjCqwbKE3
Ogg9wWE6HCmOHmPJDEddb92fApJLo9Ul6M1OTCkoA0CZkXUD8N+IxcXD7lVdBKbjyTteSpJ3
JkMNIYcB8wpKdcJ2WOf1HeaWojhgGbz4qqM0/Rz8O12h2rhFftR99G1T3MMiMD56L1H+njN2
bnon8/qCn6ZypuSlXhAjneltK/V5B/qL9n/Twpja7RcICf4vNVb/AHknFd/5FLg/4knHv7yT
iu/8ilwf8STiPwnc1I7J/wB/n+i+mTSeYDtOmmG+i5rZJZe0mZC4ictanKhwLq+nKbWm3IyY
jbobbQ04FKlpIKSg6oUCOuPIth6gQ4nMxymTLlcv7hyuu34yOHq0K+w7XLjj1KbUH2JL0Xcg
vEqS8p1baU6vKO1BA1UfM4fEOAjrhm3dQ2pr8k+BGoPhgxtY29RjIwfvE6TRYG9KrIlNZ30R
vn6RnKUgLRr7w56+h88H+h7pI/v5bJrTE7VhC5u1BTpr/sdKx9HbKgeiYFTzx/fr6h5oZdZX
5N5y3Hx/5l1IvLolsNU2Kw60QIyUqdWsJ1/wj3MQgEdQFLHYnFa8Z+bdQzg9EjV84JVNRBlX
Db9OqHqkVwq9WK5EVegPji7jCEs8eim4h+NeoR6LlDlVlLbNZsahVwNXDXX5ITJaTJd5y3Cr
1rultzbqltfRIHYYePSG0vIa5PSX5N2paDML6dcq0Fq5mYm1Ae1nt8lKwQEqdUjelR6gpSgH
oBjuIpPZwr54uuHHIW8M05uevHpm0iNYdPTGgW3bL9TegsJdKAX33OUQ4p1xwqADegSlOM5e
kQ9G3lvlfku3xT8K93TXLaYQ27NgLmrntiO9ptkR5CyVuJHMa1Cj7Wvs6bcLAM1Gqv2nRT3h
I9HDwyZz8FNq5o3BNqdEuWrMCZOuiNW5CSG0zVAnlF3kJ1ZQUdu/tYdeIn0T2Qd3ZIzMweD2
4aizWafDeeaEWsuVSJXQ2SFoKlk7FEhQSpvRO4pTpphzahPdThYm4OqLlXnlmRU7N4ic/Ydm
W1SIS3/peeppqRKfC0NtMjnJUg9FKUo6dSMaYzm9EvZF0ZOrzs4Ss/Hr2apjLspMOSY7qKiE
jctLb7KQA4ntsI0CvZVyU4eMQUU4f10FQvB9wA39xq0G4a9lzeFu0eHSpzTS/pIOurkBad4C
dmm0aYR8L3AxxFcWNsVu4ssJFst06hz1U99VVqL7CnHEJaWS2W4y9w0c8cTO2iyF2JMWRPCR
ntxO0Opzcl8sPp1ilSW25klyfHY9XcdTvS2A6pOp0+1hty24fM6c9G59Ry8yruOropMj1V5+
lxA8lC9u/adNPDD/AEgxcaMpitOyKtdzUuTYFl1yqFpxDMpyl06RIMc/EtJXphnacXGZao9L
uNaHJDykrbdSdFlC9CkjwViU2vYoLoCjZT71Nprwl1Vp5RAbSvmkFvZ39kDTDZIfqPOW0iQd
ji/bXuR0/hiYKqNReE66XMzy7CMgU9Ktfd2r/pPl93CCJMS3HU9MiOBtrVSExdFHQ9xhQ1ic
WusvJq1NmSAiM640lwa67dOv3flg2A8p9YisvL5SEake6Thj5WgKOIXEqW5Z5TX1nHX41p5e
2zJqMgnR9LIKWmf11uH3f2RjYmTfo/8AKzLpbNWzVlKuGsKTzE0qIsiIyf2feWP1lex8MU2J
4oyMKyo8LdIevor/AIcJUGAin09iNR4TfuxYISkNf1vDFdXtxM5E5WPuR6lczcueTuXHp5Lz
yj5lXY4y9TWCiOa3WBbN1mI6X8/oVUl3+kMqDzi2rFsNlpJ/w1TdLi/3E6DEFrvGjnhUyUOX
q1BSraSinRmkbdytAncQVa7unTFPPinafVPXivVcJ+znZ/Bx/eMg/Es/8mhRn++Fz0uIuqj5
l3PJLCHHnRT331BpCfeK0pIKdnjgDWc+d6aeKt/dDvJMMu8lNQVKlcku6a8vme5rt66aYqy2
t5nzWiFLgVvVb4MSyNxRZ8204y67mxXmFOobdb9fdJC0H3SOaCFa/LriYWr6QHPilBHPqtHr
DJ7+tRE7j+Lakqw6OaspdSfNQjsjsjXDKQeMf9KtGxvSQ0UvJYv7LWTDJ/8ACKWsrB/qH2v4
4uGw858hs3AF2deMJExQ0SxzORIV/wAGdFfxxZUWKcT29eK862i2Eq8LzA+f9IUk+h3v909T
/cb/AOxj30O9/unqf7jf/YxO7YFjfRdZ7/P6KGx9ANBjliXTS8vqdUc7ZFpsV64ZdcVb9uxp
TpabgoZaLjrpWeYtsKPrCytKAopbQk9hjynYin/aS9+p9qJOh33XaLfMWDnlSbLaoNdarYt2
5adGc5zMpTjXMafDg5alrK3IwSpaElSXHgf6NGBoIGBbb0/7RdmRToEelxIwJC1OI9lH5YyE
F+InP0WAPSoOSJOflKpUaMp5z6GQdoTrsPOk9Qrw7D8hhj9G1nbauRPFta2YWcFxrplu0tqY
HZrUd6SltxyM423qhtCx11P5nH0jstlhMCqZ78dX/wClk9IlYefdMt7JrISuPVu2ifpCsT+Q
9HbffJ2Ms7XEIJT0UonzKTiws6eIXIuf6HCiZT0TOm1HbkNrUKOmgN1pj1ttaVxOcjl679U6
L+z4Yuo9EhLUxejf4JK+/CsbP7KnjzfpjUt1io1+y4DyXStSVe1HdLTyE6lHskuNq6dO2O+m
Lz/yXh59ZcVfKyq0qpXzZ7/0jOlwFJWW0NPRFtNOODvopl0gA9ErVp3OCBo5J/EPNaYztyoy
m9K3wx2xX8uMyxR2mXkT2JiGhKTFdU2UqjyGdW9HAVj7WmIzxv1DK3gZ9GY9w71C8FTpMqmI
t6A3IUlMidzFauu7E9UIALivltTgYaRohAtGidci8l61xE+iFomS9s3GmlybktpXqlRUdGh9
cpYCj32K90nuQsjxw7+j54brw4A+GS4qNnjfVLf0qL9af+jnlmHTmEtNpSlJcQjvy9/T7xT4
4Lut5J5ddUL6LvhI4Zs2Miri4r83spqbdEiRPmphwZsUPIiRWiVqShoghTigo6ajX3cX/wCj
iunIq9OGW5r04e8s6raFGnVmY45QKm5zExXExWAQz0BU2Ue1p21K0+JxH4TeSXfPNU36AOUH
8ir9qs5xSUG4W2yon3UCEyQfwJP5nGgOCO0OEWxMmbrl8IN9P12izqguVOedkFxTUrksJcbB
cbRonalJ0+OJVm8lH73NUP6AlpD2TN/TFyEhT9ZjpDmnuAQmikH4AudMX7wP8JFN4RMsLtpV
JzPau1m4qqupmZHgFlDKeS0nl+w65qrb19r7588N3W8l13c1QPoBW0y8tczKtroZNZjN7l9+
sYqPX4lQPzGM8cQfoo+L7KNmsZqwLZoVz0hqS9UH02zPedkJbU5uU4ppxKVEAfdK1YdkmTsB
9VX9wh5U5VVb0SNz5g3Fl3b8+rKplwPiqy4LS5Lam1SUIUHVJ3ApKU6HXptGnbFd+jO4A8l8
zcq6pxd8TC/WbXhl71KkuPqbjhuOAX5D3L03jcFgA69sPDzzTTC3krVj8L3o2vSD5R3HUOGC
3F2bUaEpTDdehwXKdHSvwWtpejbrSvI6uJ8Sxj5frbjWpVp9BrMtlx+lylxFvMKLrRdbXo4k
OI0QpB+ydMSqKZ7vWcSg10TR6osi2KrFZnluKtbwCdyASCCfPF88KfB/ffEDWW7vrcv6OtJs
/WzC3o5J/Ua1975nEmsrYmwWAF1XQxOe7Jbyy5y9tPLm22rNywordLprfVcoIBcf/X3aarPx
ViG5z8UOV+R6n6HBd+mKyT/tCI5r7X3nXfA/EYxFfWRshs/Mrf7OYBPjM/oqK4/7xe/+YA/J
ZkvviDzwz8rzFn0p+U99JO8iJb1DTtU8r7h2FRJ/WUcN1p8N2bN2wKpMTSTAeoVfptDrNEfi
u/ScFEtYHrBjhHRsan2iT2xTQU8tb+8JPxzXr+KYxRbGUXcY0nnYX+bVL+H3K3JepccNUyNl
tR7iorsifRaM9XpCpaDKbbCmpC/VwhCwtUZ4JQRt9v44r64r/plvZvWxcLeYFBqr9s1JtUqJ
bNuMUeLC5cpCgkbWmlOqKkqHtJPc4lsjhp4LFov8FjK/EanttnXkbyN3D5rWtLiZF276Qy+c
saZat0t1q6o9UiPVOdU4/wBG/wA5h+sqCGUICjuHsjV3virMkbcy6kcC8a8M2Kohyk2re71S
foTTmr1XWmEhDEYJ13bStQKldiN2uJNo/wCbzVcXYiIbd6//AMlYKp87PLjcyCui5ozO6VaE
OtTo8dILbSUImubUgHQo1S0nQ9dAPIYzXnlmzTMwqxIMC/oVwNyqgtxUaq2dAp1SgI37glMt
pJUpOnhzdNMFqKWEwXJzT8KqKqHE6Fr2Hd/iFjY/Ee38VCQ+4vo6SofrdcCadUl4PMahaPdW
k6EfI4wu/wAM93JfRlVTCaP9pG/8c/mpH/KO/wD/AHU1T/jTn+vHv5R3/wD7qap/xpz/AF4d
xpP5j5qo9F0H/RZ/lH0W423Bv0Hb4YBb8nLiNTallnnJc7tt0mXVPpmh3gl5EdmBM5QQ+yt1
5Km0Fftq9tJB57rfvDXGV2UrRHOvmGdeuedlSzSKdk5k9eq7qjN1VVfuK6C8y41JfbbQ0hoO
ISloqCm2PZbSEpTHG7XphShaT3wPaysEk6dAUY2QcGNrUE+yoj5YzEDfvE55WEPSZ3M5QM84
ZhVmClz6FR/NXWtx/pHD3/E/mcZWTfNTlMPplMsKVMUFKKUbRqOx+Y1OPovZfLCYFVTfv04u
OXYlbN0thpMhH1KUK16jy+XQflgX8or9jQBENvtclL3rCU6L1A1188XkeiiF6KqdVXcMYPxb
ZZbW2Vl9D6y4dfgojBD0qz1MID1uVFtSlfVKQ8CVq000V9X16dOuHgrt9SXL7OTM3JqWbgy+
zJuG2Zc5GpctmW7FPvj3w2pOvYd8Ksz7+u3NG4HK9mPeFfrzimTyKnW5rkh5vU6lKlKJKQT1
0T44kbibxCvoE7xqZbZYeiYti18qOISl0/MOkUqmciFBnsKmx3kzW1PJU0faKilBBGuhHfGU
uIb0h3GBxPWCmwsxM16a3SHTyXqXT2G4QqfXXVa0AFY1APLHs6+GBJ3ETpwK+kCz34IaTLpd
t0Gj1K26opEhdHrKnUJakBsbnGXEnXcdo1T2OgxcVK9Oxmvbts12h3TkVb9SFXkvKhM0icqG
imtOMhRQGw2tTiisF3cT3c08MF4a7iKrfR8elEofBRk9cWW9WykfuN6uVBc1M5qoJioY1jto
SkhTftAbDpiW+j49Jzk5wkcPFzZO37ZVfm1at1ORNak0QRFRwFxmmeqlyEH3m9cAujWUg9FP
x/8ADrwj5F3ZYmddfqcKr1uqqkx0Q4CpCXWxHaQCSjtpy/4YknooeNnhdyS4UbytfNfNWkUG
t1GsSn2KbKQ8orR6jHS2rdy/Ns/jhy6ylHoNc5skbByavG27+zitmh1OVWwtuFWak1Gfd0iN
gKCHFIVoFkjv9nGgcg3OH/0efD5cEm+eLSFc9LemSKq26860gHRtCRGjthxwq3FGp2aalZ88
cui+81VacP1bgP8AoTrnuOmtIjRqhRLikMxVKCdiXZU7ajdrpqNydOngMLPRB37lrn7wLTOG
u722pMyjpnU6q0nnBC5ESS46428Fe8EqQtYKk9Ulpf6uGhKbKEcbnDN6RG7bRuLLjKK1LXsf
KO2IjjsS3rXnFLlbbQ3r7aEthZWpPdCtgKsfMdznV2JsDa1soC0KCEgLT117nB6IqPWZrQfA
vwIM5xV/+6TfyJEW0KcogMyFFDkxQ7oSfFI+0fDwx9DqTTaNEobMWI3HpVCpqNGIrYDaEo/W
7DFRXFwk4am4bRiV+fXksx8TPG4/VhMsjKGaYUJCuW/W2tyHZHwaSeuz4jrir8gsn3s0uIW3
8p8yKfWaR9KqU+5HlI9VlTkJjuSEtoLnZT21KEq+yDr3xk5GurZ+GF7hh0cWx+D7sg/afP8A
8XJ6g2hkrxAZc3fGoGUbFi3bZlMdrzMRmqSpkWrQWVbH2XueTtfQVjR1GgVpic5f8ZlLytsG
wKXLvadcybhodUgXW7R3A9W4KAstwEpldFoLQAUnco7Sokaa4tYpW0WqzD8Plx9vDrDf43/M
FVNUeIDOjMqZZ9Ucbhyb0s6Wh+FebUbmViehGvIRJG7Y4BuOq1oKup88TCvWLxq8QNPfpN9V
OqKo853nrpU1bFKiOubt29bDYbQpW7rqRrr1xCc7tUvDCvGdjwR3ExED8bfnZHJ9HzmbV1rq
F0XNR1uuFKlrlvOPLUUjakklBJ0HQeQwdH9HhVQA5EvCitqT2V6moEezt/5vT5dMKMHrff5/
RRDttgXG4dh/o/qRVP4EM6bRqLNw2NfNOhzIiOXHmUeoSIr6E9fZStCQQOp6A+Jw15uZQ8YV
eEdvND+UV0NUslbT8t5E55sfFzq6r97A56asEHt81PwzH8FqqriADuf+36qpZdOn054x6hFe
jrHvBxCk6/LXA2XBFcQhaRofHGdkjsV6xDWCtjyVgfyXqX+L/wCnj38l6l/i/wDp4lcBUXbV
sBtzYdUpBwILCCVFA1UAknzAOoHy1GPKYal1Mbsy+GS+byQdVxhGzQJTppppp4aaAfloPywe
hJc90afLDZ2GY3keT8TdcCBojWlNjxwJs/V4PBRh8mTvNDeclhb0jdPtyfxAxhUGWkSkUtAS
9LdIQob1/Zwq4AOHzKPij4kImVeb1kQ36WimTpfqdImLjFfKWjaSpra4ffHjj6A2aywmBUU2
9x9VtKmeie4AadetUsa5rilSqrVz63TLfXczjUmmMabfqmw7vV1QVcxwuDQ9sYH9IJwqVnhG
zJeyzjVf1imPwxKpVZkJ2yH4ylq0Dun20qQWzp8D9rF5HojTNaNAtG5Kejs9HVnFSWcrMv8A
jjq0+734oU/GpU6BtL4SFLDaFMakahf+E90YyjxYcJ178K+ciOHGo0M3BUXVNSaLXKYSw5Uk
vEBpXqx1VzAtBBRrp3wgK4tbyWg8q/QJcRVTtVq67vznt23qvJbLwo/Ick7ArqEuPJ0SD+yF
4y3mvkbf+S2fE/h3q9Gi1i6Ya2oUZq13TNQ8+57obCeqCdU6pWgrTorrg8LidShzADRaJo3o
teOiTlwZl05XRZQVH5wpiqvFRMbGuu0JB2A69ff74zfY/DFmrmbftYsSkZU3hWaxRfq6zEgw
VuPU1e5SNHEFO5HVB94nHKOGlL4WV1Yhv1OkWdl7edQ+h1Li1GKzCdkIpzm5SNjqdhDSvYPv
a4b6JEpFQhvR63Ko6IikckR3Xg3IjrBWQgoUlKiUnmE/jidC9p1Q5mPGijVzWJDp7jMFVeQ6
ylPMUWUqO3b7qdiiDqfnhuatSnS0qmqcqK46xo25Jjqb166+fniP3eSkd/mgTIvJjqTb8mQq
PoUrMptYIHl0wpj29XilqVUJqER19pDCwU9tPdI8umFG6uO9zSmBbszc0hcCIuM4rZ7egXjl
XseBEbclrcDfNPsLR1AV5FP4DBJqe2idTuIRrlcva3rXXaUDM6fGpRSptymNT3xH2qJUpJbB
26EqJI06knzwHLzNvNnI+8RmBlNmFNo1YhEay6e6GVFtZBUhST0WlRA1B6HTETdRi4LQFX9M
Fx7XnaCbam5ztx1cssvyIVKjRZRB66h1DQU3/VOIdwi8N9V4nM2k0ebTVpoUJJkT56XlbSgd
kE/fODyERDLJRXHiOX00tu2bYt2hRrXtyAxT7foKEx0Ms6JbVs+z5bfjjKPGHxayb+ffsCxZ
62rfhpWl+ShRSqpKH2QR9j4dsZPGqwRx5Hvc/avTthcMbWVM1dI0GOHUEZH8LW8wmrKa2/71
riDp8Xizy/dogqVN3U2pVFoSm6G4+nRqoBvQoeS2fZcB9pJ9oYfs4L3uamtVLK/isu+bFzOs
FtVUs3MaIVyHqo2TzUxlrQjVTK/ZWysn6vaoK12r1SJrKOK7gN7n7VZ7Qvlr8S4MTi8/En5K
F1HPjPHPJ2ba1KtqiN1O5kparEq0qC1EnVraQSJDyFAqQogEjVAJHXFnZTej+Q3HbqmcNWJ1
JWaVTD9X1015i+410HbyxWtifVz39itK/FafZCm7JKA+TmbE+NwVftoZe2Pl/B+jrKtqLAQO
hSwkFbivMq06nDohJbc15iifPXGiip42neDRf4LyrFsQnrTaaQu+JJ+aNRygd+g18/HDMZj6
XVsq1Gi/PE6FzzqSqaaGAO3gwX+ATjAnlpzXnKG3t17YcGJDaUBDSht7aa4DUMO7ZHpZBCSW
ZX5JFeWVuX+YkJTV7WjBqCl9lvoAdb+S9NRigc3vR7RX2zU8o7gU0sHd9EVQ6oI/3t3ufxxn
K/DxOfum2+H+y9C2T25lpBaocT8ST83JF/cgrH/itP75x7+5BWP/ABWn984gdgl6urz+1cPP
5fVaiXwl5qNRd7WbVvOO/oHKA+j+Il4jd4ZSZ0ZcUqRcdw0SjVWmQ0b5EigSHXXmm/0pjqR7
v7Di1/qYpqzYcxjTr/KvLeIkFg0C/wDNClNXFl9YEubSXifV6xIfajRpaB76mytW9xJ+y4EB
v9bDvPyszupjG5WU1TkfGnS4S/7ZGKWTYes5Hz/pXcRRCVmHZ1Juh+y7mqzdGrDDYeco9b/m
skJV7qktubNyD9/XT4YfULSlCeWQrf2xmK/C6vDpPb5/QJz3L52ek6otarXEp/sWyB6tSY/1
il7QNVr1xZvoQP5QL411mu1CS8gW1UOWHXi6EfXRe+p+OPecAywmBQZ4/v1r3MP0beZt0eka
pPF9Ss2Yse3m5bE9+mL5wnIcbZQ2WWwE7Ch3aQVFeo3q8ziKce9Hym4kPSKZKcMl2vtyI8ON
MkVZtqRtJaUgSEx9R7uogAeex7XucXceiBO5T+7aBwxZUcd+VmTFocIcGmVZTDtSp16WtGai
erHky0KaWhtA5zexGiuYSQVDTEP4mJVsH0yeTdHuSMgs/RCXmXHV7Ww8BUUNAjtqp9LR/aAP
cYQJSUL0pecPHHlpmXaS+Hp6649tvQwS9a1KTNMmcHFpAdGxf2Q2dp9n3sUP6Hu3bYzA406j
mBc1XXVazCocyelVTJdkCU47FQ46o+9uTzV/H2z5YNAhTlWV6Qr0o/ENw7Z+XLkzZsS26JTY
bCY8aVVIr7jzilsBapIWF66pWrRCdmh2nXDb6B1UKoZjZp3HHrhnSJ0KnSJLynFOrU6pyaVF
RV1JJAJPjoMKj7iu/KFVK4O+EDOjicp8I1GrVuvV2vONRzzPaTUFx4zavMNqSlSh4BS/M4+c
/o8v74iv8Vac1ckspJF+3LTTJmSWa1IbYjJdeDiVureKkEkla9ATriLBOUeeAL6m5O167+MO
1LwyN46OE5ig1ClhlK4cpwTIkxD7a0tuR3wNELQptZKkOLOpTj5g5J5h5C8KfFPe9l595OzM
y6RRnpVEpNDUyy82hTM0gyHG3Cr2uWwew10K/M4LvoW4tg8XPCfwiZtcBz/GFlBlEMvJ8ani
qsRW2TC9ZCVjWK9HRuaWVajRSE7uqPvKxVfD7wL5TZwejouPiWu++LlVWqbDq78VqHMjtxVK
j7uUFNKaKk67D7rmHB6UxhY7rlItUNCnOVdtLjavY3LCilfmVgBWmLxzj9GZeeVHBnSOLyZn
izKZq0amzjQ0wXA4FS9v+H5m3pvHhiTPWBRIFnSTIueG2VrRCmjZtWG1n2j5nXvhDTJtaanC
W9TUmCRoliK6gpSPgNMGMdkMPullLMSv1aNbdDsyZJmS3EsNpbQN539uvfH1K4YOHqlcO2U8
HLe3mWxVqgRJqkto7lKcH9J7XcgfZ8vDFdicnDCNRR8R2agPHVxBs2tTE5I2Y9yXFMj6QkMK
15TXg0COxV4jxxSNs5TQbOYp9V4rMqbnt60brZ5FLu6O0tJpbqvbS+WNxC0FPvNODmFHVBBx
jJYnYhPuDr5r2zDCzZ3CGwH1qzTrL/yVtcV1yXRl7ZNo5d5zR4F92pc1pNrjT6TN2uxalECm
U1CnyE+6h1AhuOIOm9Lr27U64qfLLL7ODinu6K1Xq4JrcCKxBfqjzaG2YDDSNjbTbTYCQD7y
QnoT1OJOIScWXhtQNlGjC6T01imY9/8A9rfNbLyoySsnJqhootrUvR1z2Hpz+inJJ/a7hP44
lC0kAKLh1A0B17YuqSkFNFxCvMsWxCTFartdWcuud/miFlxLIQU9AdQMA26FBI+eJUYVa4mQ
5r25SE9Wxhpq7RTNWlglPj7WDwBDnQo8hO7qARhypque8llHTmdtMPmaLLmixUgaStDXLKjt
P2SemOrTqhwFwp1GmgOKVszYj3lNHAZ6n5KqfWj/AI2f3jj3rR/xs/vHBbN5IHCm5nzWzGt4
aWEvKA+eE9SbSYjiHVbknfqlXUHBntkf6xJRd5Q/hb5LXDjYjbQCUm3oGoT07xkE/mTr88Tw
oCUaFR08tcdI2Td1K66+bHpd24Cr+qU56Cyt+PMo7bLykAra1jSSdp01GpSknTxA8sXZCd5k
canaUo1GmPNvtCi4UMJZldLC6+qwJ6SmnsSuIF1w1Ms7KdGC0cxQQ6Pb6aeOHX0RuZ2VnDrx
W1G9M0b0h0alroUyG3LkEqHMU5EWkaDzAX+WNts9/wAJguo0zzx9VL+JX0m3EDaGed+PcNOf
tU/khV52+AlilMzI6SGWwpbTkhsqbSVJJKU6akk4y5aWaF/03NsZ9VK761JuBl8VJ2vrKnJK
HjotDvtHVQCgAoa+507YumaKGX31Wo5HpvuLaqmhGnJtJ5NLltvSYMCmSmHauhJ1IdBdWEjX
ro1p1xTXE9x05k8S+b9Nzeua3oVsXHSIrMeA9SUOHklt910LStepBBWCCPHrg4CNvLXGS3p3
ZzdnM0nOfIN+o12O1ynJtuT2WBMPxYcGqe/2CvGZKDxyzbF40KhxXZVZXsWswuYp+VbTrxUz
IYdG15tS/e+sV7YAR7LnwwwAjRCLg7Vbrr/pVvR0ZxZfKqWclrVUvzKcuMadUqF626W1685D
MhvehOu46Df4nGcfRF8WfChwwXvmtLv3MiVQKLWXoqKEqsQXnJMqOhcjYVBhCwCN6df2jh4B
UwSBWj6OzjV4d7wszOLh4z2zVoNMt+p1uoS6W/cE5EJmZDnLcLiGy8pJ1Hv6HxeB7jC70JN5
5OZYX5mnw7wMw6bUK05U0PwanHmNuIrUdsuNhTK0aheitqwlJHR3XwwwRAaBLxidStO8HNiZ
05cXvmdb2d/ElDvlcmqJm06lNSlPPUWK561ykLSQVNFe1OjWpSnlHp1x818ncj+Lm8+NXMbi
R4QaFRqpWrGuWXIMepuob6yX5yUna6tKFHalw+/9oYII0QMPNbs4xbGujO30atQuLi1gwrdv
Sg0tdadhUubuiols9W0KQFrDg27dyDrtU77PbDT6OK9qzYnomjf9CtZu4JtPjVqW3Q0p5yZx
TMlJSzsSNDqkaaeXTC8NC3/emjiW4bMl+Kn0ftQ4krw4caflrfMKizaw2yzGEeW0tjmaNL0D
anW17Om9GvtJwj9ISqNRfQ72XALpbCoFvsqKDptOxo/+phvCB1Cb3Rovld/JOoVtCGnrpnIS
s70pV9aVj47dMMsiBdFFkBmPXZDqB2Q71H5YkugltqfNCbPFfQLWXopcjJV6Zh1DPC7Ct+m0
DVmDu6Jcka6biO3spCiD4apxuDMrNSlZRZZVbNOrKC31N8qDGX0KlKVtZSP+cfhilrpP5irn
CKXt1X2KId73dfksS2FZuemZlxy8+Ldyjk3zBtupsS6zFKeemaskuhhbKSHF6oR1CUHaFA+5
0xOc2bryszFyJuW68h77kRV1WtNV+6LIu6pb6nFWn6tlUXp/OY/McJLn9J1R4oDIz9BA+KLi
E58/avUMbnZVYzRRsHcj0HsHwGg8lWOSuT9zZz3pDsqiJeSwygF15wlTUKOpZWopHZOq1FRS
O5JPc439l5l1a+V1oMWha0Qsx2QStaveeX23K8z8TgeDtdK7elzPvQftBqo6dnoeHIchkPAf
ROzqAUbVLJBGmmvh5YJcDenvk6Y0LHPc3dJyXlk+64bp0RbpIGiVbvn1wWr+j1xKYozstEFO
1Q9p0n5nCKus6yUkn+k8cGabaJDY6pKGiHdBoPlh3tdomUXj2T2+GOnJShSBlRdT72AVRXKp
jrrfVexZxWyRtOoUhjWclSnMV9xH75x7mK+4j984ZYqRxFuBopW2vVW35YJnFK46xuP2+5xY
h4URQ/hlcjnh1sNTJGz+T1P6/wD5qjE8WpKk6bjjnvG6uXzZ9Luto3jWm9eoqlG+f+0pWLmj
L5cdBUe6Mec/aORwIF0OSwr6QCQZPEK8xOahLiNQmRvlMLfI8vd+ZxRdRXbAW2ml0ppSAdVy
I6nBoflsxr9nW2wmBVk8lp0GnNWfLjcuouVBhwKLgQk+yNe/TDhU5VCFJiQ2q7KYZYSomQ8z
u1Kxpt08tMXbG5KJxM1GJNBpqJy3KFWnXI7HtNLeYUjcPLQYDAlVOA6lMiOh5tPsKZ1O1KfP
TEgBG4ifUQasIBcqNpvOR4yt/M6L5P4eOEsaswPU00eq0t+WhOvLKUn2NRodPb6dOnywThhC
3/euOMUqEhZgUeStpJ1cbW+ppxo/HT3sOlPm0r6FK6RLfjLCyVNuOhwBJPUaEdicP4YSic2R
8Wi2fXFp9aqEJbzZWXWUo0Kzppru08sI5VNt2ZMCrarEVnkurKYj4KgVkabgfLTHCMJBOUTE
n5n2i89OtbMGp02ZP2800ua61zNuu3cpJGum5Wmv3j54dsps6OIvh0rMq68t8yLkpMqpLS5K
MGor1kKTu0U80E7XSN6tCoHTcfPDxGpTa8HK6nWanGRxRcR9lpp2ZGcFXrFPjKS8aZIcQiI+
4k6p3pZbaCiD1Go6YmHDj6UHij4bbLpmU2XlYoTlChOuuNRalTuaI3OdU6rc4nqfad0/HHcM
JeInHin9KTxOcQmWzuVt61ehUijVQlUiPb8B9hM4DTah1xbjhIOg6I07YduJX0i0jiR4VqDw
vOZV02iopKoSVVJVaXK5ojt7Ujkeqo11P++Y4RhKZFlerNc10zo6nVOsL2FMbftB/V69E4Lg
U9L7SJM2S6pTqthQ8ok/hiVJK0BRI4nE2X1I4Z8no+SXD9Qcu22i3Lnt+sTSTqStQ3r/AB6B
HyGmKV9IRmyK5ekHLKBKHqVGa5rzR7KkKSQlIA6dG0pSPirGIxt/DK9P+zqlD8V7e/TrrVNV
gVS2c3sqbJsPIPPZdk31aAfkKoVXmepNVmc8oKekR6i2ooS4QkIDDwT0AGugxXud97ZiZuX0
xGzbs+ktXPQn3qfMqECnoYmz5KV6fznljlOOoCCNyPeBxDraltPBktNgVMcQxGeR38C2ZwqZ
MsZJZdtxZTKTWakPWJrx7pUOzevl8MWQuUyEdV/xxNw+nEeiwO0mJOxXGe13y695+aC68wtG
gV+WCVlK16J6YnMConZlAePmdnywW4dGsHahFEtFCO4wVUvrUNq3dR2OChNugJj7nPaa2/JW
HeiNBlgkd19jhJ08FObTiW0/V9cJ6276vRZawrryVkHxGIzgiAqlNfgMe1+AwGyLvBETvSvV
SE/uVf8Al0llz3EMU2pSSPm4lYT/AAxMMqvSjWjckr6Mvj6BXGUvRdToM5QdjJ/SOw320OBv
/fGysfDEltMz/qeaj7jkvyy4+Mq7ByNs6gUKiTK16tRoEV2a0/GjQ0OiKjc0lxxaA4sf72FD
Est70hFs1llMt7J64jBX2qFKlQJzX5NyQrBoo2um3SclI4reSxz6SrNa0s2K1VavbCZzYdql
MV6tUoT0WRomHKClJbWlClJC+nfpjRzC0rjfLpjzX7RYDTuga83CbTtNs1krjMtB+tZwO1CM
6jRuIyFtb9pc/wBeKmj5QzJDokzJi2lO7+Yklsp/AaY3OzzR6IgWXrJSKibPTRJZGUdHmuc+
I6lj7G1I2+z59MEXBlA2qKHahW3y2ogqWpRUEkdvZGLyNgsofbBdRL+5DWZT6qlQkLSwx7rq
BqT+BwnFl1Zyqb13FJjKLexz1uN9Wr8NMDFPIPaVcNrIT7AnmkquihMclqu0qZ0QfrdwVr93
UYURrtuunMqjVG02S6ydqiuWGnNPMADTD+9zQQ9qZ2Lsl1WpPOCiQw89/RltOpT+JwZIgOod
Wana0xLbv9J6sS0Pw3IOC9oao4idzRDDFpUw7Y0uXHU57/rsdpaB+yvXXCh9i35VHcTSZqUz
HHtrKEtFvljy3adMOF0Tevmo6qo3PRJRgJk6R0+6G9VhPy1wRJqLyJ3r0uouJKf6MNklSMNZ
vQeuVIHDJyAUsoVtb6e1V6PdBDaujraIqlknzOvjhDcVsRHULWYqW1eTUUJ8QfBfmBg+6UMP
t7U1NWvV2xHZKH5kV4gqjIG5QI7dThE+69GcQ3TqQdoVu2y0NkIV5D2emI7oJR7T5qS2RpRD
6pxKPpCUrqNCnbtGLW4RsrH8wM+LSt15xKoglB+S2TvHKbO5eo8iAnX9rA94iC7ipdwZ7NX0
7rlwQKU9Lq02VsZo8ZxZ6aAezv8A7MYqyRuGg5g8TTVxXxOpYeqjs12Ea6gGnuTyysxEPAjT
lhwp1JGmqR5DGVxE8WbcOa9J2QgkpsKr5QbH+H3fDl+Cn+ZUTiLufLG9oPG/lSpoUGmh6j3d
WaLHgzI9QDraI8VqQwhDchlwKUFDRwAjd8cQ3gsy0h3ZmWiuTaf/ALH0RJkKBHsqePuAj47l
fliJPFxpuEc1ocKeaLBsQqgbOOh0P4FbUFSbDZK1E69ep7nBap45fU/ni9jYQMl5PIRvrjNd
RFPMeQFJ8iMLmJLclG5hxOvwwcCyEc0N3as7Sen3sErUEjaf44KEJyTvOoH1a3Eg+YwB9yMq
Pq26k6fE4SxQyQi0Fp+QgKk7te+g0w/Q9haDSVaEdtMOnTwQlMdad+n8MEXaoItmc9r2YXgD
k5pVNb2se3tYCiJjpXDVkRTUJLOVtJ1Pfmx+d/zhhrzR4ScncyadGhu281QHIjm5qXQ22Y7q
x8UlOhx4gzbOsBvvHz/qVj2cKNWL6PTJC1ZjjtYRNrjWzlMoqDykCMNNNPq9NRoNPkMDrHo/
ssBNFQsO4q1bss+6/AeUsD5HXmfxxcwbenj3J6/zKP2MqKXnwHZn3cIgn59uVpmnq3tJqrTi
3GO/sFWrhI9pXT4nzxqFhW2OhtZ0Ke588Rdp9oBjz4LdeZRIY7NWY+Kqhrm5ou1OM208UsMg
N7iCMV6aNOkMBb1QIUNdG2nlIA/DHsWzYvhMC89r32qJ0QihRkhAkSJiFpGhBO7UYUOKehwO
ZTJKIyl+9tR2xeMGSruC666hqtCIhUepBTi/e+qG0YBNTU3mtOUhen9Ggp1Cfng/FanNc6yZ
otq0hhKpIYeQ6o6l5roEnz24T12zFXAsKlVqVyS3sSOYlJHz6YZuKV2gpmeykqjTnq1vy2X5
DnuOy0hJHzOAyMucw6Uy1rUGRv7JbcI2fPEfsxUntoR8yFmfTm0w1RH3Cn3lN6afhguXVJcO
N6nW7QfUjZpvTFKva89fPBwuD80CHKtGb9ZPobe9KOqHGyVn+rpphExaln1qqqfVSUwkLVsU
llWoJ+GuDujFTokE5CUSbJj266pmjy5brPdbahy9PwGEUv1yRI0hNJXzToUvuHVKvPr9nB9w
IgkSaNHrtNaYkzEvOwt+5LrQ3JA8io9cdM1mQFLiJdiKWrmaNIB/twN8zUjJ/emaVSUVctol
VEOJR3UpOivzxp70W2WdE/urVa721KddpkDlDf0CS4oA6eWoRp8sVFZ93Bkreik4k+aunivv
aoUmw6/IhTXIxl6xwlKz7e9YQAfP2EH8zikOGum8PVyCpWTnhlrKqNSuBxDdt1ldVkUqNIfb
6LiB86tbnT7hVvSHeitgxlCeJinDXruHTtp9m+IP41Fs2o9hU6rRLasV2/4bdKU5HlW5mChh
Jo6wEAIYU0raQQpQ0LaFaDvjSPBfbTdt5RIqykoEisPKkKCj12oO1H+iSr8cHpmCTFOGVLxi
TseyhkH8at9uc2lPtjX54CuXo37CifmcXsbRZeWv9ZESZbKhtU5qPInHoNYfgSN0VQKfuq7Y
CnJ+plci1SLqwoA/o1d8DekoO4hxKdndSu2DNQXlQa9M7rDtOf8ARrrxly/uJGifzxE5PFe5
AK9lrLWgfZQvccSeGFAMic6BxV2LPcArkByKD7JUG9204s+27jpdfpzdVtyoolRl/wCFaOoT
8yeuAThPbInmE7zk71Har7oOEt9PONWlPBcH9HpiO5S2lUx62PPHvWx54EjqTMLQrocHo3hO
1DygPIHHzMNwexWF3c11uQrQAPK6HUe12xxTqXANVkgeBw4CIZho8F287mu84lIQtwkA66E6
9cGOKRt1VocdG8CQW9miR92tyWdeI96KrNB5wkpVyEdBiBx4TDyXlOlSiOxV1x9LbN5YTAvN
sVyrpwNEQuKuY/zFtqaV5I6YG3T0NFbOjqtUa9Ti+j0UMvdzQmZ3qykGBBHIHsKDg6k4M9eW
6S69T9gPfl9NcPG6uDkQA48+VRILgUpehBA64ULpcOS6WnEKVr3UeoOHpSV6NFpcNa+QgBz9
YY6/THSy6sOKddc++AQcdcoW8iGIDBQIj7Z1T22q7YDNitPOJjxlKXv7EHanDQiCU80Q5QCI
ppzp3KK9CVddRhI7aFEkOFh2mNr2HVKkKKSD5jB2d31Ugk96NcokUPb+SkKT3LayC58/PCGr
2VSJj3rfqgCu+5wLSdvl08MH3gnCZ3NFRrTpyIiYk9tQQfa6+10wjl2rEeSlxm30utELQXVA
Ep/DDXNZyR43prdsVMxSEJp7ZU375SSkn541P6Oe1ItAtq56w20sqkSGmtzvU6IQTpr81g4q
q5o7OrbBZN6fNM3GPOcay+pLStQqVLCyVn3ghB118/fGGzK23M+ss7GosS0+Nqw7ZYuansVg
2HeNYU2yWn1bwTHlRH4i9/jtI18cZCBw9ITSctF7bDJH/ZmBlgolxfJzDOcDU3Ne+rIq9zqp
jDc9FkQH4yGEJYDyVrUpHKdUsSk6rbUtJ2Dp0GNIWHab9vWdSqXE9j1eIhOnbry8OjfuYhM4
ajRQdpKkzbP0UQOR1HNSJs1FtP8AT7z+sNcCdnutK05akDy11xaxz+9Yl/rIbTYf6lxJ+eAJ
jP8AYj3u2JbHMRnFtkqo0KY7VEuNO8sA7lqQdNBiD5y57RqdVVWfbywstj651I26q8hhYc1C
rHBuigkhm37jYTUqmprqjVxtxZBHy0wgVbNDpz/rkOoPRv8Ae3HATiQQ5wyVUJGtOa9Dt8M6
qiyuag9S2kA6n54kVk3Fc1jyzWaM6tZUdxZcV0I+WGWt6yXeDtFoiy7ro91UJq44SvaV7LrA
PuHCbMCYXbTqG4kbUez+t7eIc2Sn33vVVV8tX3Gvyx7lq+41+WBKVdSVoISjUHr546p0I7OH
88fNfBVivJWjwV+WDUlpY5SdAfMYbwiuQtrSl6aDBiuWpvTXDmQfeLn+qs78RgaTmZISuO4V
BhHtnTTENjy4qWzvbPU7js8Rj6S2dNsJgXnWKM/b510zYzhWlzUqV2UnuMHeu8tPrKYwSojT
Qndi6Y7JQXMQUpjyGHH5BAKTqlKOm7BKgkR0MH2Nftd8MEiQsXY7MeO2qQp0qKOpCR7WBF7l
KW1zlbB8cSwUhakwU2XFtPJCnPvDv+eFDMRRShwoKWvuBXXC3UchGMwg8FvxUpB8kHcr+OAG
M021tUvoP6MeeOBSE2RaGUtv88ynF/E9cDXDQiQYylaqP2/DBwVxK8YaB15Sk/sq0wRIp6UR
ltolNNkDTVOowLiJAUUzTpbHsrmIPhoRjhhepErU+WyTqSgak450iKx6CIvrKiXFFJV3IPfG
luD9lmFlfWFp1KfWlnT7WuxGI9d+4VrgT7zqtuPXkRLVtROuqXC8vT+o3iuK5mnTnKFbtp8R
vCyxISxRI1Og1GDInW/VpMFtG1txG5Tsd4hPUHYEjyxgYH96eRe9QUp9DQRojPG47IzCz/kX
TlxXnplLqj0dTcWZCejSKeEIaYQ0vcnRZ2NjQt6dMbXbpqW2Qk9gNAPLwwof+3TqLtZRGiw6
hjKC7GU0NSfywQ/FKW+h0PmMSI5isK/VFCnlHujT5YE0p4KDgJ08As4nRzlCdInFMhqmW1Mq
wTsVpp1Trig6zY66hUXJ0qQ0+4+dyirUkHz+eLiBQq+RV/mWmu2qwilW9LQ3Jd9rnskq2jy0
xXcanXitx76WdddWr3VOKLhH4nFnRxiQLO1s5jKebcufMygvMA7lxD7K4aupB+eLWocOuOx2
qzHaTNYPtFtJ8PLEWtHD0Uyik4itrIC65USvfR06mmIzL6KQewPnpic5qOcm3ZDCSRqpATod
NQcQJ1c0R4irb1n9Q496z+ocBUtThmDFUnYloJ+Pf+3CORHZLhQlG0Dyx4VNhMQ0e7x/RWwS
Yo5JGiifng5OoUk7up8QAP7MQpsOY3R7vH9E8AckKjK+kBq4Aj9j/v1wnmT3YSEhCUr/AG9f
+rTEOGDvesfFCl0WdeKV9cPMSQhHtBUVhZCidNfw0xB4dRkpkLSlQ0DaBpj6O2dyw4N5aLzj
EWXxA5nPVJpdRmxnw41III6dOn9mFDE6THWtLbp0HgTri3jUJ855BK4kt59e1StAPBPQYWby
VoSOg8k9MNDQkcSlTS1NAuoVopXc6d8ETm0AaAD3/DxxMCBO4jQriY7TMohA6/ePfAhJWJG3
ROgR5YGAjSQjmlCIzK31oUnXX7Xj+eCxHRyjqpR2+7qe3ywWDPVRZjbRHKQlSArXT4J6YDFW
JMz1d5CSn8sOumErjJ/2Ldlq9pYRqN3XTAGVlwp5ui9e+7xwgARENCEF9DakghffXrhFLdWw
nRpZHxwdzW8kGNxugLUfVkudNfljS3B8eflvVUrA/wBu9x39z/uGIVf+4V1gX+Osqw4+m0Gy
bOdKBuCnE/hsR/qxIsxqfF4SOAu0L+t0v3em8qVFnSrdv6Q7UKPEW4jQhiAFIZRoPdJSVDwO
MJC0CYi2q+hjGajAsNdvFpOtja/x5qic3raoNi8RFatu1KcmHT4FUa9XhpUpSWhvRokEknQa
kAa9NcbpUgHagk6bNe+Fc0donNlF2ye5+FULnG5Rj8dpQKSMJno7Tjeh1HyOmGMYOa8+dqiU
tpT13E/M4B0UeWoAj44LG33lAellT1bs1/as6HunXpiuX4rLUguN6pPkk6DGmgUCv0VS34ef
dj5e0UR0ClDUgfPEUZG1S1oO0/qjTF7TgNGSyFc4k5pQ/RoW46bxr1Oiu+LLynQ3Ftc8ltI5
atBr16eWAV7Wn2KRhT3X1U1tGW6K3GfARuS4jsgdfn0xMs4nXBAZ0WfPTXFHOtXQZKvt7n6V
X549vc/Sq/PAlOX/2Q==</binary>
</FictionBook>
